Αρχική > News > Η ιερολογία και η αμοιβαία συναίνεση ως στοιχεία της συστατικής πράξης του γάμου

Η ιερολογία και η αμοιβαία συναίνεση ως στοιχεία της συστατικής πράξης του γάμου

Η συστατική πράξη του γάμου περιλαμβάνει σύμφωνα με το δίκαιό μας αλλά και με τα δίκαια των πολιτισμένων κρατών δύο στοιχεία: την ιερολογία του γάμου και την αμοιβαία συναίνεση των νυμφευομένων.
Η Ορθόδοξη Ανατολική Εκκλησία στηριζόμενη στα κείμενα της Καινής Διαθήκης αλλά κυρίως όμως στους λόγους του Αποστόλου Παύλου ο οποίος έγραφε στην προς Εφεσίους επιστολή δια τον γάμο ότι «το μυστήριο τούτο μέγα εστίν, εγώ δε λέγω εις Χριστόν και εις Εκκλησίαν» θεωρεί τον γάμο ή μάλλον την ιερολογία αυτού ως μυστήριο. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με την διδασκαλία της Ορθόδοξης Εκκλησίας, η ιερολογία του γάμου αποτελεί ιερή πράξη που θεμελιώνεται με θείους νόμους. Δια μέσου αυτής, μεταδίδεται η Θεία Χάρις στους νυμφευόμενους κατά τρόπο θείο και απροσπέλαστο στις ανθρώπινες αισθήσεις, η οποία δικαιώνει και συγχρόνως αγιάζει τον άνθρωπο. Κατ’ αυτόν δε τον τρόπο, με την Θείαν Χάριν επέρχεται η ένωση των νυμφευομένων δια της εις γάμον κοινωνίας.

Η υπό της Εκκλησίας ιερολογία των τελουμένων γάμων μεταξύ των χριστιανών εισήχθη αρχικώς δια της νομοθετικής μεταρρυθμιστικής προσπάθειας των Ισαύρων και ειδικότερα διά της Εκλογής (των Νόμων) το 726 μ.χ. Διότι, παράλληλα προς τον γάμο, ο οποίος συνίστατο εγγράφως δια προικώων συμβολαίων, η εκλογή εισήγαγε τον από μακρού χρονικού διαστήματος εθιμικώς συναπτόμενον γάμον δια «ευλογίας εν εκκλησία» και προετοίμασε τοιουτοτρόπως το έδαφος για την έκδοση της Νεαράς 89 του Λέοντος ΣΤ΄ Σοφού το 893 μ.χ. θεσπίσασα ότι «τα συνοικέσια τη μαρτυρία της ιεράς ευλογίας ερρώσθαι κελεύομεν» με την οποία επιβλήθηκε οριστικώς αυτή ως υποχρεωτικός συστατικός τύπος του γάμου από την πολιτεία.

Η διάταξη αυτή επαναλήφθηκε αργότερα και από την Νεαρά 24 του Αυτοκράτορα Αλεξίου Α΄ Κομνηνού το 1084 μ.χ. Έτσι, έκτοτε ο γάμος περιβλήθηκε εκ νέου από την άποψη του τρόπου συστάσεώς του με την επίσημο πανηγυρική τυπικότητα. Προσέλαβε όμως παράλληλα και έντονο πνευματικό χαρακτήρα, τελούμενος υποχρεωτικός με την σύμπραξη και την ιερή ευλογία της Εκκλησίας, η οποία θεωρήθηκε απαραίτητη για την ένωση των νυμφευομένων.

Η Εκκλησία και η Πολιτεία υπέστησαν αμοιβαία αλληλεπίδραση, με αποτέλεσμα τη βαθμιαία δημιουργία κοινής πεποίθησης περί της μυστηριακής φύσης του γάμου.
Το κανονικό δίκαιο συμπληρώνει την περί γάμου θεωρία του δια της αποδοχής ότι ο γάμος είναι και σύμβαση μεταξύ των δύο συζύγων. Οι δύο αυτές πράξεις, δηλαδή το μυστήριο και η σύμβαση, θεωρούνται αδιαίρετες. Τον μυστηριακό χαρακτήρα της ιερολογίας δέχεται και η Δυτική Εκκλησία, η οποία οριστικά αναγνώρισε το γάμο ως μυστήριο δια της εν Τριδέντω συνόδου το 1562 μ.χ. και έτσι επιβλήθηκε η ιερολογία ως υποχρεωτικός συστατικός τύπος του γάμου.

Κατά την Ανατολική Ορθόδοξη Εκκλησία, λειτουργός του Μυστηρίου του γάμου είναι ο ιερέας ο οποίος τελεί τις ιερουργίες εις το όνομα της Αγίας Τριάδος. Κατά συνέπεια, η έγκυρη ιερολογία χωρίς ιερέα αποκλείεται και θρησκευτικός γάμος μη ιερολογηθείς θεωρείται ανυπόστατος (ανύπαρκτος, αυτοδικαίως άκυρος). Στοιχείο δε της συστατικής πράξης του γάμου αποτελεί και η συναίνεση των συνερχομένων ενώ ο πανηγυρικός τύπος, με τον οποίο είναι αναγκαίο να περιβάλλεται η προς γάμον αμοιβαία συναίνεση των μελλονύμφων για να επέλθει η τέλεση του γάμου, θεωρείται η ιερολογία αυτού από τον θρησκευτικό λειτουργό.

Η συστατική πράξη λοιπόν του γάμου περιλαμβάνει, όπως ελέχθη ανωτέρω, σύμφωνα με το δίκαιο, δύο στοιχεία: την αμοιβαία συναίνεση προς γάμο των νυμφευομένων και την πανηγυρική τελετή του γάμου, η οποία αποτελεί από άποψη δικαίου τον τύπο της συστατικής πράξης με τον οποίον εξωτερικεύεται επίσημα η συναίνεση δια τον γάμο και η οποία ταυτίζεται με την ιερολογία.

Η ιερολογία του γάμου όμως, πέραν του ως άνω χαρακτήρος της, ως δηλαδή του τύπου της συστατικής πράξης αυτού, διαδραματίζει σύμφωνα με την διδασκαλία της Ορθόδοξης Ανατολικής Εκκλησίας, σπουδαίο ουσιαστικό ρόλο ως το πνευματικό εκείνο στοιχείο, το οποίο προστιθέμενο στη συναίνεση προς γάμον, επιφέρει την ένωση των συζύγων δια της εις γάμου κοινωνίας, ολοκληρώνοντας το μυστήριο αυτού. Ο ουσιαστικός αυτός ρόλος, αν και είναι καθαρά θρησκευτικού χαρακτήρα, φυσικό είναι να επηρεάζει την ερμηνεία των σχετικών διατάξεων του δικαίου. Και τα δύο παραπάνω στοιχεία της συστατικής πράξης του γάμου συνδέονται οργανικά μεταξύ τους, διότι η ιερολογία από τον Θρησκευτικό λειτουργό προϋποθέτει ως στοιχείο αυτής την αμοιβαία συναίνεση προς γάμο.
Ανεξαρτήτως όμως αυτού, η αμοιβαία συναίνεση αποτελεί και αυτοτελές στοιχείο της συστατικής πράξης του γάμου και συνιστά την αστική ευθύνη, της οποίας το περιεχόμενο και ο τρόπος κατάρτισής της καθορίζονται και διέπονται από τον νόμο.

Συζήτηση έχει προκαλέσει ο νομικός χαρακτήρας της ιερολογίας, αν δηλαδή η ιερολογία συνιστά την ουσιαστική προϋπόθεση της ύπαρξης του θρησκευτικού γάμου ή συνιστά τον συστατικό τύπο για την ύπαρξη αυτού.
Το επιχείρημα με το οποίο προβλήθηκε υπέρ της άποψης ότι η ιερολογία συνιστά την ουσιαστική προϋπόθεση είναι ότι, εφόσον το πολιτικό δίκαιο αποδέχθηκε τον εκκλησιαστικό θεσμό της ιερολογίας του γάμου ως δικό του θεσμό, έχει υποχρέωση να αποδεχθεί και τον χαρακτηρισμό τον οποίο δίδει στην ιερολογία η Ορθόδοξη Ανατολική Εκκλησία η οποία θεωρεί την ιερολογία ως ουσιαστικό στοιχείο της ύπαρξης του μυστηρίου του γάμου.

Ως προς την άποψη ότι η ιερολογία δεν αποτελεί ουσιαστική προϋπόθεση αλλά τον συστατικό τύπο του γάμου, προβάλλεται το εξής επιχείρημα. Η περί γάμου σύμβαση αποτελεί πολιτικό θεσμό, του οποίου τόσο το περιεχόμενο όσο και ο τρόπος κατάρτισής του διέπονται από το πολιτικό δίκαιο. Η ιερολογία λοιπόν ως στοιχείο της συστατικής πράξης αποτελεί το τελετουργικό στοιχείο, με το οποίο εκδηλώνεται εξωτερικώς αλλά κυρίως επικυρώνεται επισήμως η αμοιβαία συναίνεση των νυμφευομένων για τον γάμο και ως εκ τούτου δεν δύναται να νοηθεί παρά ως τύπος της συστατικής πράξης αυτού.
Σήμερα, μετά την εισαγωγή του Ν.1250/82 που αντικατέστησε το παλαιό άρθρο 1367/ΑΚ κατά το οποίο «γάμος των ανηκόντων εις την Ανατολική Ορθόδοξο Εκκλησία δεν υφίσταται άνευ ιεροτελεστίας τελουμένης υπό ιερέως της Εκκλησίας ταύτης», με τη νέα ρύθμιση του ιδίου άρθρου (όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 τους ως άνω νόμου 1250/82) το οποίο αναφέρει «ο γάμος τελείται είτε με την σύγχρονη δήλωση των μελλονύμφων ότι συμφωνούν σ’ αυτό (πολιτικός γάμος) είτε με ιερολογία από ιερέα της ανατολικής ορθόδοξης εκκλησίας ή από λειτουργό άλλου δόγματος ή θρησκεύματος γνωστού στην Ελλάδα», η ιερολογία συνιστά τον συστατικό τύπο του θρησκευτικού γάμου, υψηλού βέβαια πνευματικού χαρακτήρα, η δε Ορθόδοξη Χριστιανική Εκκλησία τον ανάγει ως μυστήριο.
Ο νέος αυτός νόμος για την εισαγωγή του πολιτικού γάμου, δεν ρυθμίζει τον γάμον ως μυστήριο αλλά ως έννομη σχέση που στηρίζεται στη συμφωνία των μερών και παράγει έννομα αποτελέσματα (όπως δικαιώματα και υποχρεώσεις μεταξύ των συζύγων, μεταξύ αυτών και των παιδιών κλπ) και δεν είναι ανυπόστατος ο γάμος όταν τηρείται ο πολιτικός τύπος ο οποίος δεν προϋποθέτει ιερολογία. Ο νόμος όμως αυτός δεν μπορεί να θίξει τον μεταφυσικό και πνευματικό χαρακτήρα του γάμου, που για αυτόν τον χαρακτήρα τις αποκλειστικές αρμοδιότητες έχει μόνο η Εκκλησία.

Επιπροσθέτως, ως προς την συναίνεση, πρέπει να τονισθούν τα εξής: όπως κάθε σύμβαση, έτσι και προκειμένου περί της συμβάσεως του γάμου, απαραίτητο στοιχείο για την έγκυρη κατάρτισή της, αποτελεί η αμοιβαία συναίνεση των συνερχομένων εις γάμον. Η συναίνεση, όπως κάθε δήλωση βουλήσεως, πρέπει να είναι εκούσια, διαφορετικά είναι ανύπαρκτη και ως εκ τούτου άκυρη. Αυτό προϋποθέτει ικανότητα και ύπαρξη βούλησης εκ μέρους του συναινούντος, ώστε η βούληση να είναι πραγματική και όχι φαινομενική. Η βούληση δε αυτή να είναι απαλλαγμένη ελαττωμάτων και όχι να είναι προϊόν πλάνης, απάτης ή απειλής. Η δήλωση δε της συναίνεσης πρέπει να γίνεται αυτοπροσώπως (απαγορεύεται η τέλεση γάμου δια αντιπροσώπου), κατά κύριο δε λόγο η απαγόρευση ισχύει, όταν ο αντιπρόσωπος εμφανίζεται ενώπιον του ιερέως ψευδώς υπό το όνομα του προσώπου που αντιπροσωπεύει (κρυπτοαντιπρόσωπος).
Δυστυχώς, πρέπει να λεχθεί ότι σε ορισμένες περιπτώσεις υπάρχει σύναψη γάμου όχι με σκοπό τη συζυγική συμβίωση, αλλά για να αποκτήσει η σύζυγος το όνομα, τη σύνταξη και την ιθαγένεια του συζύγου (σύναψη του λεγόμενου «λευκού γάμου»).

Η αμοιβαία συναίνεση λοιπόν των συνερχομένων εις γάμον αποτελεί στοιχείο της ιερολογίας, η δε μεγάλη πλειοψηφία των ανθρώπων, οι πιστοί χριστιανοί οι οποίοι επιθυμούν να είναι σύμφωνοι με την θρησκευτική τους συνείδηση αλλά και τις γνήσιες λαϊκές παραδόσεις, επιλέγουν τον θρησκευτικό γάμο τηρώντας τους θείους και ιερούς κανόνες της Ορθόδοξης Ανατολικής Εκκλησίας, διότι με την ιερολογία μεταδίδεται στους μελλονύμφους η Θεία Χάρις, ώστε να υπάρχει πλήρης και αχώριστος βίος μεταξύ τους και ο γάμος να είναι ευλογημένος.
Ο του μυστικού και αχράντου γάμου δημιουργός είναι μόνον ο Θεός, ο πάσης φύσεως δημιουργός, ο Άγιος ο πλάσας εκ χοός τον άνθρωπο.

Μιχαήλ Χούμας
Συνταξιούχος Δικηγόρος

©2010 orthmad.gr | Web development by Integrated ITDC