Αρχική > News > Η εγκληματικότητα των ανηλίκων

Η εγκληματικότητα των ανηλίκων

Τα αίτια της εγκληματικότητας των ανηλίκων -
Η επικινδυνότητα αυτών - Τα προβλεπόμενα μέτρα -
Το ποινικώς ανεύθυνο και υπεύθυνο των ανηλίκων

Ανήλικοι εννοούνται αυτοί που διατρέχουν από το 7ο έτος της ηλικίας τους έως το 17ο έτος συμπληρωμένο. Από αυτούς όσοι έχουν ηλικία έως το 12ο έτος συμπληρωμένο ονομάζονται παιδιά, και οι υπόλοιποι έφηβοι. (άρθρ. 121 παραγρ. 1 Π.Κ.)

Τα αίτια της εγκληματικότητας των ανηλίκων
Είναι βέβαιο ότι τα άτομα της νεαρής ηλικίας υφίστανται περισσότερο την επίδραση των διαφόρων εγκληματογόνων αιτίων. Ο ανήλικος έχει τη δική του λογική και ηθική. Ο χαρακτήρας του δεν έχει οριστικά διαμορφωθεί. Το κακό παράδειγμα επιδρά ευκολότερα σε αυτόν. Προσέτι πειρασμοί, έλλειψη επιτήρησης εκ μέρους των γονέων, διεφθαρμένο περιβάλλον, εντυπώσεις που αποκομίζει από την ανάγνωση επιβλαβών βιβλίων, η τηλεόραση, ο κινηματογράφος, η πλημμελής δυστυχώς λειτουργία των σχολείων, ο ημερήσιος τύπος με τη λεπτομερή και ζωηρή εξιστόρηση διαφόρων εγκληματικών πράξεων, φόνων, ληστειών, διαρρήξεων κτλ επιδρούν στη διαμόρφωση του χαρακτήρα του ανηλίκου. Η κακή διαβίωση κάτω από άθλιους οικονομικούς όρους και πολλές φορές ο επηρεασμός από τις ανώμαλες οικογενειακές συνθήκες, η έλλειψη ανατροφής, η ηθική εγκατάλειψη, η ακατάσχετη ροπή προς μίμηση, η εκπλήρωση επιθυμιών και η αδυναμία να συγκρατήσουν τους εαυτούς τους, αποτελούν τα αίτια και τους παράγοντες της εγκληματικότητας.
Πολλές φορές η ροπή των ανηλίκων προς το έγκλημα οφείλεται και στην κληρονομηθείσα προδιάθεση και την ιδιοσυγκρασία αυτού.
Επίσης πρέπει να τονιστεί ότι μία μερίδα ανηλίκων εγκληματεί εκ φυγοπονίας.
Η πρόωρη εγκληματικότητα των ανηλίκων αποτελεί σύμπτωμα μιας αντικοινωνικής προσωπικότητας η οποία ρέπει εκ προδιαθέσεως προς το έγκλημα.
Η έλλειψη χριστιανικής αγωγής εκ μέρους της οικογένειας και η απομάκρυνση των νέων από την εκκλησία ως και η αποστέρηση αυτών από της επιδιωκομένης υπό της θρησκείας ψυχικής και ηθικής ανατάσεως οδηγούν τους νέους πολλές φορές στην πραγμάτωση του εγκλήματος.
Συνηθέστερη δε αιτία των εγκλημάτων των ανηλίκων είναι η μη διανοητική και ηθική ωρίμανση. Συνήθως έχουν μεν γνώση του αδίκου χαρακτήρα των εγκληματικών πράξεων, κυρίως οι έφηβοι, όχι όμως και την εγκράτεια δηλαδή τη δύναμη βούλησης για αντίσταση κατά των πειρασμών. Μπορεί οι ανήλικοι, κυρίως μετά το 14ο έτος της ηλικίας τους να παρουσιάζουν σωματική και πνευματική ανάπτυξη τέτοια ώστε να διακρίνουν το άδικο της πράξεως, πλην όμως υστερούν, εκτός από τη διανοητική και ηθική ωρίμανση, και στην ψυχική ωρίμανση η οποία παρέχει σε αυτούς τη δυνατότητα να κατευθύνουν τη θέλησή τους προς την ορθή αντίληψη.
Το συχνότερο έγκλημα των ανηλίκων είναι η κλοπή. Οι κλοπές, κυρίως των εφήβων, οφείλονται στην επιθυμία απολαύσεως ποτών, εδεσμάτων, καπνού και ποικίλων ανέσεων και ψυχαγωγιών, στην έλλειψη χρημάτων, και στην απουσία της βουλητικής δυνάμεως για την εξουδετέρωση των διαφόρων πειρασμών της ζωής. Μετά την κλοπή, τελούνται συχνότερα από τους ανήλικους εφήβους τα εγκλήματα βίας (ιδίως τραύματα, εξύβριση, άδικη επίθεση). Το φαινόμενο τούτο οφείλεται στον πληθωρισμό των σωματικών και ψυχικών δυνάμεων και παρορμήσεων, στην έξαρση του εγώ, στην τάση προς επιβολή αυτού και στην μίμηση του κακού, στην ευθιξία, οξυθυμία, ακράτεια, την υπεροχή αυτού, στην έλλειψη ή ανεπάρκεια των ψυχικών αναστολών του ως και στην αδυναμία προβλέψεως των επακολούθων της πράξεως. Επίσης, τα εγκλήματα βιασμού και οι εν γένει προσβολές κατά των ηθών παρουσιάζονται συχνά στην εφηβική ηλικία. Το φαινόμενο αυτό οφείλεται κυρίως στο ότι η γενετήσια ορμή και τα συναισθήματα τα συνδεδεμένα με αυτή είναι βίαια κατά την πρώτη τους εμφάνιση και η προσωπικότητα των ανηλίκων είναι ανίκανη και ασθενής να τιθασεύσουν τις γενετήσιες ορμές τους. Προσέτι εμφανίζεται κατά την εφηβική ηλικία η έντονη τάση προς αλητεία η οποία αποδίδεται στο ότι οι έφηβοι ευρίσκουν εις τον πλάνητα βίο ηρεμία στις εσωτερικές τους ανησυχίες και ικανοποίηση του πόθου προς βίωση νέων βιωμάτων.

Η επικινδυνότητα των ανηλίκων
Από πλευράς επικινδυνότητας των ανηλίκων διακρίνονται:
α) Εις τους ηθικά εγκαταλελειμμένους ανηλίκους.
Ο κίνδυνος ο προερχόμενος από τους ανηλίκους αυτούς δεν είναι άμεσος αλλά έμμεσος. Τούτο διότι ο κίνδυνος αυτός δεν προέρχεται από την ιδιοσυγκρασία και τον χαρακτήρα του, αλλά από το περιβάλλον στο οποίο ζει το οποίο είναι φθοροποιό, ώστε μετά βεβαιότητας να μπορούμε να προβλέψουμε τη μελλοντική αντικοινωνική του εξέλιξη. Κατά κανόνα το φθοροποιό αυτό περιβάλλον ευρίσκεται στις κατώτερες κοινωνικές τάξεις λόγω της αθλιότητας των οικονομικών συνθηκών κάτω από τις οποίες ζουν. Η άθλια οικονομική κατάσταση πολλές φορές εξωθεί τον πατέρα προς αναζήτηση «παρηγορίας» στην κατάχρηση οινοπνευματωδών ποτών και ψυχαγωγίας στα διάφορα καταγώγια και ως εκ τούτου στην παραμέλησή προς τα ανήλικα τέκνα του. Επίσης η βάναυση συμπεριφορά του προς τη σύζυγό του και μητέρα των ανηλίκων τέκνων του τραυματίζει σοβαρά την ευαίσθητη ψυχή τους. Η στέρηση επίσης του προστάτη της οικογένειας λόγω θανάτου αυτού ή κακόβουλης εγκατάλειψής της, αναγκάζει τη μητέρα πολλές φορές να εγκαταλείπει τα τέκνα της προς αναζήτηση των μέσων επιβίωσης, φθάνοντας δυστυχώς σε πολλές περιπτώσεις στην τέλεση ανηθίκων πράξεων.
Το φθοροποιό αυτό περιβάλλον των ανηλίκων συναντάται και στις ανώτερες τάξεις στις οποίες πηγή ανηθικότητας είναι ο μεγάλος πλούτος, η χλιδή, η παθολογική νοοτροπία του κακώς νοουμένου νεωτερισμού και φιλελευθερισμού των ηθών και οι παντός είδους διασκεδάσεις, η επιδειξιομανία και η ματαιοδοξία που όλα αυτά διευκολύνουν και προάγουν κατ’ ουσία τη διαφθορά, καταστρέφοντας έτσι το σώμα και την ψυχή των ανηλίκων.
Υπάρχουν μητέρες οι οποίες ως κύριο σκοπό της ζωής τους έχουν την διασκέδαση, την υπερβολικά φροντισμένη αμφίεση και παρά το ενδιαφέρον τους για την μόρφωση των παιδιών τους, την εκμάθηση ξένων γλωσσών, υπολογιστών κτλ, δεν δύνανται να δώσουν σε αυτά την πρέπουσα αγωγή. Δημιουργείται πολλές φορές φθοροποιό περιβάλλον εκ της ορφάνιας, των διαπληκτισμών μεταξύ των γονέων και των διαζυγίων, το οποίο περιβάλλον συνεπάγεται βαρύτατο τραύμα στην ψυχοσύνθεση των ανηλίκων. Κλονίζεται το θείο αίσθημα των τέκνων το οποίο τρέφουν προς τους γονείς και γενικώς ο έκλυτος βίος των γονέων, η εγκληματικότητα αυτών, επηρεάζουν δυσμενώς την ηθική τους ανάπτυξη.
β) Εις τους ηθικά διεφθαρμένους ανηλίκους. Οι ανήλικοι αυτοί είναι επικίνδυνοι γιατί παρουσιάζουν έκδηλη διαφθορά η οποία οφείλεται σε κοινωνικούς παράγοντες, ιδίως την αθλιότητα των οικονομικών συνθηκών και στους βιολογικούς παράγοντες, δηλαδή στις ανωμαλίες της ιδιοσυστασίας και του χαρακτήρα του ανηλίκου. Αυτή η ηθική διαφθορά μπορεί να εκδηλωθεί με πολλούς τρόπους είτε δια της παραμελήσεως της σχολικής φοιτήσεως αλλά και της επαγγελματικής εκπαιδεύσεως, δια των αδικαιολογήτων απουσιών είτε με την ανυπακοή στις συμβουλές ή νουθεσίες των γονέων τους, δια της επιδόσεως στην αλητεία, στην επαιτεία, την πορνεία και τον έκλυτο βίο των ανηθίκων διασκεδάσεων.

Τα προβλεπόμενα μέτρα
Ως προς τα μέτρα αντιμετωπίσεως και καταπολεμήσεως της εγκληματικότητας των ανηλίκων, σύμφωνα με τα πορίσματα της ποινικής επιστήμης και τις υποδείξεις της επιστήμης της ψυχολογίας, διακρίνονται:
Ως προς τους ηθικά εγκαταλελειμμένους ανηλίκους εις μέτρα προστασίας και θεραπευτικά μέτρα και ως προς τους ηθικά διεφθαρμένους ανηλίκους εις μέτρα αναμορφωτικά αλλά και σωφρονιστικά, προορισμένα κυρίως για τους εγκληματήσαντες ανηλίκους.

Ως προς τα μέτρα προστασίας και θεραπευτικά μέτρα (για τους ηθικά εγκαταλελειμμένους ανηλίκους)
Αυτά είναι ως επί το πλείστον κοινωνικής προνοίας και ορθό είναι να λαμβάνονται και να επιβάλλονται κατόπιν διαταγής του δικαστού ανηλίκων για το κύρος αλλά και για την καλύτερη εξασφάλιση και εφαρμογή αυτών και βεβαίως όμως με προηγούμενη γνωμοδότηση ειδικού ιατρού (στα θεραπευτικά μέτρα). Ειδικότερα, τα μέτρα αυτά είναι:
α) Η ειδική επίβλεψη του ανηλίκου, της οικογενείας αυτού ή και των τρίτων υπό την επιμέλεια των οποίων βρίσκονται, ιδίως των ορφανών, των εξωγάμων, των τέκνων διαζευχθέντων ή υπό διάσταση γονέων, των διατελούντων υπό επιτροπεία ανηλίκων, των εργαζομένων και αυτών που καθίστανται αντικείμενο εκμεταλλεύσεως.
β) Η οικονομική και ηθική ενίσχυση του ανηλίκου και της οικογένειας αυτού.
γ) Η θέση του ανηλίκου υπό την υπεύθυνη επιμέλεια των σχολείων, των γονέων, επιτρόπων και κηδεμόνων.
δ) Η απομάκρυνση του ανηλίκου από το επικίνδυνο και ανήθικο περιβάλλον και η τοποθέτησή του σε τρίτα πρόσωπα ή οικογένειες ηθικώς καταξιωμένες.
ε) Η προσωρινή ή η διαρκής άρση της πατρικής εξουσίας ή της επιμελείας υπό του επιτρόπου όταν αυτή είναι ηθικώς απαράδεκτη και η εισαγωγή αυτού σε ίδρυμα κοινωνικής προστασίας.
στ) Η θεραπεία του πάσχοντος ανηλίκου σε θεραπευτικά ιδρύματα όταν η κατάστασή του απαιτεί ιδιαίτερη μεταχείριση, ιδίως αν πάσχει από ψυχική ασθένεια ή άλλη νοσηρή διατάραξη των πνευματικών του λειτουργιών ή εμφανίζει ανώμαλη καθυστέρηση στην πνευματική και ηθική του ανάπτυξη ή του εθισμένου προς το αλκοόλ και τα ναρκωτικά, που δεν μπορεί να αποβάλει αυτά με τις δικές του δυνάμεις διότι έχουν επιφέρει αλλοίωση της συνείδησης, του χαρακτήρα του και της εν γένει προσωπικής του υπόστασης λόγω του εθισμού.

Ως προς τα αναμορφωτικά μέτρα (για τους ηθικά διεφθαρμένους ανηλίκους)
Τα μέτρα αυτά κυρίως είναι:
α) Η επίπληξη του ανηλίκου και η προειδοποίηση προς αυτόν ότι θα υποβληθεί σε αυστηρότερα μέτρα εάν εξακολουθεί να διαβιώνει όπως και πριν.
β) Η ανάθεση της υπεύθυνης επιμέλειας του ανηλίκου στους γονείς επιτρόπους ή κηδεμόνες.
γ) Η ανάθεση της επιμέλειας του ανηλίκου σε προστατευτικές εταιρείες ή ιδρύματα ανηλίκων ή ειδικούς επιμελητές ανηλίκων.
δ) Η τοποθέτηση του ανηλίκου σε κατάλληλο κρατικό, δημοτικό ή κοινοτικό ή ιδιωτικό κατάστημα αγωγής.
Τα ως άνω αναμορφωτικά μέτρα λαμβάνονται για την ηθική διαπαιδαγώγηση του ανηλίκου ο οποίος έχει εγκληματήσει και κατά του οποίου δεν ενδείκνυται η επιβολή ποινών που προβλέπονται για τους ενηλίκους.

Ως προς τα σωφρονιστικά μέτρα (κυρίως για τους εγκληματήσαντες ανηλίκους)
Τα μέτρα αυτά αποβλέπουν εις την αγωγή του ανηλίκου (εφήβου) ο οποίος διέπραξε έγκλημα και τα οποία είναι:
α) Η εισαγωγή του εφήβου ανηλίκου στο σωφρονιστικό κατάστημα. Η διάρκεια παραμονής του ανηλίκου στο σωφρονιστικό κατάστημα δεν δύναται να καθοριστεί εκ των προτέρων. Ανά διετία τουλάχιστον πρέπει να εξετάζεται το ζήτημα της προσωρινής απόλυσης του σωφρονισθέντος ανηλίκου. Σύμφωνα με το άρθρο 54 του Π.Κ., τα όρια διάρκειας του περιορισμού των εφήβων σε σωφρονιστικό κατάστημα είναι το ελάχιστο 5 έτη και το μέγιστο 20 έτη αν για την πράξη που τελέστηκε ο νόμος απειλεί ποινή στερητική της ελευθερίας ανώτερης από 10 έτη ή θανατική ποινή (η θανατική ποινή καταργήθηκε με το νόμο 2207/1994-ΦΕΚ Α΄ 65). Σε κάθε άλλη περίπτωση το ελάχιστο όριο διάρκειας είναι 6 μήνες και το μέγιστο 10 έτη). Ο σωφρονιστικός περιορισμός αυτός αποτελεί την μοναδική ποινή που προβλέπεται από την ποινική νομοθεσία για τις αξιόποινες πράξεις των εφήβων ανηλίκων. Το βασικότερο κριτήριο της επιβολής του περιορισμού στο σωφρονιστικό κατάστημα αποτελεί όχι τόσο η βαρύτητα της πράξης που τελέστηκε από τον έφηβο, όσο η προληπτική σκοπιμότητα, η ανάγκη να συγκρατηθεί ο έφηβος από την τέλεση νέων αξιόποινων πράξεων. Σκοπός του σωφρονιστικού καταστήματος είναι η αγωγή του εφήβου, η παρότρυνση προς εργασία, η επαγγελματική και σχολική μόρφωση, η σωματική αγωγή, η ψυχαγωγία δια της καταρτίσεως μουσικής ορχήστρας ή χορωδίες κτλ και όλα αυτά να αποβλέπουν πάντοτε προς το συμφέρον του ανηλίκου.
β) Η αναγκαστική έμμισθη εργασία σε δημόσια, δημοτικά ή κοινοτικά έργα.
Εκτός από τα μέτρα αντιμετωπίσεως της εγκληματικότητας των ανηλίκων, λειτουργούν διάφοροι θεσμοί οι οποίοι αποσκοπούν στην προστασία του ανηλίκου, ως και ειδικά σχολεία για τα ανώμαλα παιδιά τα οποία έχουν αμεσότερη σχέση με την σωφρονιστική αγωγή του ανηλίκου. Θεσμοί οι οποίοι συμβάλλουν στην προστασία του ανηλίκου είναι:
α) Ο θεσμός των ειδικών ποινικών τμημάτων προς προστασία του ανηλίκου ο οποίος εξυπηρετεί τα συμφέροντα αυτών. Έτσι, σε κάθε Πρωτοδικείο ιδρύεται ειδικό ποινικό τμήμα για την προστασία των ανηλίκων. Στην αρμοδιότητα του τμήματος αυτού υπάγονται προς εκδίκαση: Πρώτον, όλα τα κακουργήματα ή πλημμελήματα κατά των ηθών τα οποία τελέστηκαν σε βάρος του ανηλίκου. Δεύτερον, όλες οι υποθέσεις οι οποίες αφορούν στην κακομεταχείριση των ανηλίκων. Τρίτον, όλες οι παραβάσεις των διατάξεων προς προστασία της εργασίας και της υγείας των ανηλίκων. Τέταρτον, κάθε έγκλημα το οποίο συνεπάγεται άμεσο κίνδυνο για τον ανήλικο.
β) Οι εταιρείες προστασίας των ανηλίκων.
Οι εταιρείες αυτές είναι ειδικές οργανώσεις οι οποίες συγκεντρώνουν μέλη διαπνεόμενα από αγνά ανθρωπιστικά συναισθήματα, βαθιά αγάπη προς τον ανήλικο, γνωρίζουν κατά βάθος την ψυχοσύνθεση του ανηλίκου και της κοινωνικές του ανάγκες για να μπορέσουν έτσι να φέρουν σε πέρας το βαρύ έργο της προστασίας των ανηλίκων. Σκοπός δε των εταιρειών αυτών είναι η διενέργεια κοινωνικής ή ψυχοβιολογικής έρευνας για τα αίτια της αντικοινωνικής συμπεριφοράς, τη γνώση του χαρακτήρα και την ψυχοσύνθεση του ανηλίκου, την ανάγκη της προστασίας αυτού, την παροχή δικαστικής συνδρομής και την παροχή εν γένει της προστασίας του ανηλίκου, της εποπτείας των προσωρινώς καταδικαζομένων ή απολυομένων από τα αναμορφωτικά ή σωφρονιστικά καταστήματα, της συνδρομής του έργου της αγωγής εις τα εν λόγω καταστήματα ως και κάθε άλλο έργο το οποίο συμβάλλει στην προστασία του ανηλίκου.

Το ποινικώς ανεύθυνο και υπεύθυνο των ανηλίκων
Ως προς το ποινικώς ανεύθυνο των ανηλίκων οι οποίοι άγουν από το 7ο έως το 12ο έτος συμπληρωμένο, λόγω ελλείψεως της ικανότητας προς καταλογισμό, τυγχάνουν ποινικώς ανεύθυνοι. Οποιαδήποτε άδικη πράξη και αν έχει εκτελεστεί προβλεπομένη και τιμωρούμενη από το νόμο είτε ως κακούργημα είτε ως πλημμέλημα είτε ως πταίσμα, δεν τιμωρείται από τον δικαστή ανηλίκων με ποινή στερητική της ελευθερίας διότι λείπει το καταλογιστό της πράξεως, ουσιαστικό στοιχείο του εγκλήματος, σύμφωνα με το άρθρο 14 Π.Κ (Έγκλημα είναι πράξη άδικη και καταλογιστή στο δράστη της, η οποία τιμωρείται από το νόμο). Κατά των ανηλίκων αυτών θα επιβληθούν μόνο θεραπευτικά ή αναμορφωτικά μέτρα εφόσον το δικαστήριο ήθελε κρίνει το μέτρο αυτό σκόπιμο. Δύναται ο δικαστής ανηλίκων να απόσχει της επιβολής παντός μέτρου αν κρίνει ότι ο πατέρας που ασκεί την πατρική εξουσία έλαβε ήδη κάθε κατάλληλο μέτρο προς διαπαιδαγώγηση και θεραπεία αυτού.
Ως προς το ποινικώς ανεύθυνο των εφήβων οι οποίοι άγουν από το 13ο έως το 17ο έτος συμπληρωμένο, οι έφηβοι είναι σχετικώς υπεύθυνοι. Εφόσον κρίνει το δικαστήριο ότι δεν είναι ανάγκη να επιβληθεί σε αυτούς ποινή σωφρονισμού εντός σωφρονιστικού καταστήματος για τα κακουργήματα ή πλημμελήματα που έχει διαπράξει, θεωρείται ανεύθυνος ποινικώς και υποβάλλεται σε θεραπευτικά ή αναμορφωτικά μέτρα. Εάν όμως κρίνει το δικαστήριο ότι είναι ανάγκη να επιβληθεί ποινικός σωφρονισμός, καταδικάζεται ο ανήλικος σε περιορισμό εντός του σωφρονιστικού καταστήματος και ειδικότερα τα σωφρονιστικά μέτρα επιβάλλονται για αξιόποινες πράξεις, όπως οι σωματικές βλάβες, εξυβρίσεις, φθορά ξένης περιουσίας, κλοπή χρήσεως μεταφορικών μέσων, οι οποίες πράξεις εκ του τόπου, του χρόνου και των εν γένει περιστάσεων μαρτυρούν ιδιάζουσα θρασύτητα και προκλητικότητα έναντι της κοινωνίας, ιδίως των ανηλίκων που συμπλήρωσαν το 15ο έτος της ηλικίας.
Ως προς το ποινικώς υπεύθυνο των εφήβων, εάν το δικαστήριο ανηλίκων κρίνει ότι για την αποτροπή νέων εγκλημάτων είναι ανάγκη όπως ο εγκληματήσας έφηβος καταδικαστεί σε ποινικό σωφρονισμό, καταδικάζει αυτόν σε σωφρονισμό εντός σωφρονιστικού καταστήματος. Ο περιορισμός αυτός επιβάλλεται για τη διαπαιδαγώγηση και βελτίωση του εφήβου υπό την προϋπόθεση ότι πρόκειται περί αδίκου και καταλογιστής εις αυτόν κακουργηματικής πράξεως. Εάν όμως το δικαστήριο κρίνει ότι δεν είναι αναγκαίος ο ποινικός σωφρονισμός, αλλά ότι δια την συγκράτηση από της τελέσεως άλλων εγκληματικών πράξεων αρκεί η επιβολή αναμορφωτικών ή θεραπευτικών μέτρων, τότε επιβάλει εις τον έφηβο τα προσήκοντα αναμορφωτικά ή θεραπευτικά μέτρα.
Ειδικότερα, ως προς τα πταίσματα των ανηλίκων, προκειμένου περί ανηλίκων οι οποίοι είναι ποινικώς ανεύθυνοι εφαρμόζονται αναμορφωτικά ή θεραπευτικά μέτρα.
Οι ποινικώς υπεύθυνοι έφηβοι οι οποίοι διαπράττουν πταίσματα, δεν τιμωρούνται με κράτηση ή πρόστιμο, αλλά επιβάλλονται αναμορφωτικά μέτρα.
Είναι ενδεχόμενο ο ανήλικος να διέπραξε την αξιόποινη πράξη, ενώ ακόμη δεν είχε συμπληρώσει το 17ο έτος της ηλικίας, να εισήχθη όμως σε δίκη μετά τη συμπλήρωση αυτού. Στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο πρέπει να προβλέψει την ποινή του περιορισμού εντός σωφρονιστικού καταστήματος. Εάν όμως κρίνει από την έρευνα της όλης προσωπικότητας του δράστη και των περιστάσεων κάτω από τις οποίες ετελέστη το έγκλημα ότι ο περιορισμός αποβαίνει άσκοπος και ο ανήλικος εμφανίζεται ανεπίδεκτος διαπαιδαγωγήσεως και βελτιώσεως, μπορεί αν καταγνώσει αντί της ποινής του περιορισμού εντός σωφρονιστικού καταστήματος, την στερητική της ελευθερίας ποινή, ελαττωμένη όμως και όχι με την ποινή που προβλέπεται για τους ενήλικους (άρθρ. 83 Π.Κ.).

Επιμέλεια: Μιχαήλ Χούμας, Συνταξιούχος Δικηγόρος

©2010 orthmad.gr | Web development by Integrated ITDC