Αρχική > News > Αλλιώς πληρώνει ο Θεός

Αλλιώς πληρώνει ο Θεός

H εφημερία πλησιάζει σχεδόν στο τέλος της. Ο Μιχάλης, ο εφημερεύων γιατρός, κατάκοπος από την ένταση όλης της νύχτας, ακούμπησε στο γραφείο κι έμεινε εκεί να κοιτάξει μια το ρολόι και μια το παράθυρο. «Πόσα δεν έγιναν κι αυτή τη νύχτα;» συλλογίζεται. «Ποιό περιστατικό να πρωτοθυμηθεί, Τον 45χρονο με το καρδιακό επεισόδιο πού βρίσκεται τώρα στη μονάδα εντατικής; Το παιδί με τη μηνιγγίτιδα; Το φοιτητή με τη σοβαρή πνευμονία; Τις αλλεπάλληλες ιώσεις και τους ορούς που διαρκώς έβαζαν οι νοσηλεύτριες; Την παρέα των μεθυσμένων νέων που δεν ήξεραν που πάταγαν και τι έλεγαν; ΄Η το τροχαίο που ευτυχώς αυτήν τη φορά δεν είχε κανένα θύμα; Όλα αυτά μέσα σε μια νύχτα... και πόσα άλλα σε τόσες άλλες νύχτες... και πόσα άλλα σε τόσα νοσοκομεία όλης της χώρας... όλου του κόσμου...».

Το στοχασμό του διακόπτει η σειρήνα του ασθενοφόρου. Βγαίνει απ το γραφείο με απορία και αγωνία για το τι άλλο θα συναντούσε πριν τελειώσει αυτή η νύχτα. Με έκπληξη βλέπει τις νοσηλεύτριες να στέκονται ακίνητες και κάπως αδιάφορες στη «στάση» αδελφών και να ανταλλάσσουν κάποιες κουβέντες που δεν τις πολυκαταλάβαινε. «Μας ειδοποίησαν από την πύλη ότι το ασθενοφόρο φέρνει ένα κορίτσι σε αναπηρικό καροτσάκι που συνοδεύεται από μία μεγάλη κυρία. Να δείτε που θα είναι πάλι η Δώρα. Την έχουν μάθει σχεδόν όλες οι βάρδιες. Η μάνα της λέει ότι τον τελευταίο καιρό κάνει συνέχεια σπασμούς και πέφτει στο πάτωμα. Μάλλον θα την κακοποιεί και για να γλυτώσει τις ενοχές μπαινοβγαίνει στο νοσοκομείο. Έχει έρθει πολλές φορές τους τελευταίους μήνες».

Καθώς έλεγαν όλα αυτά στην κεντρική είσοδο των επειγόντων προβάλλει μια 50χρονη γυναίκα και δίπλα της πάνω σε αναπηρικό καρότσι ένα κορίτσι με μαυρισμένο το δεξί της μάτι, αμυχές στο πρόσωπο και μωλωπίσματα στα χέρια και στα πόδια.
- Καλημέρα. Ξαναήρθαμε. Δεν την πρόλαβα. Τη βρήκα πάλι στο πάτωμα», είπε η γυναίκα στενοχωρημένη, ενώ οι τραυματιοφορείς μετέφεραν το κορίτσι στον κατάλληλο χώρο.
Ο Μιχάλης πήρε ένα σύντομο ιστορικό, εξέτασε τη μικρή ασθενή, πρόσφερε τις πρώτες βοήθειες και αποφάνθηκε ότι πρέπει να εισαχθεί στο νοσοκομείο, για να γίνει έλεγχος γιατί παθαίνει τόσες συχνές πτώσεις. Το κορίτσι αμίλητο, με κάποιες άναρθρες κραυγές περιστασιακά, έδειχνε να μην επικοινωνεί με το περιβάλλον του. Ο Μιχάλης κατάλαβε ότι πρόκειται για ένα κορίτσι με κινητική και νοητική καθυστέρηση που παρουσιάζει επιληπτικές κρίσεις, οι οποίες δεν ελέγχονται τον τελευταίο καιρό και καταλήγουν στο αποτέλεσμα που είχε μπροστά του. Έβλεπε κι άλλες φορές στην αίθουσα αναμονής του νοσοκομείου τη γυναίκα αυτή πλάι στο αναπηρικό καρότσι, άλλα δεν έτυχε να μπουν ποτέ στο δικό του γραφείο. Καθώς ετοιμάζει το φάκελο εισαγωγής, καλεί την μητέρα να δώσει κάποιες πληροφορίες.
- Το όνομα του πατέρα;
- Τί το θέλεις, γιατρέ μου; Πατέρας δεν υπάρχει, ούτε μάνα υπάρχει. Εγώ το φροντίζω. Οι γονείς του το παράτησαν σ' ένα ίδρυμα, όταν ήταν 40 ημερών.
- Κι εσείς τι του είστε; ρώτησε με απορία ο Μιχάλης ο γιατρός.
- Τίποτα. Τα δικά μας παιδιά είχαν μεγαλώσει κι αποφασίσαμε με τον άνδρα μου να το περιθάλψουμε και να το φροντίζουμε. Όταν όμως έγινε ενάμιση έτους αρρώστησε, πάθαινε σπασμούς, δε μας μιλούσε, δεν περπατούσε. Εκείνος επέμενε να το πάμε πίσω στο ίδρυμα, άλλα εγώ αρνήθηκα. «Εμείς βρεθήκαμε στο δρόμο αυτού του παιδιού. Αν φύγουμε, ποιόν θα έχει;».
Ο άνδρας μου από καιρό είχε μπλέξει σε περίεργα κυκλώματα κι άρχιζε σιγά-σιγά να ξεκόβει από το σπίτι. Έτσι, όταν αρρώστησε το κορίτσι, μας εγκατέλειψε. Τώρα δε νοιάζεται ούτε και για τα δικά του παιδιά. Κι αν τυχαία τα ανταμώσει, τα ρωτάει: «Η μάνα σας κρατάει ακόμη αυτό το ανάπηρο;».
- Ας είναι. Αλλιώς πληρώνει ό Θεός, παλληκάρι μου. Για μένα αυτό το παιδί είναι η ζωή μου και δε θα το αφήσω όσο ζω. Το αγαπώ τόσο, όσο δεν μπορεί να φανταστεί κανείς και δεν θέλω να πάθει το παραμικρό κακό.
Ο Μιχάλης έσκυψε πάνω στα χαρτιά του, για να μη φανούν τα βουρκωμένα του μάτια. Ετοίμασε γρήγορα το φάκελο της εισαγωγής κι αφού χαιρέτησε με εκτίμηση την ηρωίδα που είχε απέναντί του, έμεινε πάλι μόνος να κοιτάζει έξω απ' το παράθυρο. Θυμάται τα άδικα λόγια των νοσηλευτών, τις τσακισμένες από τη ζωή φιγούρες που πριν λίγο πέρασαν από μπροστά του και καθώς αναλογίζεται το ύψος στο οποίο μπορεί να φτάσει η αγάπη, νιώθει να λειώνει και να γονατίζει μπροστά της.
Έχει πια ξημερώσει. Πριν όμως ανατείλει το φως της μέρας, είχε ήδη φωτίσει το γραφείο και την ψυχή του ένα αλλιώτικο φως. Ο Ήλιος της Αγάπης και της Δικαιοσύνης είχαν πλέον ζεστάνει την καρδιά του.
«Αλλιώς πληρώνει ο Θεός, παιδί μου».
Πράγματι.
«Αλλιώς πληρώνει ο Θεός!».

Περιοδικό «Προς τη Νίκη» Μάιος 2012

©2010 orthmad.gr | Web development by Integrated ITDC