Αρχική > News > Η βυζαντινή εκκλησιαστική μας μουσική

Η βυζαντινή εκκλησιαστική μας μουσική

Η μουσική αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της λατρείας της Εκκλησίας ήδη από τα πρώτα Αποστολικά χρόνια. Με τον όρο δε Βυζαντινή Εκκλησιαστική Μουσική εννοούμε τη μουσική που καλλιεργήθηκε μέσα στους κόλπους της Ορθόδοξης Ανατολικής Εκκλησίας προκειμένου να εξυπηρετήσει τις λατρευτικές της ανάγκες. Η Βυζαντινή Μουσική ως λειτουργική μουσική διαμόρφωσε το χαρακτήρα της ήδη από τον 4ο αιώνα, με το διάταγμα των Μεδιολάνων το 313 μ.Χ. και την ίδρυση του Βυζαντινού κράτους, οπότε έπαυσαν οι διωγμοί και ο χριστιανισμός έγινε επίσημη θρησκεία του κράτους.

Οι Μεγάλοι Πατέρες της Εκκλησίας θα συμβάλλουν στην ανάπτυξή της, όπως ο Μέγας Αθανάσιος, ο Μέγας Βασίλειος, ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος, ο Αμβρόσιος ο Μεδιολάνων κ.ά., οι οποίοι και θα συστηματοποιήσουν και θα εμπλουτίσουν τη λατρευτική ζωή της Εκκλησίας με Θείες Λειτουργίες (Ι. Χρυσοστόμου, Μεγάλου Βασιλείου), με ύμνους και προσευχές και θα βάλουν τις βάσεις της ψαλμωδίας καθώς αντιλαμβάνονται τη μεγάλη επιρροή που ασκεί η μουσική στη λατρευτική ζωή της Εκκλησίας και στον αγώνα κατά των αιρέσεων.

Μέχρι την εποχή εκείνη ως ύμνοι για την ψαλμωδία χρησίμευαν οι ψαλμοί του Δαυίδ με πρώτο τον 103ο ψαλμό (προοιμιακός). Όταν, όμως, οι λατρευτικές ανάγκες και οι ιερές ακολουθίες άρχισαν να αυξάνουν με την καθιέρωση των Δεσποτικών και Θεομητορικών εορτών και των εορτών στη μνήμη των Αγίων και Μαρτύρων, η σύνθεση νέων ύμνων έγινε απαραίτητος κανόνας. Με τον τρόπο αυτό προέκυψαν οι υμνογράφοι που ας σημειωθεί στην αρχή ήταν συγχρόνως και μελωδοί, δηλ. οι ίδιοι μελοποιούσαν τους ύμνους που συνέθεταν.

Όσον αφορά τον τρόπο της ψαλμωδίας στην αρχή έψαλλε όλο το εκκλησίασμα. Με την εξάπλωση, όμως, του Χριστιανισμού και τη χρησιμοποίηση τεχνικότερων μελωδιών, τα λειτουργικά μέλη δεν ήταν πια εύκολο να ψάλλονται από όλους τους πιστούς. Γι' αυτό άρχισαν σιγά-σιγά να τα εμπιστεύονται σε ειδικά γυμνασμένους ψάλτες. Μάλιστα ο ιε' κανόνας της τοπικής Συνόδου πού έγινε στη Λαοδικεία το 364 μ.Χ. απαγορεύει να ψάλλουν άλλοι πλην των κανονικών ψαλτών, οι οποίοι έψαλλον επί του άμβωνος και από διφθέρας. Την ίδια εποχή παρουσιάζεται για πρώτη φορά στην Εκκλησία της Αντιόχειας και η αντιφωνία, δηλαδή ο χωρισμός των ψαλτών σε δύο χορούς, δεξιό και αριστερό και σύντομα γενικεύεται σε όλες τις Εκκλησίες. Στην Κωνσταντινούπολη εισάγεται από τον Άγιο Ιωάννη το Χρυσόστομο το 390 μ.Χ.

Από τον 6ο έως το 10ο αιώνα η Βυζαντινή Μουσική θα γνωρίσει τη μεγαλύτερή της ακμή. Ο αυτοκράτορας Ιουστινιανός (527-565), που έγραφε και ο ίδιος λειτουργικά μέλη, θα προ-σφέρει την υποστήριξή του σε υμνογράφους και μελωδούς οι οποίοι και θα εμπλουτίσουν τις Ιερές ακολουθίες εκτός από τους μέχρι τότε ψαλμικούς ύμνους (ανοιξαντάρια, προκείμενα, πολυέλεοι, πασαπνοάρια, ο Άμωμος κ.ά.) και με πλήθος άλλους νέους τροπαριακούς ύμνους (αντίφωνα, κοντάκια, κανόνες, στιχηρά ιδιόμελα, προσόμοια κ.ά.) που όλοι μαζί συνθέτουν τη λεγόμενη Βυζαντινή Υμνολογία.

Στον 6ο αιώνα έζησε ο Ρωμανός ο Μελωδός, ο Πίνδαρος της Βυζαντινής Μουσικής και ποίησης. Σ' αυτόν αποδίδεται το υπέροχο κοντάκιο των Χριστουγέννων «η Παρθένος σήμερον» ενώ τον 7ο αιώνα ο Επίσκοπος Ανδρέας ο Κρήτης θα συνθέσει πλήθος κανόνων μεταξύ των οποίων και τον Μεγάλο Κανόνα. Η μεγάλη, όμως, μορφή της Βυζαντινής Υμνολογίας είναι ο Ιωάννης ο Δαμασκηνός (676-756), μεγάλος θεολόγος και υμνογράφος. Το σπουδαιότερο έργο του Δαμασκηνού είναι η Οκτώηχος. Στο έργο αυτό ο Δαμασκηνός συγκέντρωσε και κωδικοποίησε όλα τα λειτουργικά μέλη των οκτώ ήχων της Βυζαντινής Υμνολογίας. Από την Οκτώηχο μαθαίνουμε ότι στη Βυζαντινή μελωδία κατέχουν ήδη μόνιμη θέση όχι μόνο οι τέσσερις αρχικοί ήχοι αλλά και οι πλάγιοί τους, όπως και τα τρία γένη της αρχαίας Ελληνικής Μουσικής, δηλαδή το διατονικό, το χρωματικό και το εναρμόνιο, αλλά και τα τρία είδη του εκκλησιαστικού μέλους δηλαδή τα ειρμολογικά, τα στιχηραρικά και τα παπαδικά.

Τέλος, πριν την Άλωση έδρασε μία άλλη μεγάλη μορφή της υμνογραφίας, ο Ιωάννης ο Κουκουζέλης (13ος αιώνας), ο οποίος συνέθεσε πολλά τροπάρια και ύμνους. Περίφημη ήταν η Σχολή του. Οι μαθητές της ονομαζόταν μελουργοί, μαΐστορες ή καλλωπιστές και μάθαιναν περισσότερο πως να ερμηνεύουν και να καλλωπίζουν τα παλαιά μέλη παρά να συνθέτουν νέα.

Αλλά και η σημειογραφία της Βυζαντινής Μουσικής πέρασε από πολλά στάδια έως ότου κατορθώσει να εκφράσει καθαρά την απόλυτη οξύτητα των φθόγγων, τις διάφορες χρονικές αξίες, τις αλλαγές των ήχων κ.λ.π. Αρχικά, οι πρώτοι υμνογράφοι χρησιμοποίησαν τα γράμματα του αλφαβήτου μαζί με άλλα σημάδια, τα σημαδόφωνα των Αλεξανδρινών χρόνων. Κάθε σημάδι αντιπροσώπευε μία ολόκληρη μουσική φράση. Ήταν δηλαδή ένα είδος μουσικής στενογραφίας που ο ψάλλων έπρεπε να γνωρίζει να εκτελεί από μνήμης. Παρόμοια ήταν και η εκφωνητική γραφή του 4ου αιώνα. Τόνοι και πνεύματα πάνω σε ορισμένες συλλαβές των ύμνων βοηθούσαν τούς ψάλτες στην εκφώνηση της μελωδίας. Από τον 8ο αιώνα έχουμε την αγκιστροειδή γραφή του Ιωάννη του Δαμασκηνού, ενώ πολλές καινοτομίες στη σημειογραφία πρόσθεσε και ο Ιωάννης ο Κουκουζέλης τον 13ο αιώνα. Ο ίδιος έκανε χρήση για πρώτη φορά των φθορών, δηλαδή σημαδιών αλλαγής του ήχου ενός μέλους.

Νέα προσπάθεια απλοποίησης τής μουσικής σημειογραφίας μετά την Άλωση άρχισε τον 17ο αιώνα από τον ιερέα Βαλάσιο και κυρίως από τον Λαμπαδάριο Πέτρο τον Πελοποννήσιο τον 18ο αιώνα που αποτελεί και τον πρώτο μεγάλο σταθμό στην προσπάθεια να γίνει η Βυζαντινή Μουσική πιο απλή στη διδασκαλία και τη σημειογραφία της. Αξίζει να σημειωθεί ότι μέχρι τότε ένας νέος για να μάθει να ψάλλει έπρεπε να σπουδάζει σε δάσκαλο πολλές φορές μέχρι και 20 χρόνια. Ο Πέτρος προσέφερε μεγάλες υπηρεσίες στη Βυζαντινή Μουσική. Διέσωσε πλείστα όσα αρχαιότερα μαθήματα μουσικής στενογραφίας, μελοποίησε νέα, συνέτμησε πολλά αργά και τα έκανε ευχρηστότερα, κατάγραψε με μουσική γραφή τα ειρμολογικά μέλη που μέχρι τότε σώζονταν από μνήμης μέσω τής προφορικής παράδοσης και ακόμη με το σύστημα της αναλυτικής γραφής βοήθησε στην απλοποίηση της Βυζαντινής σημειογραφίας.

Η τελική, όμως, πράξη στη Βυζαντινή σημειογραφία θα δοθεί το 1814 με το έργο των τριών μεγάλων δασκάλων Γρηγορίου Πρωτοψάλτου, Χουρμουζίου Χαρτοφύλακα και Χρύσανθου του εκ Μαδύτων. Σ' αυτούς οφείλεται η σημερινή απλοποιημένη σημειογραφία που αποδίδει καθαρά κάθε φωνητική και ρυθμική λεπτομέρεια. Στον Μητροπολίτη Χρύσανθο οφείλονται επίσης και οι ονομασίες των επτά φθόγγων της Βυζαντινής παρασημαντικής πα, 6ου, γα, δι, κε, ζω, νη, που προέρχονται από τα γράμματα του αλφαβήτου. Ο ίδιος έγραψε και το Μέγα Θεωρητικό της Ελληνικής Μουσικής το 1832. Η Πατριαρχική Επιτροπή του 1881 συμπλήρωσε και επικύρωσε το θεωρητικό έργο του Χρύσανθου, καθορίζοντας με επιστημονική ακρίβεια τα διαστήματα και τις κλίμακες της Βυζαντινής Μουσικής. Τέλος, στην Ελλάδα εκτός από την Πατριαρχική Σχολή τής Κωνσταντινουπόλεως η Βυζαντινή Μουσική εισήχθη προς διδασκαλία το έτος 1904 στο Ωδείο Αθηνών με πρώτο διδάσκοντα τον Κων/νο Ψάχο.

Μορφολογικά η Βυζαντινή Μουσική από παλιά μέχρι σήμερα χαρακτηρίζεται ως:
1. Φωνητική. Δεν χρησιμοποιεί μουσικά όργανα αλλά μόνο την ανθρώπινη φωνή.
2. Μονοφωνική. Όλοι οι ψάλτες ψάλλουν με μία φωνή την ίδια μελωδία και με τον ίδιο τρόπο ενώ το ισοκράτημα, ένας συνεχής βόμβος πού συνοδεύει τη μελωδία άλλοτε στη βάση, την πέμπτη ή την τέταρτη της κλίμακας του ύμνου, προσδίδει στη μελωδία ένα ιδιαίτερο χαρακτηριστικό χρώμα.
3. Τροπική. Οι μελωδίες της βασίζονται στις φυσικές και όχι στις συγκερασμένες κλίμακες της Δυτικής μουσικής. Αυτό της δίνει τη δυνατότητα να χρησιμοποιεί μεγάλη ποικιλία μουσικών διαστημάτων και ηχοχρωμάτων.
4. Λειτουργική. Σκοπός της είναι να εξυπηρετήσει τις ιερές ακολουθίες αναδεικνύοντας το περιεχόμενο των ύμνων και προσφέροντας κατάνυξη και μυσταγωγία στους πιστούς.

Του κ. Γεωργίου Ψαρουδάκη, Καθηγητή Βυζαντινής Μουσικής
Περιοδικό «Άγκυρα Ελπίδος», Διμηνιαία Έκδοση της
Ιεράς Μητροπόλεως Ιεραπύτνης και Σητείας, Νοέμβριος – Δεκέμβριος 2011.

©2010 orthmad.gr | Web development by Integrated ITDC