Αρχική > News > Ο Άγιος Νικόλαος, ο Πλανάς (1851-1932)

Ο Άγιος Νικόλαος, ο Πλανάς (1851-1932)

Ο απλοϊκός, ταπεινός και ασκητικός άγιος ιερέας της Αθήνας που γιορτάζουμε τη μνήμη του στις 2 Μαρτίου προσελκύει κοντά του πλήθη προσκυνητών που επισκέπτονται κάθε χρόνο τον Ιερό Ναό Αγίου Ιωάννη του Κυνηγού στη Βουλιαγμένη. Υπομονετικός και ανεκτικός αντιμετώπιζε κάθε πρόβλημα μέσα στην Εκκλησία με αγάπη, ταπείνωση και σιωπή, ενώ με τη δύναμη της προσευχής του πολλοί ήταν εκείνοι που θεραπεύτηκαν από ψυχικές και σωματικές ασθένειες. Παρ' όλο που ήταν ολιγογράμματος, κατέστη πόλος έλξης για εκατοντάδες πιστούς και πνευματικούς ανθρώπους της εποχής του…

Στην υλιστική και τεχνοκρατική κοινωνία του 20ου αιώνα έζησαν με τη Χάρη του Θεού και διακρίθηκαν για τις πνευματικές τους αρετές αγιασμένες μορφές, που αποτελούν τούς φωτεινούς σηματοδότες για κάθε άνθρωπο που αναζητά να ανακαλύψει την αγιότητα και την αρετή.
Μια τέτοια μορφή έζησε και στην περιώνυμη πόλη των Αθηνών με την ανεκτίμητη πολιτιστική της κληρονομιά και την ένδοξη εκκλησιαστική της ιστορία, που δεν εξαντλείται τους πρώτους χριστιανικούς αιώνες με την παρουσία επιφανών Ιεραρχών, όπως οι άγιοι Ιερόθεος και Διονύσιος ο Αρεοπαγίτης, και σοφών απολογητών, όπως ο άγιος Αριστείδης ο φιλόσοφος, ή και με τη δράση γενναίων αγωνιστών της πίστεως κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας, όπως η αγία Φιλοθέη και ο άγιος Μιχαήλ ο Πακνανάς.

Στα τέλη του 19ου και στις αρχές του 20ου αιώνα και για 50 περίπου χρόνια (1884-1932) έζησε και έλαμψε στο «κλεινόν άστυ» των Αθηνών με τον πλούτο της ευσέβειας και την αδιάκοπη λειτουργική του διακονία ένας ολιγογράμματος αλλά απλοϊκός και ταπεινός ιερέας, ο παπά-Νικόλας ο Πλάνας, που η ζωή του είχε ως κέντρο τη θεία λατρεία και την προσευχή, και η αγιαστική και θαυματουργική του χάρη γίνονταν αντιληπτή από τους ίδιους τους εκκλησιαζομένους. Ο σύγχρονος αυτός άγιος της Ορθόδοξης Εκκλησίας μας γεννήθηκε το 1851 στο μεγαλύτερο νησί των Κυκλάδων, τη Νάξο. Οι γονείς του, ο Ιωάννης Πλανάς και η Αυγουστίνα Μελισσουργού, ήταν εύποροι και διέθεταν εκτός από την κτηματική τους περιουσία και ένα εμπορικό καΐκι, που εκτελούσε δρομολόγια από τη Νάξο στη Σμύρνη, την Κωνσταντινούπολη και την Αλεξάνδρεια.
Διέθεταν επίσης ένα εκκλησάκι επ' ονόματι του προστάτη των ναυτικών, του αγίου Νικολάου, μέσα στο οποίο ο μικρός Νικόλας έψαλλε και προσεύχονταν ντυμένος με ένα σεντόνι, σαν ιερέας. Τα πρώτα γράμματα τα έμαθε από τον παππού του, τον ιερέα Γεώργιο, και από την παιδική του ηλικία διακρίνονταν για την αγάπη του στην Εκκλησία, την κλίση του στην ιεροσύνη και τη φιλευσπλαχνία του.
Σε ηλικία 17 ετών έμεινε ορφανός από τον πατέρα του, ο οποίος δεν άντεξε την καταστροφή του εμπορικού του καϊκιού στα στενά της Κωνσταντινουπόλεως λόγω σφοδρής θαλασσοταραχής. Μετά το θάνατο του πατέρα του και λόγω προβλημάτων επιβίωσης, μετακόμισε η μητέρα του με τα δύο της παιδιά στην Αθήνα, η οποία την εποχή εκείνη βρισκόταν σε μεγάλη ηθική κρίση λόγω της εισβολής της ευρωπαϊκής κουλτούρας.
Ο Νικόλας αναζήτησε πνευματικούς ανθρώπους και συχνά πήγαινε σε ναούς και μοναστήρια για να ψάλει στις ιερές ακολουθίες και να διακονήσει μέσα στο άγιο Βήμα. Η μεγάλη επιθυμία του ήταν να γίνει ιερέας, ο πόθος όμως της μητέρας του ήταν πρώτα να παντρευτεί και ύστερα να χειροτονηθεί.
Έτσι την Κυριακή των Μυροφόρων του έτους 1879 και στον Ιερό Ναό της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος στην Πλάκα παντρεύτηκε την Ελένη Προβελέγγιου από τα Κύθηρα. Στον ίδιο ναό και στις 28 Ιουλίου του ίδιου έτους χειροτονήθηκε διάκονος. Μετά το γάμο του, απέκτησε ένα γιό, τον Ιωάννη, αλλά κατά τον τοκετό η σύζυγος του απεβίωσε.
Τότε ο διάκονος αποφάσισε να αφιερωθεί στην Εκκλησία ως μοναχός. Γι' αυτό παρέδωσε το παιδί του στη μητέρα του και την αδελφή του και έγινε μεγαλόσχημος μοναχός. Ευσεβής, φιλάγιος και φιλεύσπλαχνος όπως ήταν, επισκεπτόταν όλα τα βυζαντινά εκκλησάκια της Αθήνας, όπου έβρισκε την ψυχική γαλήνη και την πνευματική ανάταση, ενώ βοηθούσε τους φτωχούς και τους δυστυχισμένους στις φτωχογειτονιές.
Στις 2 Μαρτίου 1884 χειροτονήθηκε πρεσβύτερος στο ταπεινό εκκλησάκι του Προφήτου Ελισσαίου, στο οποίο έψαλλε κάθε Κυριακή ο αείμνηστος Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης. Μετά τη χειροτονία του, μοίρασε την πατρική περιουσία με την αδελφή του και το μερίδιο του το έδωσε στους φτωχούς. Αρχικά τοποθετήθηκε εφημέριος στον Άγιο Παντελεήμονα Ιλισσού και στη συνέχεια στον Άγιο Ιωάννη τον Κυνηγό, που βρίσκεται επί της οδού Βουλιαγμένης. Ο ευσεβής, ενάρετος και σεμνός παπά-Νικόλας ο Πλάνας διακρίθηκε για την καλοσύνη, την αφιλοχρηματία, τη φιλευσπλαχνία και τον ένθερμο ζήλο για τη θεία λατρεία. Αγαπούσε ιδιαίτερα τις αγρυπνίες και για 50 χρόνια λειτουργούσε καθημερινά από τα χαράματα μέχρι το μεσημέρι.
Κατά τη διάρκεια των λειτουργιών που τελούσε ο απλοϊκός, ταπεινός και ασκητικός αυτός ιερέας της Αθήνας, πολλά και θαυμαστά είναι αυτά που γίνονταν αντιληπτά από τους πιστούς. Πλημμυρισμένος από τη θεία Χάρη και το ουράνιο φως επικοινωνούσε με τους αγίους και τους αγγέλους και απεκάλυπτε στους πιστούς το θαυματουργικό του χάρισμα.
Στη θεία Λειτουργία μνημόνευε όλους ανεξαιρέτως τους αγίους, αλλά και τα χιλιάδες ονόματα «ζώντων και τεθνεώτων», τα oποία τύλιγε σε δύο μεγάλα μαντήλια και τα κουβαλούσε πάντα μαζί του.
Υπομονετικός και ανεκτικός αντιμετώπιζε κάθε πρόβλημα μέσα στην Εκκλησία με αγάπη, ταπείνωση και σιωπή, ενώ με τη δύναμη της προσευχής του πολλοί ήταν εκείνοι που θεραπεύτηκαν από ψυχικές και σωματικές ασθένειες. Παρ' όλο που ήταν ολιγογράμματος, κατέστη πόλος έλξης για εκατοντάδες πιστούς και πνευματικούς ανθρώπους της εποχής του.
Ανάμεσα σ' αυτούς ήταν ο αείμνηστος Γέροντας Φιλόθεος Ζερβάκος, αλλά και οι κορυφαίοι Σκιαθίτες λογοτέχνες Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης και Αλέξανδρος Μωραϊτίδης, οι οποίοι έψαλλαν στις κατανυκτικότατες αγρυπνίες που τελούσε ο παπα-Νικόλας στο ιστορικό εκκλησάκι του Προφήτου Ελισσαίου.
Στις 2 Μαρτίου του 1932 ο παπά-Νικόλας, κουρασμένος σωματικά από τον αγώνα της ζωής και την άσκηση, παρέδωσε το πνεύμα του και αναχώρησε για το αιώνιο ταξίδι.
Το θλιβερό γεγονός της κοιμήσεως του ταπεινού και απλοϊκού ιερέα, κατά την ημέρα μάλιστα της εις πρεσβύτερον χειροτονίας του, διαδόθηκε ταχύτατα σε όλη την Αθήνα και χιλιάδες πιστοί προσήλθαν στον Άγιο Ιωάννη για να προσκυνήσουν τη σεπτή σορό του ευσεβούς, ενάρετου και φιλεύσπλαχνου αγίου ιερέα.

Ενταφιάστηκε στον περίβολο του ιερού Ναού και τα ιερά λείψανα του, μετά την ανακομιδή τους στις 7 Ιανουαρίου του 1992, τοποθετήθηκαν σε ασημένια λάρνακα μέσα στο νέο μεγαλοπρεπή ιερό Ναό του Αγίου Ιωάννου της οδού Βουλιαγμένης, αποτελούν δε στήριγμα, ελπίδα και παρηγοριά για κάθε πιστό, που προσέρχεται με πίστη και ευλάβεια.

Το 1992 και κατόπιν εισηγήσεως του πρώην Μητροπολίτου Πατρών κ. Νικόδημου, ο οποίος συνέθεσε και την ασματική ακολουθία προς τιμή του Αγίου, αναγνωρίστηκε από το Οικουμενικό Πατριαρχείο η αγιότητα του και κατετάχθη επισήμως στο αγιολόγιο της Ορθόδοξης Εκκλησίας.
Η μνήμη του τιμάται στις 2 Μαρτίου, την ημέρα δηλαδή της οσιακής κοιμήσεως του, ή την πλησιέστερη Κυριακή, εάν η μνήμη του πέσει μέσα στη Μ. Τεσσαρακοστή.

Άγιος Νικόλαος ο Πλανάς: ο απλοϊκός, ταπεινός, ασκητικός και φιλεύσπλαχνος άγιος ιερέας της Αθήνας, που θα διδάσκει τον άνθρωπο του 21ου αιώνα με τη γνησιότητα και το ανεπιτήδευτο του χαρακτήρα του και με την απέραντη αγάπη και καλοσύνη του, και θα παραδειγματίζει κάθε ορθόδοξο κληρικό με την αφιλαργυρία και τη φιλευσπλαχνία του και με την καθημερινή και σεμνή διακονία του στο άγιο θυσιαστήριο.

Του Αριστείδη Γ. Θεοδωρόπουλου, Εκπαιδευτικού
(περιοδικό Τόλμη, Μάρτιος 2007)

Περισσότερα περιστατικά από τη ζωή του Αγίου

©2010 orthmad.gr | Web development by Integrated ITDC