Αρχική > News > Αρχιεπίσκοπος Λουκάς, ένας άγιος ποιμένας και γιατρός

Αρχιεπίσκοπος Λουκάς, ένας άγιος ποιμένας και γιατρός

«... Δέχθηκα το θέλημα του Θεού να μείνω τυφλός μέχρι το θάνατό μου με ήρεμη ψυχή, με ευγνωμοσύνη και πλήρη εμπιστοσύνη στο Θεό». Ποτέ κανένας δεν άκουσε το παραμικρό παράπονο απ' το στόμα του γι' αυτή τη μεγάλη δοκιμασία. ΄Αλλωστε είχε τη βεβαιότητα πως «το να είναι κανείς τυφλός στα εσωτερικά του μάτια είναι το χειρότερο». Αυτά όμως ήταν ορθάνοιχτα... Αργότερα έγραφε στο γιο του Άλεξέι: «Το να είναι κανείς τυφλός, βέβαια, είναι πολύ δύσκολο αλλά για μένα, περιτριγυρισμένο από ανθρώπους που μ' αγαπάνε είναι πολύ πιο εύκολο, παρά για εκείνους τους δυστυχισμένους τυφλούς πού είναι μόνοι τους. αβοήθητοι. Για την ποιμαντική μου εργασία το πρόβλημα αυτό δεν στάθηκε εμπόδιο και νομίζω πώς θα εκτελώ τα καθήκοντα μου ως το θάνατο. Ήταν πολύ καλός στη διαγνωστική και προσδιόριζε με ακρίβεια την έκβαση της ασθένειας. Μας έλεγαν ότι οι τοπικές πο¬λυκλινικές τούς πιο βαριά άρρωστους τούς έστελναν μερικές φορές στον τυφλό αρχιεπίσκοπο για να κάνει τη σωστή διάγνωση.

...Το βράδυ της 5/18 Αυγούστου πήγαμε στην παννυχίδα σ' ένα ναό της πόλης Άλουστα. Έκαναν πανηγυρική υποδοχή στους αρχιερείς. Ο σεβασμιώτατος Λουκάς προχωρούσε μόνος του, χωρίς να τον βοηθά κάποιος. Φαίνεται προσανατολιζόταν από τον κτύπο των βημάτων τού επισκόπου Ιννοκέντιου. Πήρε το σταυρό από τον επίτροπο του ναού. τον έδωσε να τον ασπαστεί ο σεβασμιώτατος και ύστερα σ' εμάς τούς κληρικούς. Άρχισε η παννυχίδα. Τις ευχές διάβαζε ο αρχιεπίσκοπος Λουκάς από μνήμης, παρόλο πού μπροστά του κρατούσε το Ιερατικό, το όποιο κατά καιρούς ψηλαφούσε... Όταν θυμιάτιζε, την ώρα που κατέβαινε τα σκαλοπάτια και όταν έπρεπε να κάνει στροφή τον βοηθούσαν οι υποδιάκονοι. Το ορθρινό ευαγγέλιο το διάβαζε επίσης ο σεβασμιώτατος Λουκάς. Το διάβαζε χωρίς λάθη, ψηλαφώντας κάπου κάπου το κείμενο, του οποίου τα γράμματα δεν προεξείχαν, όπως στα βιβλία για τους τυφλούς, αλλά ήταν τυπωμένα κανονικά. Με τo λάδι του ευχελαίου έχριε ο επίσκοπος Ίννοκέντιος, αλλά τους κληρικούς τους έχριε ο αρχιεπίσκοπος Λουκάς. Άγγιζε ελαφρά τον καθένα και τούς έχριε ακριβώς στη μέση του μετώπου.

Κατά την παννυχίδα ο σεβασμιώτατος Λουκάς άκουγε προσεκτικά την κάθε λέξη, την κάθε ψαλμωδία. Τον συνέπαιρνε η προσευχή και με το νου του δεν βρισκόταν στη γη, μπροστά στο βήμα του Κυρίου, αλλά στους ουρανούς. Κάπου το πρωί ήλθαν οι αρχιερείς για να τελέσουν τη θεία Λειτουργία. Η εκκλησία γέμισε από τους πιστούς, μεταξύ των οποίων ήταν και πολλοί παραθεριστές. Όπως και την παραμονή, ο σεβασμιώτατος Λουκάς, χωρίς να τον βοηθήσει κάποιος, βγήκε από το αυτοκίνητο και προχώρησε προς το ναό. Πατούσε με σιγουριά το χαλάκι που του είχαν στρώσει. Ύστερα "πήρε καιρό", ασπάστηκε τις εικόνες. Όσοι δεν γνώριζαν πως ο αρχιεπίσκοπος ήταν τυφλός, δεν καταλάβαιναν πως ο αρχιερέας που κάνει τη λειτουργία δεν βλέπει και απ' τα δύο μάτια.

Ο αρχιεπίσκοπος Λουκάς άγγιζε το άγιο δισκάριο προσεκτικά, ευλογούσε τα τίμια δώρα, δεν τα ακουμπούσε κατά λάθος με το χέρι ή με τα άμφια. Όλες τις ευχές της Λειτουργίας τις έλεγε απ' έξω και δύο φορές μόνο ψηλάφισε με το δάκτυλο το κείμενο στο Ιερατικό. Κοινώνησε ο ίδιος - μόνος του και κοινώνησε και τους κληρικούς. Παρακολουθούσαμε όλ' αυτά και βλέπαμε πώς όλα κατευθύνονται από το Θεό, ο οποίος εν σοφία οδηγεί ακόμη και τους τυφλούς.

Ο ίδιος δίπλωσε το άγιο αντιμήνσιο και ολοκλήρωσε τη θεία Λειτουργία. Πριν το τέλος βγήκε για να κάνει κήρυγμα. Όλοι περιμέναμε με κομμένη την ανάσα. Και να, το κήρυγμα άρχισε. Ο σεβασμιώτατος Λουκάς μίλησε για τη Μεταμόρφωση του Κυρίου. Ύστερα μίλησε για το θείο φωτισμό, παρόμοιο μ' αυτόν του Θαβώρ. Τόνιζε ιδιαίτερα πως κάθε άνθρωπος που πιστεύει, που είναι αφοσιωμένος στον Κύριο και πού τον αγαπά, δεν μπορεί να είναι τυφλός, διότι τον φωτίζει το θείο φως, που του δίνει μία ειδική όραση και μια ιδιαίτερη χαρά. Στο κήρυγμα του αναφερόταν στα κείμενα της Άγιας Γραφής. Κατονόμαζε μεμονωμένα βιβλία, κεφάλαια και στίχους, τα οποία διάβαζε ο επίτροπος του ναού, ο οποίος βρισκόταν δίπλα στο Σεβασμιώτατο. Η κάθε λέξη του αρχιεπισκόπου έβγαινε από τα βάθη της καρδιάς του, ήταν διαποτισμένη με πίστη στο Θεό και εμπιστοσύνη στο θέλημα του Κυρίου. Απ' όλες τις μεριές του ναού ακουγόταν κάπου το κλάμα και τα σιγανά αναφιλητά. Τα λόγια του αρχιεπισκόπου έπεφταν σαν ώριμος σπόρος στις καρδιές των ακροατών και ρίζωναν βαθιά εκεί μέσα. Καθένας από εμάς ένιωθε αναγεννημένος μετά απ' αυτό το δυνατό και πνευματικό κήρυγμα πίστεως...».

Απόσπασμα από το βιβλίο "Αρχιεπίσκοπος Λουκάς" του Αρχιμ. Νεκτάριου Αντωνόπουλου, εκδόσεις Ακρίτας, 2003(10η έκδοση επηυξημένη).

©2010 orthmad.gr | Web development by Integrated ITDC