Αρχική > News > Ομολογία πίστεως

Ομολογία πίστεως

Θεωρώ και το λέω στους φοιτητές μου, γιατί ίσως εκεί είναι ο χώρος που πρέπει κανείς ν' αρθρώσει αυτόν τον λόγο, ότι ντρεπόμαστε οι μορφωμένοι, οι Πανεπιστημιακοί, οι πνευματικοί άνδρες και γυναίκες, να ομολογήσουμε την Πίστη μας, ενώ ομολογούμε τις ποδοσφαιρικές ομάδες στις οποίες ανήκουμε, τα πολιτικά κόμματα στα οποία ανήκουμε, τις εταιρείες, τις πόλεις καταγωγής μας. Ομολογούμε τα πάντα εκτός από τη μία και κύρια ομολογία που είναι Ομολογία Πίστεως. Και θέλησα όχι απλώς να λέω λόγια, άλλα με το παράδειγμα μου σε βήματα δημόσια, από την Τηλεόραση μέχρι το επίσημο βήμα της Πρυτανείας, να διακηρύξω αυτό που προσωπικά αισθάνομαι. Την Πίστη μου, την Πίστη μου στο Θεό και την εκτίμηση μου στο έργο της Εκκλησίας, την Πίστη μου σε ό ,τι δίνει μέσα από την διδασκαλία του Χριστού η Εκκλησία μας. Και θα ήθελα αυτή την στιγμή, που είναι ένας απολογισμός ευθύνης και ζωής, να πω ότι όσο περισσότερο προκόπτω -ας χρησιμοποιήσω αυτόν τον όρο τον ευαγγελικό- εν ηλικία, εν σοφία γνώσεων, εν παιδεία, εν αυτογνωσία, τόσο περισσότερο συνειδητοποιώ την αδυναμία μου, την άγνοια μου, το πεπερασμένο. Και το μόνο που αναγνωρίζω είναι αυτή η σχέση μου με το Θεό, τον Τριαδικό Θεό μας, μέσα από το πνεύμα αυτό που κατ' εξοχήν προέβαλε ο Απόστολος Παύλος, μέσα από το πνεύμα που μας ενώνει με το Θεό, και μας κάνει να αισθανόμαστε όλοι μικροί Θεοί. Γιατί αυτό μοιραζόμαστε και αυτό είναι που μας διακρίνει με όλη την δύναμη, την πολυπλοκότητα, όλη αυτή την συνείδηση. Είναι αυτό που μας έχει χαρίσει Αυτός που μπορεί να δώσει το πνεύμα και που είναι κατ' εξοχήν πνεύμα. Πνεύμα ο Θεός.
Κι έτσι μέσα από αυτήν την πεποίθηση και πείρα ζωής έρχομαι ν' αναγνωρίσω για τον εαυτό μου και να επιζητήσω αυτό που νομίζω ότι κυρίως πρέπει να επιζητεί ο άνθρωπος και που λέω και στους φοιτητές μου: Αίσθηση ορίων. Που φτάνει ο άνθρωπος, που μπορεί να φτάσει; Γιατί καμιά φορά μάς καταλαμβάνει η αλαζονεία, η υπεροψία, θεωρούμε ότι τα ξέρουμε όλα, θεωρούμε ότι είμαστε σπουδαίοι, μεγάλοι, και όσο προχωρεί κανείς εις βάθος καταλαβαίνει ότι ξέρει πολύ λίγα πράγματα, ελάχιστα και αμφισβητούμενα και στο χώρο της επιστήμης, και στη ζωή και σε ολόκληρο τον χώρο της ύπαρξης.
Ομολογία Πίστεως, λοιπόν, μέσα από τα κείμενα μου, μέσα από την όλη μου παρουσία ως, ξαναλέω, κάτι που βγαίνει από μέσα μου. Όχι ως επίδειξη ούτε ως υπόδειγμα σκεπτόμενου ανδρός. Ως απλή έκφραση αυτού που εγώ βιώνω. Και τα βιώματα μου ξεκίνησαν πολύ νωρίς τότε που οι μαθητές του Γυμνασίου -του τότε- είχαμε την ευκαιρία -και αυτό συνέβαινε με τους περισσότερους- να φοιτήσουμε στα Κατηχητικά Σχολεία. Θέλω εδώ να ομολογήσω ότι η σχέση μου με την Εκκλησία, η στενότερη πέρα από την οικογένεια, πέρα από το περιβάλλον, ξεκινά μέσα από τον χώρο των Κατηχητικών Σχολείων.
Φοιτούσα στο 9ο Γυμνάσιο, το Κατηχητικό το αντίστοιχο ήταν στον Άγιο Κωνσταντίνο, κατηχητής ο Αναστάσιος Γιαννουλάτος. Ακόμη δεν είχε Ιερωθεί, ένα νέο παιδί τότε, που έλαμπε και που είχε ένα πειστικό δυνατό λόγο που μας συνέπαιρνε, και μας έφερνε κοντά. Το ίδιο και άλλοι μεγάλοι. Έκτοτε συνδέθηκα με τον Αναστάσιο και ξαναβρεθήκαμε στην Αλβανία. Εκείνος βεβαίως να ποιμαίνει αυτό το δυσήνιο ποίμνιο κι εγώ να προσπαθώ μέσα από την Φιλεκπαιδευτική Εταιρεία να δημιουργήσω μία γέφυρα Παιδείας, να ιδρύσουμε; Αρσάκειο Τιράνων. Ένα Αρσάκειο, του οποίου η λειτουργία ευοδώθηκε, με πολλές δυσκολίες και ο Αναστάσιος με βοήθησε στο να ξεπεραστούν και με ενθάρρυνε στις δύσκολες στιγμές.
Λέω ότι οφείλουμε οι πνευματικοί άνθρωποι να σταθούμε κοντά στην Εκκλησία και να πάρουμε θέση. Να πάρουμε θέση σ' αυτούς που λιθοβολούν την Εκκλησία και τα πρόσωπα ως δήθεν συντηρητικούς. Και βγαίνω και διδάσκω: Που είναι αυτός ο συντηρητισμός; Είναι στη γλώσσα; Μα ο Τριανταφυλλίδης είναι που μιλά για γλωσσικό δημοτικισμό, κι εγώ μιλάω για εκκλησιαστικό δημοτικισμό. Οι ιερωμένοι ήταν αυτοί που μπήκαν μπροστά στον φωτισμό του Γένους, στο Νεοελληνικό Διαφωτισμό. Μπορεί να είναι ο Κοραής από τη μια, αλλά την κύρια δουλειά, τα κείμενα, τον φωτισμό, τον έκαναν ιερωμένοι από Επίσκοποι μέχρι απλοί μοναχοί. Άνθιμος Γαζής, Νεόφυτος Δούκας, Ευγένιος Βούλγαρης, Κωνσταντίνος Οικονόμος ο εξ Οικονόμων. Ότι πάρετε από τα βιβλία αυτά και τις εκδόσεις και τη διδασκαλία προέρχεται από το χώρο του κλήρου. Φωτισμένοι ιερείς, φωτισμένοι άνθρωποι, οι ι μπήκαν μπροστά και οι οποίοι συνδύασαν και το λέω πάντοτε τα Κλασικά Γράμματα- εξέδιδαν συγγραφείς, ο Άνθιμος ο Γαζής κείμενα εξέδιδε, ο Ευγένιος Βούλγαρης κείμενα εξέδιδε, ο Κωνσταντίνος Οικονόμος ο εξ Οικονόμων κείμενα εξέδιδε, και μέσα απ' αυτά ξεσήκωσαν πνευματικά το Γένος να πάρει τα όπλα. Που είναι, λοιπόν, ο συντηρητισμός, που είναι ή αντίθεση με τον Ελληνισμό;
Αντίθετα διδάσκω δημόσια ότι αυτό που λέμε Ελληνορθόδοξη Παράδοση ιστορικά ξεκινάει με τους Πατέρες της Εκκλησίας, που σπουδάζουν στην Αθήνα και που συμφιλιώνουν τον Ελληνισμό, τα Ελληνικά Γράμματα, την Ελληνική Παιδεία με του Χριστιανισμό. Αλλά θ' αποτελούσε ένα απλό ιστορικό δεδομένο αν είχε μείνει στον Βασίλειο το Μέγα, στον Γρηγόριο το Θεολόγο και από την άλλη πλευρά στον Ιωάννη τον Χρυσόστομο. Δεν έμεινε εκεί. Προχώρησε μέσα από το Βυζάντιο, και προχώρησε και έφτασε στα χρόνια της Τουρκοκρατίας μ' αυτούς τους μεγάλους, τα μεγάλα μυαλά, τα οποία έδειξαν ότι τα Κλασικά Γράμματα, η Ελληνική Παιδεία, δεν είναι αντίθετα προς την Χριστιανική διδασκαλία και μέσα από τα Κλασικά Γράμματα ξεσήκωσαν του Γένος. Αποτελεί, λοιπόν, ένα ιστορικό γεγονός, γι' αυτό και επαναστατώ ως σκεπτόμενος άνθρωπος όταν ακούω ν’ αντιμετωπίζεται η Εκκλησία και η Ορθοδοξία σαν να ήταν μία μορφή θρησκεύματος σε άλλες χώρες όπου εκεί πράγματι μπορεί ο Χριστιανισμός, η πίστη, να μην έχει σχέση με την ιστορία του τύπου, με την παιδεία του, με τα γράμματα του. Εδώ αποτελεί απλή ιστορική διαπίστωση, απλό ιστορικό γεγονός. Δεν είναι σύνθημα η έννοια του ελληνορθόδοξου, του ελληνοχριστιανικού, είναι ιστορική πραγματικότητα.
Και λέω, λοιπόν, ότι θα έπρεπε όλοι όσοι έχουμε μία πίστη βαθύτερη να ομολογούμε αυτή την πίστη και να βγαίνουμε μπροστά μαχητικά, αγωνιστικά, και όχι να καθόμαστε σε μιαν άκρη και ν' απολογούμεθα σε απαίδευτους ή συνθηματολόγους, οι οποίοι θέλουν να μάς πείσουν ότι αυτά είναι ξεχωριστά, ότι ο πνευματικός και προοδευτικός άνθρωπος δεν έχει σχέση με τη θρησκεία, δηλαδή με ότι αντίθετο πραγματικά συμβαίνει. Αυτό θέλει μια τόλμη, όχι πολύ μεγάλη, και κυρίως θέλει πίστη στην αλήθεια και στην πραγματικότητα. Και θα ήθελα να ενισχύσω αυτά με μία σειρά παραδειγμάτων. Τί να θυμηθώ; Το Κρυφό Σχολειό; Να θυμίσω ότι στην πραγματικότητα ο Ελληνισμός στο εξωτερικό περνά μέσα από την Εκκλησία και την διδασκαλία της γλώσσας; Θα μπορούσα να μιλάω επί ώρες. Αλ' αυτά τα πράγματα δεν βγαίνουν πάντοτε, όχι από την Εκκλησία που τα διδάσκει, αλλά από μάς τους κοσμικούς, οι οποίοι απ’ αυτή την άποψη ίσως έχουμε ένα πιο πειστικό λόγο, όταν εμείς τα ομολογούμε, όταν εμείς τα προβάλλουμε, όταν εμείς τα αναγνωρίζουμε. Και καμιά φορά είναι ακόμα πιο πειστικός ο λόγος όταν δεν προέρχεται από Θεολόγους. έστω κι αν ακούγεται αυτό λίγο οξύμωρο, όταν προέρχεται από ανθρώπους που ανήκουν επιστημονικά σε διαφόρους άλλους χώρους.
Και λέω και γράφω και το λέω και σ' αυτό το βήμα ότι η Παιδεία μας έχει μία έλλειψη τεράστια που την σφραγίζει: Ότι περνάει από τα Κλασικά στα Νέα Ελληνικά ξεχνώντας στην πραγματικότητα το Βυζάντιο, τα κείμενα, το Ευαγγέλιο, τα κείμενα των Πατέρων, τα κείμενα της Ορθοδοξίας, των μεγάλων, από τα οποία θα είχαμε να πάρουμε χίλια πράγματα. Και με τα οποία το παιδί θα συνειδητοποιούσε με τον καλύτερο τρόπο την συνέχεια. Γιατί όταν αφήνεις το Βυζάντιο αφήνεις δώδεκα αιώνες Ελληνισμού έξω. Που σημαίνει ένα μεγάλο κομμάτι του πολιτισμού μας, ένα μεγάλο κομμάτι της ιστορίας μας, της γλώσσας μας.
Και κάποτε διδάσκονταν τα κείμενα των Πατέρων και «προοδευτικοί» άνθρωποι ή δεν ξέρω πώς σκεπτόμενοι τα έβγαλαν από τα σχολεία. Όπως πουθενά δεν ακούγεται ή γλώσσα του Ευαγγελίου καθ' έαυτήν ως κειμένου. Όπως δεν διδάσκεται η εκκλησιαστική ποίηση, δηλαδή ή υμνολογία που είναι μία πραγματική ποίηση, μεγάλη ποίηση, ο Ρωμανός είναι μέγας ποιητής, και αρκούμεθα στο να δίνουμε πράγματα που μεταξύ τους είναι αγεφύρωτα. Και αυτό, βάζω και τον εαυτό μου μέσα, οφείλεται στο ότι δεν ξεσηκωνόμαστε. δεν αρθρώνουμε λόγο, δεν επιχειρηματολογούμε, φοβόμαστε. καθόμαστε στην άκρη. Αντί να βγαίνουμε μπροστά και να τα στηρίζουμε αυτά τα πράγματα. Όταν είχα την ευθύνη του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου. είχαν φύγει τότε τα Αρχαία από τα σχολεία• φέραμε, λοιπόν, τότε μία νέα σειρά βιβλίων για τις τρεις τάξεις του Γυμνασίου. Τί κάναμε; Δίναμε αυτό που λέει ο Σεφέρης τα παλαιότερα Ελληνικά μας, δίναμε τη λόγια παράδοση, βυζαντινά κείμενα, εκκλησιαστικά κείμενα. Πατέρες και αρχαία κείμενα. Διαλεγμένα όλα έτσι που να διαβάζονται, να κατανοούνται. Φεύγαμε από τον πολύ φορμαλισμό με τις χίλιες εξαιρέσεις και μέναμε στις βασικές δομές της γλώσσας. Είναι κρίμα που αργότερα αυτά άρχισαν κι έφευγαν από την εκπαίδευση, γιατί πρώτον δεν μπορούσαν εύκολα να τα διδάξουν οι εκπαιδευτικοί και δεύτερον διότι δεν πίστευε ή ηγεσία ή πολιτική και ή εκπαιδευτική, ότι πρέπει να υπάρχει αύτη ή άμεση επαφή του μαθητή με τα παλιότερα Ελληνικά μας. Κι έτσι ξαναπεράσαμε μόνο στα Αρχαία και ξαναγίνηκε αυτό το χάσμα ανάμεσα στον αρχαίο λόγο και τον νεοελληνικό λόγο σαν να μην υπάρχει συνέχεια που είναι το ιστορικό πλεονέκτημα και προνόμιο αυτού του λαού, αυτής της χώρας.
Κάποτε έγραφα για τα Θρησκευτικά στο σχολείο και είχα μία διαμάχη με τους συνταγματολόγους. Ότι όταν διδάσκουμε Θρησκευτικά κάνουμε κατήχηση, καταργούμε την ελευθερία του άλλου και λοιπά. Σ' ένα λαό σε μια χώρα όπου έχουμε, εννοώ τους πολίτες. Ορθόδοξους. κάνουμε προσηλυτισμό διδάσκοντας την Πίστη μας! Έχουμε οδηγηθεί σε παρανοϊκές καταστάσεις, τις όποιες, όμως, έχουμε μάθει και τις ανεχόμαστε και από παρανοϊκές καταστάσεις αποκτούν σιγά-σιγά λογική, πειθώ, και κάπου βρισκόμαστε ν’ απολογούμεθα κιόλας. Θεωρώ ότι οι πνευματικοί άνθρωποι έχουν χρέος να υποστηρίξουν θέσεις . Ναι διδάσκω τα Θρησκευτικά, ελάτε να συζητήσουμε με ποιο τρόπο μπορώ να τα διδάξω ώστε να έχουν άμεση απήχηση, ώστε να προσφέρουν στο παιδί.
Μα τι είναι τα Θρησκευτικά, γνώσεις, πληροφορίες είναι; Αν είναι πληροφορίες μπορεί να τις πάρει από οπουδήποτε. Με ενδιαφέρει να δω τί είναι ο Ινδουισμός; Να μάθω και τί είναι ο Ινδουισμός, δεν θα μού κάνει κακό, αλλά άλλη είναι ή πίστη μου. Έχω άλλα θέματα, προβλήματα. Έχω τον λόγο του Αποστόλου Παύλου που μεταφρασμένος ή στο πρωτότυπο με ανεβάζει, με κάνει όν που σκέπτεται, που προβληματίζεται, γιατί αυτός ο λόγος δεν ξεπερνιέται με τίποτε. Αυτά όλα, λοιπόν, τα ξεχνάμε και εύκολα επιχειρηματολογούμε ότι γίνεται προσηλυτισμός μέσω Θρησκευτικών. Κι εγώ νομίζω ότι δεν είναι η Εκκλησία αυτή η οποία πρέπει να διαμαρτύρεται. Είμαστε εμείς που αποτελούμε, συναποτελούμε την Εκκλησία. Όταν λέω Εκκλησία εννοώ τον κλήρο. Εμείς οι λαϊκοί είναι που πρέπει να υψώσουμε τη φωνή μας και να διαμαρτυρηθούμε…

Γεώργιος Μπαμπινιώτης, 7/6/2006, Αίθουσα Μεγάλου Συνοδικού της Εκκλησίας της Ελλάδος.

©2010 orthmad.gr | Web development by Integrated ITDC