Αρχική > News > «Είδες ποτέ σάβανο με τσέπες»;

«Είδες ποτέ σάβανο με τσέπες»;

Με δεδομένη την πλήρη ακτημοσύνη των μοναχών και το ενδιαφέρον τους για εσωτερικές και όχι οικονομικές και υλικές επενδύσεις, πολύ πριν γνωρίσω τον πάτερ Παΐσιο, είχε προσελκύσει το ενδιαφέρον μου η πληροφορία, ότι ο αγαθός Γέρων, αν και ακτήμων και σκληρά εργαζόμενος για να διασφαλίσει τα προς το ζην (ήταν άριστος ξυλουργός - ξυλόγλυπτης), είχε αναδειχθεί σε Συνήγορο των πτωχών και αδυνάτων.
Αυτός ο πάμπτωχος και ενδεής μοναχός, που εργαζόταν σκληρά φτιάχνοντας εικονίτσες και σταυρουδάκια για να βγάζει τον επιούσιο και να παραμένει πάντοτε φιλόξενος και αξιοπρεπής για όσους τον επισκέπτονταν στο κελί του, είχε αναγάγει την ελεημοσύνη σε αρετή!
Μα, καλά, θα ρωτήσουν ορισμένοι, πως, με τι τρόπο, με τι μέσα ο Γέροντας που δεν είχε χρήματα, μπορούσε να παρεμβαίνει στα υλικά προβλήματα των ανθρώπων και να εκδηλώνει την αρετή της ελεημοσύνης; Η απάντηση είναι απλή: όταν αισθάνεσαι επιτακτική την ανάγκη να σκύψεις πάνω από τον άνθρωπο για να συμπαρασταθείς στα προβλήματα -πνευματικά και υλικά- που αντιμετωπίζει, τα εμπόδια υπερπηδούνται, οι δυνατότητες βρίσκονται, τα χρήματα εξοικονομούνται, δίνονται λύσεις.
Δηλαδή, όπου διαμορφώνονται συνθήκες αλληλεγγύης προς τις καθημερινές ανάγκες του ανθρώπου, εκεί αναδεικνύεται με εκπληκτικό -θαυματουργικό- τρόπο η ανθρωπιά, διεκπεραιώνεται η αρετή της αγάπης.
«Όταν ακούω ότι υπάρχει μεγάλη φτώχεια, ανέχεια, πονάω πολύ και δεν μπορώ να προσευχηθώ», μου είπε χαρακτηριστικά ο φιλάνθρωπος Γέροντας. Και συνέχισε:
«Δεν λέω, όταν έχεις δύο χιτώνες να δώσεις τον ένα. Αυτό είναι ασυνήθιστο και δύσκολο για τους πολλούς. Αλλά, αν θέλεις να λέγεσαι χριστιανός και κατέχεις όλα τα αγαθά του Θεού, γιατί ιδρώνεις και αγωνιάς για το παραπάνω και δεν κάνεις ελεημοσύνες και καλά έργα; Να ξέρεις, ότι θεμελιώνει στην άμμο, όποιος έχει πολλά χρήματα και τα διαχειρίζεται εγωιστικά, αδιαφορώντας για τη φτώχεια και τη δυστυχία των συνανθρώπων του. Είδες ποτέ σάβανο με τσέπες; Όλα εδώ μένουν. Μόνο οι αγαθοεργίες πηγαίνουν στον ουρανό. Ξέρεις γιατί γίνονται οι πόλεμοι; Για το χρήμα.. Γιατί οι πλούσιοι δεν μπορούν να βάλουν χαλινάρι στην λαιμαργία τους και οι φτωχοί δεν εύχονται να αποκτήσουν τα αναγκαία, αλλά ζηλεύουν τα πλούτη και τη δόξα των πλουσίων». Έκανε ο Γέρο-Παΐσιος ελεημοσύνες; Πάρα πολλές. Άμεσα και έμμεσα.
Πρώτα-πρώτα, έδινε ο ίδιος τον όβολό του σε ανθρώπους που είχαν μεγάλη ανάγκη. Ο οβολός αυτός προερχόταν από τα σταυρουδάκια και τις εικονίτσες που κατασκεύαζε από ξύλο και τα έδινε στα μοναστήρια απ' όπου τα προμηθεύονταν οι προσκυνητές. Από αυτή τη «συναλλαγή» ο ίδιος εισέπραττε μερικά, ελάχιστα χρήματα, που τα χρειαζόταν απλώς για να ζει στερημένα και να μπορεί να περιποιείται τους ξένους. Τα υπόλοιπα, φρόντιζε πάντοτε να τα δίνει σε φτωχούς περαστικούς που είχαν φτώχεια και χρέη και δεν μπορούσαν να επιβιώσουν. Γιατί, όπως συνήθιζε να λέει: «Καλόγερος με λεφτά, είναι κακούργημα που παρασύρει στην κόλαση».
Αλλά, κυρίως, ο πάτερ Παΐσιος καλλιεργούσε εμμέσως την ελεημοσύνη.
Συμβούλευε τους ανθρώπους που είχαν οικονομική άνεση, να καλύπτουν τις ανάγκες των πτωχών και να συνδέονται με έργα φιλανθρωπίας. Συγκεκριμένα, υπαγόρευε στους χριστιανούς να ψωμίζουν ζητιάνους, να φιλοξενούν ξένους και άστεγους, να προσφέρουν σε ιδρύματα που στεγάζουν γέροντες, άρρωστους, γυμνούς και πονεμένους, να επισκέπτονται και να βοηθούν οικονομικά οικογένειες με παιδιά που δεν μπορούσαν να καλύψουν τις καθημερινές ανάγκες και ζούσαν σε στέρηση και απελπισία.
«Οι τσέπες σας πρέπει να είναι ανοιχτές, ώστε να φεύγουν τα χρήματα για φιλανθρωπίες. Είναι σκάνδαλο να υπάρχουν τσέπες γεμάτες λεφτά και να είναι ραμμένες», επαναλάμβανε συχνά, όταν καταλάβαινε απροθυμία για άσκηση ελεημοσύνης.
Είναι ιδιαιτέρως ενδιαφέρουσα και η ακόλουθη περίπτωση, που μου διηγήθηκε ο πάτερ Παΐσιος και εξακολουθεί μέχρι σήμερα να παραμένει δυνατά τοποθετημένη στη σκέψη μου, επειδή ακριβώς υποδηλώνει πολλά. Να, πως μου την περιέγραψε:
«Κάποτε ήλθε ένας πολύ πλούσιος επιχειρηματίας. Τον ήλεγχε η συνείδηση και ήθελε να κάνει κάποια καλή πράξη για να μειώσει τις τύψεις, επειδή την μεγάλη περιουσία την είχε αποκτήσει με χίλιες δύο παρανομίες. Μου είπε ότι αποφάσισε να χτίσει μία εκκλησία. Και από σεβασμό προς την ταπεινότητα μου, ήθελε να τιμάται απ' ονόματι του Αγίου Παϊσίου. Εγώ του είπα ότι έχω παραβεί όλες τις εντολές του Θεού και αναξίως φέρω το όνομα του Παΐσιου Β', Μητροπολίτου Καισαρείας. Επίσης, τον συμβούλευσα ότι, επειδή, δόξα τω Θεώ, υπάρχουν πολλές εκκλησίες και συνεχώς χτίζονται νέες, θα ήταν καλύτερο αν τα χρήματα που θα ξόδευε για τον σκοπό αυτό, τα έδινε σε φτωχούς και δυστυχισμένους ανθρώπους. Με ρώτησε τί μπορούσε να κάνει κι εγώ του είπα να βρει στο νοσοκομείο της πόλεως που ζει, τα ονόματα φτωχών ανθρώπων που νοσηλεύονταν και δεν είχαν κανένα στον κόσμο για να τους φροντίσει. Ό επιχειρηματίας δέχτηκε και κάθε Κυριακή επισκεπτόταν άρρωστους, που ζούσαν ολομόναχοι και είχαν ανάγκη. Τους έδινε χρήματα, φαγητό και γλυκά, τους παρηγορούσε και τους στήριζε. Ήταν καλής πάστας άνθρωπος, δεν είχε ποτισθεί από την αμαρτία, ήθελε αλλαγή. Αργότερα, μίλησα αρκετές φορές μαζί του και είδα έναν άνθρωπο μεταμορφωμένο, που θεωρούσε το χρήμα περιττό βάρος. Είχε βρει τον Χριστό».

Από το βιβλίο: «Τέσσερις ώρες με τον π. Παίσιο», εκδ. Επέκταση, 2006, Κατερίνη»

©2010 orthmad.gr | Web development by Integrated ITDC