Αρχική > News > Η Εκκλησία νίκησε, η Ορθοδοξία θριάμβευσε

Η Εκκλησία νίκησε, η Ορθοδοξία θριάμβευσε

Γιορτάζουμε σήμερα, η Ορθόδοξη Εκκλησία, την αναστήλωση των εικόνων μας και πανηγυρίζουμε την ανόρθωση του ανθρωπίνου προσώπου.
Θα μπορούσε κάποιος να απορήσει για τη σημερινή γιορτή, αν έχει παρατηρήσει ότι η Εκκλησία μας δεν θέσπισε συγκεκριμένη ιδεολογία, ούτε γιορτάζει αόριστες ιδέες. Η Πίστη μας είναι κήρυγμα γεγονότων και στην Εκκλησία γιορτάζουμε μόνο πρόσωπα και συμβάντα.
Εξαίρεση μοναδική είναι ή σημερινή ημέρα, κατά την οποία, αν στ' αλήθεια γιορτάζουμε την Ορθοδοξία και δεν τηρούμε απλώς οι κοσμικοί το Πρωτόκολλο και οι κληρικοί το Τυπικό, θα πρέπει, τουλάχιστον, να διερωτηθούμε: Τί είναι η Εκκλησία; Ποιά είναι αυτή η μεγάλη άγνωστη; Μη σας φανεί, παρακαλώ, βλάσφημο το ερώτημα. Κανένας δεν μπορεί να καυχηθεί ότι γνωρίζει το Μυστήριο της Εκκλησίας και -πολύ περισσότερο- κανένας δεν τολμά να σκεφτεί ότι μπορεί να παρεμβαίνει στην πορεία Της.
Υπάρχει και κάτι πιο περίεργο: Πουθενά στην Εκκλησιαστική Γραμματολογία δεν υπάρχει ένας ορισμός της Εκκλησίας. Ίσως, επειδή η Εκκλησία προϋπήρχε της ιστορίας και θα συνεχίσει να υπάρχει μετά το τέλος αυτού του κόσμου. Ίσως, επειδή και η εδώ πολιτεία Της δεν μπαίνει σε καλούπια, δεν έχει όρια. Ειπώθηκε ότι η Εκκλησία είναι η εντελέχεια της Ιστορίας, μα, πιστέψτε με, ελάχιστα μας ενδιαφέρει κάτι τέτοιο. Εμείς σαν ορισμό θα προτιμούσαμε να λέμε ότι η Εκκλησία είναι ο δρόμος των αμαρτωλών προς τη σωτηρία. Δεν ιδρύθηκε αλλά αποκαλύφθηκε στο ζεστό ακρογιάλι μιας μεγάλης λίμνης. Ήταν λόγος θεϊκός και μαζί ανθρώπινος, που καλούσε έναν κόσμο πεσμένο «να σηκωθεί», ένα κόσμο πεθαμένο «να αναστηθεί».

Ήταν «πρωτάκουστο σκάνδαλο», που καταργώντας κάθε μορφής θρησκειοποίηση έκανε τον Πέτρο τρομαγμένο να φωνάζει στο Θεό: «Δε θα μου πλύνεις τα πόδια ποτέ!» (Ιω. 13, 8).
Ήταν «πρωτόγνωρη ανοησία» η σύναξη των λαών γύρω από τον άδειο τάφο ενός Θεού, που ήρθε για να πεθάνει κρεμασμένος σαν κακούργος, επιμένοντας ότι ο θάνατος Του θα γίνει η ζωή μας.
Αυτή ήταν η μεγάλη και μοναδική αλήθεια της Εκκλησίας, που δεν είναι δογματική ιδεολογία. Αν και για την Εκκλησία «δόγμα» είναι κάθε βεβαιωμένη εμπειρία Της, που η επανεξέταση της δεν απαγορεύεται, αλλά είναι απλώς χάσιμο χρόνου.
Η μεγάλη και μοναδική αλήθεια της Εκκλησίας δεν είναι θεωρία, είναι πρόσωπο. Είναι το μοναδικό πρόσωπο στην Ιστορία που είπε με αυτοσυνειδησία «Εγώ είμαι η αλήθεια»! (Ιω. 14, 6).
Με αυτήν, λοιπόν, την αλήθεια της η Εκκλησία, πεπεισμένη από γεγονότα και πιστεύοντας στα θαύματα, βγήκε στα μαρμαρένια αλώνια των αξιών ενός «πνευματικού χρηματιστηρίου».
Είχε ήδη εγκαταλείψει την επαφή που είχαν «διά ακοής» με τον Θεό οι ποιμενικοί λαοί: «άκουε Ισραήλ», «τάδε λέγει Κύριος», «ακούσατε μου της φωνής». Ήταν ο Θεός, τον όποιο οι Προφήτες δεν έβλεπαν, μόνο τον άκουγαν.
Γρήγορα συνάντησε μπροστά Της τους σκοτεινούς θρησκευτικούς μυστικισμούς του Ορφέα. Τούς απέρριψε. Γι' αυτό και μέχρι σήμερα αντιστέκεται και δεν θέλει να γίνει θρησκεία, αλίμονο μας αν γίνει!
Δεν αναπαύθηκε ούτε και με τον αριστοτελικό θεό, που ήταν «νόησις νοήσεως». Είναι αυτός ο θεός που κράτησε σιδηροδέσμια τη θεολογική και επιστημονική σκέψη στην Ευρώπη μέχρι τους δύο Βάκωνες, Ρογήρο (13ος αι.) και Φραγκίσκο (16ος αι.). Είναι ο θεός που γίνεται έννοια, δηλαδή παύει να έχει ζωή, υποκαθίσταται ολοένα και περισσότερο επικίνδυνος. Ευτυχώς, το θάνατο αυτού του θεού εξήγγειλε έντρομος ο Νίτσε.

Όμως ο θείος Πλάτωνας, κάποιες αρχέτυπες εικόνες ενός «εντελώς άλλου» τις είχε ονομάσει «ιδέες», από το «ιδείν». Οι ιδέες του Πλάτωνα δεν είναι αφηρημένα σχήματα του νου, έχουν εποπτικό χαρακτήρα. Από τότε που η Διοτίμα(«Συμπ.» 211α) δίδασκε στο Σωκράτη «τη θέα του κάλους του απολύτου», ο σοφός μας πρόγονος θεωρούσε ότι οι φιλόσοφοι είναι «της αλήθειας οι φιλοθεάμονες». Επάνω σε αυτή την πλατωνική ενόραση ανταποκρίθηκε τέλεια ο λόγος του Ιησού Χριστού «ο εωρακός εμέ εώρακε τον πατέρα» (Ιω. 14, 9). Έτσι στο τραγικό αδιέξοδο του Πλάτωνα που διαπίστωνε ότι: «Θεός ανθρώποις ου μίγνυται», η Εκκλησία απάντησε: «ο Θεός εφανερώθει εν σαρκί» και σε λίγα χρόνια στην νήσο Πάτμο, η αποκαλυπτική φιλολογία: «…είδεν επί τη δεξιάν του καθημένου…»και «είδον ότε ήνοιξε την σφραγίδα…» και «σημείον μέγα ώφθη…». Αυτή την πρόταση ζωής της θέας του Θεού έφερε στον κόσμο η Εκκλησία και επιδιώκοντας μία παγκοσμιοποίηση της Civitatis Dei αφέθηκε να τη σφιχταγκαλιάσουν οξύνοες ισχυροί της γης. Σε ένα χιλιόχρονο περίπατο μαζί τους, φορώντας την πιο ακριβή της εποχής πορφύρα, γέννησε δόγματα ζωής, πολιτισμό και τέχνες, στην ανθρωπότητα δώρο.
Η ίδια δεν ξέρουμε αν ωφελήθηκε, όμως έκρινε για πάντα τις δυνατότητες επιβίωσης της ελληνικής φιλοσοφίας μέσα στα όρια του χριστιανικού κόσμου.
Δεν είναι τυχαία η λεπτομέρεια: την εικονομαχία τη διεξήγαγαν άνδρες Αυτοκράτορες προερχόμενοι από την Ανατολή. Την αποκατάσταση των εικόνων πραγματοποίησαν γυναίκες Αυτοκράτειρες, η μία από την Αθήνα και η άλλη από την Παφλαγονία.

Άραγε η εικονομαχία τελείωσε; Ο Παπαρηγόπουλος εκλαμβάνει του εικονοκλάστες ως προδρόμους των αρχών του ορθολογισμού και της Γαλλικής Επαναστάσεως. Ο Ζακυνθινός διαπιστώνει την πνευματική αφετηρία των αντιμαχομένων. Η Αναγεννησιακή ζωγραφική έκανε τις εικόνες πιο πιστές προς το πρωτότυπο, αλλά αυτό ήταν η αρχή της απιστίας στην Ευρώπη. Ο σύγχρονος άνθρωπος προσπάθησε να τις εξοστρακίσει.
Γι’ αυτό κατά την άποψη μας ο πλανήτης βιώνει την πιο δραματική εμπειρία μια αποπροσωποποιήσεως του ανθρώπου. Κι όταν το πρόσωπο αποψιλωθεί από τη θεολογική του ευθύνη, τότε σχετικοποιούνται τραγικά έννοιες και αξίες, καθώς χάνουν το αυθεντικό τους περιεχόμενο.
Τα παραδείγματα πολλά, από τα Μ.Μ.Ε όπου εθιζόμαστε καθημερινά στην κακοποίηση(στον εξευτελισμό) των ζωντανών, στη σκύλευση της μνήμης των νεκρών, στον υποκριτικό πουριτανισμό των ηθών, στην αποκλειστικά οικονομοτεχνική προώθηση τι πολιτισμού, που απαιτεί αδηφάγα τον εκφυλισμό των αρετών και-σε υψηλότερα διεθνή επίπεδα- οδηγεί μέχρι την παραγωγή προσφύγων, την αγοραπωλησία των λαών και το κλείσιμο του ισολογισμού των νεκρών στο τέλος των ακήρυχτων πολέμων. Η διέξοδος από τις διαπιστώσεις (για εμάς) είναι απλή και κατανοητή. Χρειάζεται αναπροσανατολισμός του πολιτισμού. Και αυτός γίνεται με στροφή σε ό,τι άλλοτε έκανε τον πολιτισμό σταθμό στην Παγκόσμια ιστορία.
Η Εκκλησία προτείνει τη θεολογία των εικόνων Της, με την οποία καταξιώνεται απόλυτα ο άνθρωπος με την αιώνια προοπτική του. Οι άγιοι, των οποίων το πρόσωπο ασπαζόμαστε, είναι οι μετανοημένοι αμαρτωλοί.
Πίσω από αυτή τη φράση κρύβεται το μεγαλείο του ανθρώπου, που αξίζει τη γαλήνη και τη σωτηρία, όποιος και είναι, ό,τι και αν έχει κάνει, όσο και αν αμαύρωσε την εικόνα του προσώπου του.
Για την Πίστη μας δεν υπάρχει τίποτα που να μη διορθώνεται κάτω από το πρίσμα της Αναστάσεως. Να ενθυμούμεθα πόσο σκληρές και απάνθρωπες είναι οι ανεικονικές θρησκείες.
Η Ορθόδοξη Θεολογία, διατηρώντας το πρόσωπο, ακόμα και σαν λείψανο , μας βεβαιώνει -πώς θέλουμε δε θέλουμε (είτε μας αρέσει είτε όχι)- θα αναστηθούμε μια μέρα.
Για αυτό μας προτρέπει να αποδεχόμαστε ο ένας τον άλλο κατ' αρχήν, μήπως και τον κατανοήσουμε, μέχρι τον συμπαθήσουμε, ώστε να φτάσουμε κάποτε και να τον αγαπήσουμε.
Ο Χριστός ήρθε για να σωθεί και το ανθρώπινο σώμα. Με την ανάσταση των νεκρών, είτε μας αρέσει είτε όχι (θέλουμε δε θέλουμε), θα επανενωθούν οι ψυχές με τα σώματα μας και έτσι θα πραγματοποιηθεί η μετάβαση από τη σχέση του θανάτου στη σχέση της ζωής.

Η βεβαιότητα αυτή δεν είναι αμάρτυρη. Είναι η εμπειρία της Εκκλησίας. Είναι η έκπληξη μας μπροστά στο Μυστήριο της Εκκλησίας, που 2000 χρόνια τώρα δεν σώζεται, σώζει. Δεν καθαρίζεται, καθαρίζει. Η Εκκλησία δεν φοβάται τη ζωή από τότε που ο Χριστός φώναξε: «Στον κόσμο θα συναντήσετε θλίψη• κουράγιο όμως, εγώ τον νίκησα τον κόσμο!» (Ιω. 16, 33). Η Εκκλησία δεν σαστίζει από τις αμαρτίες των πιστών Της, τις ξεπλένει όσες και να είναι: «κι αν είναι κόκκινες σαν το αίμα» λέει η Αγία Γραφή «θα τις κάμω λευκές σαν το χιόνι» (Ησ. 1,18). Η Εκκλησία δεν φοβάται ούτε το θάνατο, μετέβαλε το ανθρώπινο σώμα σε ναό, μετέτρεψε το θάνατο σε ύπνο και τα νεκροταφεία σε κοιμητήρια. Και ο παιάνας της Αναστάσεως διαπερνά τους αιώνες ευτελίζοντας όλες τις ανθρώπινες διακηρύξεις καθώς και το μηδενισμό της τέφρας.
2000 χρόνια, αγαπητοί μου, είναι χρόνια πολλά, πάρα πολλά, για να διατηρηθούν όλα αυτά, αν δεν είναι αληθινά! Και η Εκκλησία συνεχίζει τον ανηφορικό Της δρόμο φορτωμένη με τη σκουριά των φίλων Της και με τη λάσπη των εχθρών Της. Συνεχίζει «καταδικα-σμένη» καθώς είναι από τον Θεμελιωτή Της, να μην γνωρίσει θάνατο ποτέ! Να βλέπει κάτω από τα πόδια Της λαούς, φυλές και γλώσσες, πολιτισμούς ολάκερους να περνούν και να χάνονται πίσω Της στο γύρισμα των χρόνων. Όλα να αλλάζουν, μα η ίδια να προχωράει σε ένα φυσικό τέλος, για το οποίο πάλι μας βεβαιώνει ότι θα είναι Αρχή!
Σήμερα γιορτάζουμε την «Κυριακή της Ορθοδοξίας» για χιλιοστή εκατοστή εξηκοστή τέταρτη (1164) φορά. Μα, μου φαίνεται πώς δεν το είπα καλά. Μάλλον η Κυριακή της Ορθοδοξίας» είναι που γιορτάζει μαζί μας εφέτος. Άρχισε τότε, στις 11 Μαρτίου του 843, με επίσημη Λειτουργία στο Ναό της Αγίας Σοφίας του ένσαρκου Λόγου, παρουσία των αοιδίμων αυτοκρατόρων Μιχαήλ και Θεοδώρας. Και μέχρι σήμερα, εκείνος ο περίεργος αγώνας ανάμεσα σε εικονομάχους και εικονολάτρες μας υποδηλώνει μόνο ένα θαύμα: Ότι η Εκκλησία, τελικά, νίκησε!
Τότε συγκρούσθηκαν δύο τρόποι βιώσεως των οντολογικών θεμελίων του ανθρώπου, ο Ανατολικός και ο λαϊκός Ελληνικός. Στο τέλος, η Ορθοδοξία θριάμβευσε, δηλαδή ο εδραίος Ελληνισμός.

Πριν από 150 χρόνια στον τόπο μας κοιμήθηκε ο Κωνσταντίνος Οικονόμος ο εξ Οικονόμων. «Σύμβολο της γνήσιας ορθόδοξης λαϊκής εκκλησιαστικής συνείδησης της εποχής του». Κέρδισε, φαινομενικά όμως, πύρρεια νίκη.
Τον ίδιο αφυπνιστικό αγώνα της λαϊκής εκκλησιαστικής συνειδήσεως συνεχίζει και οφείλει να συνεχίσει, χωρίς περιθώρια επιλογής και με οποιοδήποτε προσωπικό κόστος, ο Σεπτός Προκαθήμενος της Εκκλησίας μας Αρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος, όσο και η περί αυτόν Ιερά Σύνοδος των Επισκόπων Της, περνώντας κάποτε ανάμεσα από Λαιστρυγόνες και Κύκλωπες.
Είναι τότε που ο λαός μας ακούει τις εντάσεις να κορυβαντιούν, επειδή και αυτές είναι ανεκτές από τη δημοκρατική δομή και λειτουργία της Εκκλησίας της Ελλάδος, προκειμένου να λυτρωθούμε σαν λαός από την πολωτική αγκύλωση «συντηρητικών» και «προοδευτικών», οραματιζόμενοι μια ομοείδεια του εκκλησιαστικού γεγονότος, μόνο και μόνο για να διασωθεί η πανανθρώπινη ελπίδα που τροφοδοτεί τη ζωή με χαρά, με νόημα και έμπνευση και πετυχαίνει τη νίκη καταπάνω στην πλήξη και στο θάνατο.
Σήμερα, ο λαός μας δείχνει πάλι να κουράστηκε από τη βαριά παρακαταθήκη, από την χρυσοσέλιδη ιστορία, από το αλληθώρισμα προς την εξουσία και την κοσμική περιπλοκή.
Ένα πράγμα μόνο δεν κουράστηκε ο λαός μας να κάνει: Να προσκυνάει και να σέβεται τον Χριστό, μόνο όταν Τον βλέπει Σταυρωμένο. Είναι καιρός να βγάλουμε τα βελούδα πάνω από τούς γυμνούς ώμους του Ναζωραίου. Βελούδα γλωσσικά, ιεροτελεστικά, κρατικά, εθνικά.
Βαρύς ο λόγος, αλλά συντέμνει ο χρόνος. Έχουμε ανάγκη από μια επανάσταση, μα δεν βρίσκονται επαναστάτες. Κι όμως, τη μόνη επανάσταση την έφερε ο Ιησούς. «Oὐκ ἦλθον βαλεῖν εἰρήνην, ἀλλὰ μάχαιραν». είπε (Ματθ. 10, 34). Είναι η επαναστατική μάχαιρα του πνεύματος, που εξακολουθεί σιωπηλά να ακυρώνει την τάξη αυτού του κόσμου.
Και το σκάφος της Εκκλησίας συνεχίζει την πορεία του ανάμεσα στους αιώνες, διασώζοντας ψυχές από τον Άδη και σώματα από τη φθορά.
Μόνο στα πλευρικά του πλοίου σκάζουν υπόκωφα τα κύματα, ενώ ο πλους συνεχίζεται και η σιωπή του Θεού συνεχίζεται επίσης, μέχρις ότου μας φέρει στον ίδιο λιμένα της Βασιλείας Του.


Ομιλία του Σεβασμιώτατου Μητροπολίτου Αλεξανδρουπόλεως κ. Άνθιμου στον Καθεδρικό Ι. Ναό Αθηνών, Κυριακή της Ορθοδοξίας - Περιοδικό Τόλμη Μάρτιος 2007.

©2010 orthmad.gr | Web development by Integrated ITDC