Αρχική > News > Το μάθημα των θρησκευτικών στις ευρωπαϊκές χώρες

Το μάθημα των θρησκευτικών στις ευρωπαϊκές χώρες

ΜΕΡΟΣ Β΄
άρθρο από την περιοδική έκδοση του 3ου Γενικού Λυκείου Αιγάλεω,
τεύχος 15, 2009-2010

Το μάθημα των θρησκευτικών είναι η πύλη του ανθρωπισμού στο σχολείο. Η άποψη, ότι το περιεχόμενο της ζωής και της παιδείας εξαντλείται στη διαχείριση πληροφοριών και στην εξάσκηση στη χρήση ορθολογικών σχημάτων, είναι όχι μόνο αντιεπιστημονική, αλλά και εντελώς ασύμβατη με τη σύγχρονη επιστήμη.
Κατά τη ρήση του Λ. Βιτγκενστάιν: «Το νόημα του κόσμου πρέπει να βρίσκεται έξω από τον κόσμο. Στον κόσμο όλα είναι και όλα συμβαίνουν, όπως συμβαίνουν. Μέσα στον κόσμο δεν υπάρχει καμία αξία, και αν υπήρχε, δεν θα είχε καμιά αξία. Αν υπάρχει μια αξία που να έχει αξία, πρέπει να βρίσκεται έξω από όσα συμβαίνουν. Γιατί όλα όσα συμβαίνουν είναι συμπτωματικά. Αυτό που τα κάνει να μην είναι συμπτωματικά, δεν μπορεί να βρίσκεται μέσα στον κόσμο, γιατί τότε θα ήταν και αυτό συμπτωματικό. Πρέπει να βρίσκεται έξω από τον κόσμο».
Το μάθημα των θρησκευτικών, όπως και οι υπόλοιποι προσανατολισμοί της δημόσιας παιδείας, πέρασε από διάφορες φάσεις, με αποτέλεσμα να μην είναι μονοφωνικό ή κατηχητικό ή αυστηρά ομολογιακό. Σήμερα είναι ένα μάθημα ανοικτό, πλουραλιστικό και ανεκτικό προς τις άλλες χριστιανικές ομολογίες, αλλά και τις άλλες θρησκείες με γνωσιακό και παιδαγωγικό χαρακτήρα. Το υφιστάμενο μάθημα συνιστά γνωριμία με μορφωτικά αγαθά, τις αξίες και τον πολιτισμό που διαμόρφωσε ο χριστιανισμός, ενώ παράλληλα διδάσκεται το θρησκευτικό φαινόμενο γενικά και οι μεγάλες παραδόσεις των λαών.
Το μάθημα των θρησκευτικών στη χώρα μας, ενταγμένο οργανικά στην παρεχόμενη από την Πολιτεία εκπαίδευση, διαλέγεται με τα άλλα μαθήματα στο πλαίσιο της διαθεματικής και διεπιστημονικής προσέγγισης της σχολικής γνώσης, η οποία αποσκοπεί στην καλλιέργεια ενός γνήσιου ανθρωπισμού. Η διαμόρφωση αξιών, στάσεων, η αποδοχή των διαφορών, η επίλυση των αντιπαλοτήτων, η ανάλυση και συζήτηση μεγάλων σύγχρονων προβλημάτων συνδέονται με τις αξίες και την υπαρξιακή στάση, που προκύπτει από το ήθος της ελληνορθόδοξης παράδοσης.
Η διαθεματικότητα καθιστά αντιληπτή τη σχέση της θρησκευτικής γνώσης με τα άλλα πεδία του επιστητού και με τις λειτουργίες της κοινωνικής ζωής. Ταυτόχρονα αποδεικνύεται η σημασία και η επικαιρότητα των πνευματικών, ηθικών και αισθητικών αξιών της Ορθοδοξίας στη νέα παγκοσμιοποιημένη κοινωνία. Η αναφορά σε κάποια χαρακτηριστικά διαφορετικών θρησκευτικών ομάδων ευαισθητοποιεί τους μαθητές στη διαφορετικότητα των πολιτισμών, σαι αποδοχή, και στο σεβασμό τους.
Η εφαρμογή της διαθεματικής προσέγγισης στα θρησκευτικά επιβάλλεται αφενός μεν από τη φύση και το περιεχόμενο του θρησκευτικού φαινομένου αφού είναι εγγενές και έμφυτο στον άνθρωπο, αλλά και παγκόσμιο φαινόμενο, αφετέρου δε από την πολυδιάστατη αξία που έχει η χριστιανική αλήθεια.
Είναι γεγονός ότι το σχολείο είναι χώρος προετοιμασίας για την έξοδο προς την κοινωνία. Η ιδέα του θρησκευτικού αποχρωματισμού είναι σύμφυτη με το ατομοκρατικό πνεύμα της αποστασιοποίησης του αυριανού πολίτη από τις ρεαλιστικές κοινωνικές συνθήκες και οδηγεί σε μια σχετικοκρατική αντίληψη περί ηθικής. Η δημιουργία υπεύθυνων πολιτών προϋποθέτει τη γνώση που βασίζεται στο προσωπικό, υπαρξιακό βίωμα, καθώς και στην κατανόηση των αναγκών επικοινωνίας και των πλεονεκτημάτων που προκύπτουν από τη συνύπαρξη, με συμπολίτες που βιώνουν διαφορετικά το θρησκευτικό φαινόμενο.
Στο σημείο αυτό ο Καθηγητής και πρ. Πρύτανης κ. Γ. Μπαμπινιώτης εκφράζει τη γνώμη, ότι «αν δεν κινηθείς ... με αναφορά σε συγκεκριμένη θρησκεία, δεν μπορείς να επιτύχεις ανάπτυξη θρησκευτικής συνειδήσεως» όπως το απαιτεί και η νομοθεσία μας. Και προσθέτει: Όσο το μάθημα των θρησκευτικών θα υποβαθμίζεται, «παρά το πλήθος των γνώσεων μας, θα μας κατέχει πνευματική και ψυχική απαιδευσία» .
Είναι εύκολο να προτείνει κανείς τον εξοβελισμό του σταθερού προγράμματος της θρησκευτικής πίστης από τα σχολεία. Δύσκολο όμως να αντιπροτείνει ένα λειτουργικό ισοδύναμο, αντιπροσωπευτικό του ενιαίου αξιακού, μοντέλο της κοινωνίας, που να λειτουργεί ανασχετικά στις σύγχρονες εκδηλώσεις της παθολογίας, όπως η δεισιδαιμονία, η αντίληψη της μεταφυσικής εμπειρίας, ως καταναλωτικού αγαθού που υποπίπτει στους νόμους της προσφοράς και της ζήτησης ή ο μηδενισμός. Ο Αδαμάντιος Κοραής στην Αδελφική Διδασκαλία υπογραμμίζει: «Όστις μετά προσοχής αναγνώσει το Ευαγγέλιον, τας Πράξεις και τας Επιστολάς θέλει πανταχού εύρει μίαν δημοκρατικήν ισονομίαν, μίαν ελευθερίαν φρόνιμον, περιορισμένην εις μόνους τους νόμους ... και βέβαια αν ο σκοπός και το τέλος της διδαχής του Χριστού ήτον η βελτίωσις της ανθρώπινης ψυχής, πώς ηδύνατο να πράξη την αρετήν ο άνθρωπος, αν δεν ήτον ελεύθερος;» .
Το ιδεώδες της ελληνοχριστιανικής παιδείας δεν ταυτίζεται με την καθοδήγηση των νέων Ελλήνων σε μια εθνοφυλετική εκδοχή της Ορθοδοξίας. Τα χριστιανικά ιδεώδη δείχνουν στον άνθρωπο το δρόμο για την έξοδο προς την ελευθερία της ζωής, της γνώσης και του πνεύματος, μέσα από την αγάπη όχι μόνο προς τον αλλόθρησκο και αλλοεθνή, αλλά και τον ίδιο τον εχθρό. Από την άλλη πλευρά, το ιδανικό της καταργήσεως των συλλογικών διακρίσεων σε βάρος των μειονοτήτων δεν επαγγέλλεται την κατάργηση του κοινωνικού αγαθού της σχολικής θρησκευτικής αγωγής της πλειοψηφίας, αλλά την ανάγκη παροχής της ανάλογης αγωγής και στα μέλη της κοινωνίας που ανήκουν σε θρησκευτικές μειονότητες.
Η αποφυγή των διακρίσεων σε βάρος των λίγων θα μπορούσε να επιτευχθεί με την παροχή και σε αυτούς της σχολικής θρησκευτικής αγωγής που επιθυμούν, και με την παράλληλη έμφαση στη -χριστιανικής προέλευσης- διδασκαλία περί απαξιώσεως κάθε μορφής ρατσισμού, θρησκευτικού ή κοινωνικού διαχωρισμού. Μία τέτοια θεώρηση στοχεύει όχι απλώς στην κάλυψη των αναγκών θρησκευτικής αγωγής σε όλο τον πληθυσμό, αλλά στη δημιουργία σχολείων πνευματικής αφθονίας και μορφωτικού πλεονάσματος.
Από την άλλη πλευρά ένας εσπευσμένος και πρόχειρος σχεδιασμός εισαγωγής του θρησκειολογικού υποχρεωτικού μαθήματος στα σχολεία, ενέχει τον κίνδυνο της διαμόρφωσης πολιτών με συγκεχυμένες αντιλήψεις περί του θείου και της μακροπρόθεσμης διολίσθησης της κοινωνίας στο θρησκευτικό συγκρητισμό και τη σχετικοκρατία. Κατά τον πατέρα Γ. Μεταλληνό, «προτεινόμενη, έντονα μάλιστα, θρησκειολογική μετασκευή του μαθήματος λησμονεί τη θεμελιώδη επιστημονική αρχή ότι η κατανόηση της ετερότητας προϋποθέτει καλή γνώση του ίδιου του οικείου, με βάση την αριστοτελική θεμελίωση της γνωσιολογίας στις αρχές της ομοιότητας και της αντίθεσης - διαφοράς» .
Οι παραδοσιακές μεγάλες θρησκείες λειτουργούν σαν αρχετυπικά μοντέλα και συστήματα αξιών δοκιμασμένα στο χρόνο και ικανά να συντηρήσουν την πνευματικότητα των ανθρώπινων κοινωνιών. Τυχόν αποδόμησή τους θα ενισχύσει το καινοφανές φαινόμενο της «ατομικής θρησκείας» και των «κλειστών ομάδων» ή «αιρέσεων», των οποίων η αναπτυσσόμενη κοινωνική παθολογία θα έχει απρόβλεπτες συνέπειες στο μέλλον.
Ο Χρήστος Γιανναράς συστηματοποιώντας τις απόψεις του για την εκκλησιαστική ορθοδοξία ως κεντρικού άξονα πολιτιστικής και κοινωνικής συνοχής των Ελλήνων», θεωρεί «ότι το θρησκευτικό μάθημα δεν αντιβαίνει στο σεβασμό της θρησκευτικής ελευθερίας των πολιτών από το κράτος. Όπως ακριβώς πρέπει να διδάσκεται στο σχολείο ο πολιτισμός και η μεταφυσική μήτρα που γέννησε Παρθενώνα και την αρχαία αθηναϊκή δημοκρατία, παρόμοια δεν μπορεί το εκπαιδευτικό σύστημα να αγνοεί ποια θεολογία γέννησε την Αγία Σοφία, την εικόνα, την ποίηση και τη λατρευτική δραματουργία: Ορθοδοξίας που προκαλεί παγκόσμιο ενδιαφέρον και στις μέρες μας. Η πολιτεία δεν απαιτεί από τον μαθητή να αποδεχθεί βιωματικά το μεταφυσικό άξονα των αρχαίων Ελλήνων ή την ορθόδοξη θεολογία. Θα απαιτήσει όμως τις επαρκείς γνώσεις για την κατανόηση των επιτευγμάτων και προτάσεων του πολιτισμού των Ελλήνων» .
«Αν η Παιδεία έχει ως σκοπό την ανάπτυξη, όχι μόνο της διανοητικής, σωματικής, αλλά και της πνευματικής διαστάσει του ανθρώπου, τα θρησκευτικά όταν διδάσκονται σωστά, οδηγούν σε πανανθρώπινους προβληματισμούς, που το μονοδιάστατο λογοκεντρικό εκπαιδευτικό μας σύστημα και το άκρατα υλικό και καταναλωτικό κοινωνικό πλαίσιο τείνουν να εξαφανίσουν», γράφει σε άρθρο του ο Νίκος Μουζέλης και προσθέτει ότι: «Η ιδεί πως για τους Έλληνες που δεν πιστεύουν το μάθημα των θρησκευτικών θα πρέπει να είναι προαιρετικό, είναι τόσο απαράδεκτη, όσο η αντίληψη πως οι μαθητές με αναρχικά πολιτικά φρονήματα, επειδή δεν πιστεύουν στην κρατική εξουσία, δε θα πρέπει να υποχρεούνται να μελετήσουν τη συγκρότηση και εξέλιξη του ελληνικού κράτους - έθνους» .
Όπως ένας αλλοεθνής μαθητής ελληνικού σχολείου δεν μπορεί να δηλώσει ότι δεν θέλει να μάθει την ελληνική ιστορία με τη δικαιολογία ότι το μάθημα της αποβλέπει και στην ανάπτυξη της ελληνικής εθνικής συνείδησης, ενώ ο ίδιος δεν θέλει να αποκτήσει ελληνική συνείδηση, έτσι δεν πρέπει να μπορεί να αποκλείσει και το μάθημα των θρησκευτικών, όπως αυτό περιλαμβάνεται στη διδακτέα ύλη που έχει ορίσει η ελληνική πολιτεία, ένας που δηλώνει απλώς ότι δε θέλει να το παρακολουθήσει με την δικαιολογία ότι θίγεται η ελευθερία της συνείδησής του.
Μας είναι επίσης δύσκολο να πιστέψουμε ότι είναι ευρωπαϊκή εντολή να μην αποκαλύπτονται γραπτώς οι λόγοι απαλλαγής από τα θρησκευτικά. Αν ίσχυε αυτό, τότε θα έπρεπε η Ευρωπαϊκή Ένωση και ο Έλληνας Συνήγορος του Πολίτη να είχαν προ πολλού διαμαρτυρηθεί για την απαλλαγή των Μουσουλμάνων της Θράκης από τις εξετάσεις στα Πανεπιστήμια και ΤΕΙ, η οποία γίνεται με ρητή δήλωση του θρησκεύματος τους. Όταν τα παιδιά της Γ' Λυκείου συμπληρώνουν το έντυπο συμμετοχής στις πανελλαδικές εξετάσεις, υπάρχει συγκεκριμένος χώρος, όπου οι μουσουλμάνοι δηλώνουν Ναι και απαλλάσσονται από το άγχος των εξετάσεων και εισάγονται σε σχολές με ποσοστό. Με τον ίδιο τρόπο διορίζονται σε δημόσιες υπηρεσίες εκτός διαδικασίας ΑΣΕΠ. Πρόκειται για σαφή περίπτωση δημόσιας δήλωσης θρησκεύματος σε δημόσιο έγγραφο. Δηλαδή ένας Μουσουλμάνος που ζητάει να απαλλαγεί από το μάθημα των θρησκευτικών, τότε του απαγορεύεται να αποκαλύπτει το θρήσκευμα του. Όταν ο ίδιος Μουσουλμάνος θα ζητάει να απαλλαγεί από τις εισαγωγικές εξετάσεις των ΑΕΙ - ΤΕΙ, τότε θα του επιβάλλεται να αποκαλύπτει το θρήσκευμα του!
Όπως εύκολα μπορούμε να συμπεράνουμε η προσπάθεια απόκρυψης της θρησκευτικής μας πίστης συναντά και νομικά κωλύματα, αλλά κυρίως αγωνίζεται να κρύψει το βασικό χαρακτηριστικό της πνευματικής προσωπικότητας του καθενός μας, όπως περίπου η τόσο συζητημένη «κουκούλα» αγωνίζεται να κρύψει τα κύρια χαρακτηριστικά εκείνου που τη χρησιμοποιεί. Φυσικά κάθε «κουκούλωμα» κάποιο σκοπό έχει. Το πρόβλημα που δημιουργείται μ' αυτή τη συμπεριφορά, της πνευματικής κουκούλας, είναι ότι προκαλεί μια αίσθηση ελευθερίας κινήσεων και δράσεων. Μήπως ισχύει αυτό που λέγαμε στο στρατό, ότι ο νέος άνθρωπος όταν «μπει στη στολή» ενεργεί και ως «φαντάρος»;
Τη γενναία και με θάρρος, χωρίς «κουκούλα», ομολογία και ανοιχτή διακήρυξη της όποιας πίστης του ανθρώπου, τη θεωρούμε δύναμη ψυχής και αξιοσύνη προσωπικότητας για τον κάθε πιστό κάθε πίστης, κάθε θρησκείας. Ακόμα και για τον αρνητή κάθε πίστης, για το σκεπτικιστή ή και τον άθεο, που έχει το θάρρος να μην προσπαθεί να κρύψει την άποψη της ζωής του, στην οποία κατέληξε με έλλογη επιλογή και πνευματικό αγώνα, που δεν προσπαθεί να κρύβεται πίσω από διατάξεις νόμων και αποφάσεων. Αντίθετα δεν είναι μόνο δική του δειλία, αλλά και οι πολέμιοι της πίστης, τη δειλία των άλλων προσπαθούν να εκμεταλλευτούν.
Στη νέα διαμορφωθείσα κοινωνική και παιδαγωγική κατάσταση, κατά την οποία συμμετέχουν και συνεργάζονται παιδιά με διαφορετικά εθνικά, θρησκευτικά, γλωσσικά και κοινωνικοοικονομικά χαρακτηριστικά, ο ρόλος του μαθήματος των θρησκευτικών είναι καθοριστικός. Μέσα στην ιστορική πορεία όλες τις εκφάνσεις της ζωής και του πολιτισμού της ανθρωπότητας έχει μπει η σφραγίδα του χριστιανικού πνεύματος, η οποία παραμένει ανεξίτηλη.
Ο γνωστός Ινδός φιλόσοφος Μαχάτμα Γκάντι είχε εντυπωσιαστεί από την επί του Όρους Ομιλία του Χριστού κ είχε συνθέσει το έτος 1928 «υπέροχο ύμνο» για αυτήν και ένα απόσπασμα του διαγγέλματος του είχε δημοσιευθεί οι εφημερίδες όλου του κόσμου και είναι το εξής: «Πιστεύω εις το Ευαγγέλιον του Ιησού, όπως περιλαμβάνεται εις την επί του Όρους των Ελαιών Ομιλία. Εάν τώρα μι καλούσαν να την ερμηνεύσω, όπως την εννοώ, θα έλεγα χωρίς τον παραμικρόν δισταγμόν: Μάλιστα είμαι χριστιανός... Αληθινά σας λέγω πίνετε από τας πηγάς της επί του Όρους Ομιλίας... Αι συμβουλαί του Ιησού δεν απηυθύνοντο μόνον εις τους μαθητάς του, αλλά και σε σας και σε μένα»!
Για το ριζοσπαστικό χριστιανισμό ο Γάλλος μαρξιστής φιλόσοφος Ροζί Γκαρωντύ είχε πει πως «μια τέτοια πίστη δεν είναι όπιο, αλλά η ζύμη για τον μετασχηματισμό του κόσμου και όποιος χτυπά την πίστη, χτυπά την επανάσταση». Μήπως το ποικιλότροπο όπιο (ναρκωτικά, καταστροφικές ιδεολογίες, και λατρείες) είναι η θρησκεία του λαού σήμερα;
Το 1985 ο κινέζος ακαδημαϊκός Ζάο Φουζάν διακήρυξε ότι: «Η θρησκεία αποτελεί μέρος του πνευματικού πολιτισμού κάθε έθνους και γι' αυτό θα έπρεπε να αντιμετωπίζεται με πνεύμα επιστημονικό. Η φιλολογία, η τέχνη, η αρχιτε-κτονική, η φιλοσοφία, η ηθική, τα ήθη και τα έθιμα κάθε λαού δέχονται μεγάλη επίδραση από τη θρησκεία. Γι' αυτό χαρακτηρίζοντας την σαν όπιο των λαών κάνουν μεγάλο επιστημονικό λάθος».
Ο Άγγλος ποιητής και θεατρικός συγγραφέας Τ. Σ. Έλιοτ, κάτοχος βραβείου Νόμπελ, είχε δηλώσει εύστοχα: «Μέσα στα πλαίσια του Χριστιανισμού αναπτύχθηκαν οι τέχνες μας, Μέσα στο Χριστιανισμό οι νομοθεσίες της Ευρώπης. Δεν πιστεύω ότι ο πολιτισμός της Ευρώπης θα μπορούσε να επιβιώσει ύστερα από μια ολοκληρωτική εξαφάνιση της χριστιανικής πίστης. Αν ο Χριστιανισμός εξαφανιστεί μια μέρα, τότε ολόκληρος ο πολιτισμός μας θα εξαφανιστεί» .
Ο ατομικός φυσικός με βραβείο Νόμπελ Α. Αϊνστάιν διαπιστώνει: «Η θρησκεία μου έγκειται σ' έναν ταπεινό θαυμασμό προς το ανώτερο και απεριόριστο εκείνο πνεύμα, το οποίο αποκαλύπτεται στις πιο μικρές λεπτομέρειες που μπορούμε να συλλάβουμε με το αδύνατο και εύθραυστο πνεύμα μας» .
Ο Κοσμήτωρ της Θεολογικής Σχολής του ΑΠΘ κ. I. Κογκούλης σε ανοικτή επιστολή λέγει: «Είναι άχρηστο το σχολείο που απλά καθιστά τους μαθητές ρεζερβουάρ πληροφοριών και δεν προσφέρει σ' αυτούς Παιδεία με την τρισυπόστατη διάσταση της ως εκπαίδευσης, μόρφωσης και ηθικής καλλιέργειας. Και κάτι ακόμη ως προς αυτό το σημείο. Δεν υπάρχει ουδέτερη γνώση, ενώ παράλληλα η άχρωμη ηθική οδηγεί το νέο σε καταστάσεις ανασφάλειας, απάθειας και απροσάρμοστης συμπεριφοράς».
Από τα παραπάνω επηρεασμένοι και εμείς διερωτόμαστε: Πόσο μοντέρνο άραγε και «έξυπνο» είναι ένα λοβοτομημένο και αφυδατωμένο σχολείο, που παρέχει αποκλειστικά εργαλειακά εφόδια και δεξιότητες μόνο για επαγγελματική αποκατάσταση και δε δημιουργεί πολίτες καλλιεργημένους και ελεύθερους, γνώστες αλλά και συνεχιστές της ανανέωσης της παράδοσης και της αξιοποίησης της ιστορίας τους, για να απαντούν δημιουργικά στις προκλήσεις της εποχής τους;
Βέβαια πρέπει να παραδεχτούμε, από την άλλη πλευρά, ότι το μάθημα, όπως γίνεται σήμερα, παρουσιάζει κάποια προβλήματα. Ίσως είναι αναγκαία μια ριζική αναμόρφωση του, στη διδασκόμενη ύλη, στη μεθοδολογία διδασκαλίας, στην επιλογή και αξιολόγηση των διδασκόντων. Η Πολιτεία, αν θέλει θετικά αποτελέσματα οφείλει να επιμορφώνει συνεχώς τους καθηγητές, όπως συμβαίνει στα ανεπτυγμένα κράτη και όπως διδάσκει η ευρωπαϊκή πρακτική για ουσιαστική συμβολή σε υψηλού επιπέδου μάθημα και εκπαίδευση που φέρνει τη μόρφωση των μαθητών.
Όλα αυτά όμως για να έχουν αποτέλεσμα, κατά την γνώμη μας, πρέπει να συνδυαστούν με γενναίες τομές και αλλαγές στο χώρο της παιδείας. Το σχολείο πρέπει να πάψει να αποτελεί αποκλειστικά χώρο και τρόπο αναπαραγωγής ξερών γνώσεων για την εισαγωγή στα ΑΕΙ και ΤΕΙ και πειραματισμού, ξένων προς εμάς αποτυχημένων «προοδευτικών» συστημάτων, αλλά πρέπει να μετατραπεί σε χώρο και τρόπο παροχής παιδείας, ήθους και αξιών. Βεβαίως πρέπει να επαναπροσδιοριστούν οι ρόλοι, τα καθήκοντα και οι υποχρεώσεις καθηγητών και μαθητών.

ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ ΤΟΥ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΟΣ

Ζούμε σε μια εποχή με πολλά προβλήματα, μια εποχή που χαρακτηρίζει η κατάρρευση των αξιών, η κρίση ταυτότητας, ο πνευματικός αποπροσανατολισμός, η επέλαση της ισοπεδωτικής παγκοσμιοποίησης. Προς υπέρβαση αυτής της κρίσης αρχίζει να συνειδητοποιείται από πολλές πλευρές η αξία των θρησκευτικών αξιών για την ολοκλήρωση του ανθρώπου καλή λειτουργία της κοινωνίας. Στη χώρα μας οι αξίες υπάρχουν, στοιχεία διαχρονικά και αναλλοίωτα, με τα οποίο βιώσαμε για χιλιετίες και μάλιστα κάτω από δυσμενείς συνθήκες. Είναι ανάγκη οι αξίες αυτές να κληροδοτηθούν στις επόμενες γενεές και γι' αυτό η ύπαρξη του μαθήματος των θρησκευτικών προς την ορθόδοξη κατεύθυνση είναι περισσότερο από άλλοτε απαραίτητη.
Παράλληλα ζούμε σε μια πολυπολιτισμική κοινωνία, όπου καθημερινά συναναστρεφόμαστε ανθρώπους διαφορετικών καταβολών και θρησκευτικών αντιλήψεων, τους οποίους οφείλουμε να κατανοήσουμε και αυτοί να κατανοήσουν εμάς, ώστε να ενταχτούν σωστά στην ελληνική κοινωνία. Αυτό δεν γίνει με την περιφρόνηση των βαθύτατα ριζωμένων στην ανθρώπινη συνείδηση θρησκευτικών στοιχείων του πολιτισμού τους.
Η σχολική θρησκευτική αγωγή έχει κατά βάση γνωσιολογικό χαράκτη, αφού αποβλέπει στην ενημέρωση των μαθητών για το θρησκευτικό φαίναμε και ειδικότερα στην κατανόηση της θρησκευτικής διάστασης των επιμέρους θεμάτων της ζωής, καθώς και των επιδράσεων του θρησκευτικού πιστεύω στα μνημεία του πολιτισμού.
Η ένταξη του μαθήματος των θρησκευτικών στο σχολικό πρόγραμμα είναι δικαιωμένη για λόγους καθαρά παιδαγωγικούς. Αυτό, γιατί ο γνωσιολογικός χαρακτήρας του μαθήματος ικανοποιεί τα κριτήρια, που καθορίζουν την παιδαγωγική δικαίωση της διδασκαλίας ενός μαθήματος στο σχολείο. Συγκεκριμένα εμπεριέχει έναν μοναδικό τρόπο σκέψης και αντίληψης, που είναι αξιόλογος, ώστε ο μαθητής να κατανοεί το περιβάλλον του. Συμβάλλει στη διεύρυνση και εμβάθυνση της γνωστικοί του προοπτικής κατά ένα ιδιαίτερο τρόπο, που συνεισφέρει στη συνολική του ανάπτυξη ως προσώπου. Επίσης είναι δυνατόν να διδάσκεται με τρόπους που διασφαλίζουν την κατανόηση του από το μαθητή και τον ενθαρρύνουν να συμμετέχει ενεργά και κριτικά στο μάθημα, όταν δηλαδή η «πάλη» των ιδεών στη τάξη γίνεται όχι με υπονοούμενα, αλλά με καθαρές θέσεις.
Συγκεκριμένα το μάθημα πρέπει να συνδεθεί με το χαρακτήρα της παιδείας και του πολιτισμού, ώστε να προσλάβει καθολική παιδευτική αξία, να αποβάλει τον τυχόν ηθικισμό και ακαδημαϊσμό, να συνεχίσει να συνδέεται με τα σύγχρονο υπαρξιακά και κοινωνικά προβλήματα, συζητώντας στα όρια της ελευθερίας και του αλληλοσεβασμού και να συνδεθεί ουσιαστικά με σεβασμό και κατανόηση με τον άλλο στο πρόσωπο του ετερόδοξου, του ετερόθρησκου, του αδιάφορου και του άθεου, στα πλαίσια της πολυπολιτισμικής πολυφωνίας και ετερότητας.
Χρειάζεται προσοχή να μη μετατραπεί άκριτα σε ένα ασπόνδυλο και άνευρο θρησκειολογικό μάθημα. Πρέπει να είναι κριτικό σε κάθε μορφή θρησκευτικής παθολογίας και να ανταποκρίνεται στις ανάγκες μιας ελεύθερης πλουραλιστικής δημοκρατικής κοινωνίας με νηφάλια γνώση και δίχως ψυχροπολεμική αντιπαράθεση. Ασφαλώς το σχολικό θρησκευτικό μάθημα, για να χαρακτηρίζεται ως μορφωτικό αγαθό, πρέπει να πληροί τις προϋποθέσεις σε όσο γίνεται μεγαλύτερο βαθμό και να ανταποκρίνεται στις προκλήσεις του σήμερα, όπως άλλωστε πρέπει να συμβαίνει και με τα άλλα μαθήματα.
Τα τελευταία χρόνια το θρησκευτικό μάθημα έχει κάνει πολλές προόδους, έχει βελτιώσει πολύ το περιεχόμενο του, τις μεθόδους διδασκαλίας, έχει έρθει -όπως και η επιστήμη της Θεολογίας- πολύ πιο κοντά στην κοινωνία και τις ανάγκες της.
Η νέα γενιά, που ζει σε μια εποχή ολοκληρωτικού μηδενισμού και οριστικής ανατροπής των αξιών, έχει απόλυτη ανάγκη από την ανθρωπιστική, ηθοπλαστική και φρονηματιστική παιδεία, η οποία κυρίως πρέπει να υπηρετεί την ελληνική αυτοσυνειδησία και την ηθική θωράκιση της προσωπικότητας.
Το πολύπαθο και αδικημένο θρησκευτικό μάθημα, ποιοτικά βελτιωμένο και εκσυγχρονισμένο, είναι σε θέση να ρίξει φως στα αιχμηρά υπαρξιακά και μεταφυσικά ερωτήματα των μαθητών, να ευρύνει τον ψυχικό τους ορίζοντα, να τους ανυψώσει πάνω από το υλικό και το ζωώδες, να τους δημιουργήσει ανώτερα οντολογικά βιώματα και να τους φέρει σε επαφή με μια προσωπική λύτρωση, που καμιά ενδοκοσμική διαδικασία δεν μπορεί να τους προσφέρει.
Μέσα στο νέο περιβάλλον του θρησκευτικού πλουραλισμού, η χριστιανική θεολογία καλείται να διαλεχτεί δημιουργικά με την πολιτιστική και θρησκευτική ποικιλομορφία του σύγχρονου κόσμου. Οφείλει να ξαναβρεί την αληθινή οικουμενικότητα και ανεκτικότητα της, για να προσπεράσει τη μισαλλοδοξία και το φανατισμό. Μπορεί να συνεργαστεί δημιουργικά και να προσανατολιστεί προς μια παγκοσμιότητα που θα σέβεται τη διαφορά και την ετερότητα. Πρέπει να βρει τη χρυσή τομή ανάμεσα στην εκκοσμίκευση και στην προσπάθεια της να συμμετάσχει ενεργά στο ιστορικό γίγνεσθαι. Η ορθόδοξη θεολογία οφείλει να πραγματοποιήσει ένα δημιουργικό άνοιγμα προς τον κόσμο μας, προσλαμβάνοντας τα προβλήματα και τους προβληματισμούς του. Χρειάζεται μια νέα προσέγγιση των σημερινών κοινωνικών και πολιτιστικών πραγματικοτήτων του κόσμου μας, επειδή η χριστιανική διδασκαλία περί αγάπης προσφέρεται για τον αλληλοσεβασμό, την αποδοχή και ειρηνική συνύπαρξη, την ανοικτότητα, την καλλιέργεια της ανεκτικότητας, τη νηφαλιότητα, την κοινωνική αλληλεγγύη, την οικουμενικότητα, την ελευθερία του άλλου ως προσώπου και το διάλογο με τη θρησκευτική ή άλλη διαφορετικότητα του κοινωνικού συνόλου.
Σε μια εποχή, όπου καλλιεργείται η ανεθνικότητα με σαφώς αντεθνικές θεωρίες, που εισάγονται μεθοδευμένα στο χώρο της ιστορίας και γενικότερα της παιδείας, υπενθυμίζουμε ότι η ορθοδοξία συνδέει αρμονικά την εθνικότητα με την υπερεθνικότητα. Με καταπληκτικό τρόπο επισημαίνει ο π. Γ. Μεταλληνός για το θέμα αυτό: «Η ιδιαίτερη σημασία του μαθήματος των θρησκευτικών στην καλλιέργεια εθνικού φρονήματος, που είναι συγχρόνως υπερφυλετικό και ελληνορθόδοξα οικουμενικό, φαίνεται σε βάθος και πλάτος στην προβολή και ερμηνεία του πολιτισμού μας σε όλες τις όψεις. Γι' αυτό αποκρούεται και το μάθημα μας, μαζί με την ιστορία, από εκείνο που ακολουθούν την έξωθεν χαρασσόμενη γραμμή του αντεθνισμού που εργάζεται την εκθεμελίωση του Έθνους, ως όρου και ως φορέα συγκεκριμένου νοήματος. Στο πλαίσιο αυτής της πολεμικής σχετικοποιούνται και βαθμιαία απονοηματοδοτούνται η πίστη, η ιστορία, ο πολιτισμός, η παράδοση και στοιχείο της εθνότητας και εθνικότητας, γιατί ενισχύουν τον ορισμό του Έθνους, κατά τον Ηρόδοτο. Η στάση αυτή ελέγχει την ποιότητα της πολιτισμικής μας συνείδησης και αφορά όλους τους Έλληνες ως πολίτες του κράτους και όχι μόνο ως θρησκεύουσες προσωπικότητες. Η εκκλησιαστική ιστορία είναι μέρος της ιστορίας του πολιτισμού, ο διαχωρισμός αυτών είναι ξένος προς την ελληνικότητα, όλη η ζωή του Έθνους είναι διαποτισμένη από το πνεύμα της ορθοδοξίας, είναι μεγέθη ασύγχυτα μεν, αλλά και αδιαίρετα. Το μάθημα συμβάλλει και στην παραγωγή πολιτισμού, ο οποίος προϋποθέτει τον πολιτισμό της ψυχής. Το περιεχόμενο της ψυχής προβαλλόμενο προς τα έξω πράγματι φαίνεται ως πολιτισμός, έτσι το μάθημα προβάλλει τις σταθερές του πολιτισμού που διακρατούν την ταυτότητα μας και την ιδιοπροσωπία μας, ως προϋπόθεση συνέχειας μας στο ραγδαία μεταβαλλόμενο κόσμο της ισοπεδωτικής παγκοσμιοποίησης. Βοηθάει στην αποφυγή της συγχώνευσης, διάλυσης και μεταβολής των νέων μας, σε πλανητικούς ανθρώπους, οικονομικές δηλ. μονάδες της παγκόσμιας αγοράς, μιας κατασκευασμένης νέας παγκόσμιας κοινωνίας. Η ορθοδοξία των Αγίων είναι ζωή και πράξη, οι Άγιοι σφραγίζουν ανεξίτηλα τον πολιτισμό μας. Ο ελληνορθόδοξος πολιτισμός είναι στη βάση και του Ευρωπαϊκού πολιτισμού, συνεπώς είναι μία δυνατότητα συνάντησης όλης Ευρώπης σε κοινή βάση. Η ορθοδοξία προσφερόμενη επιστημονικά και νηφάλια, μπορεί να συμβάλει στην από κοινού αναζήτηση των κοινών θεμέλιοι ενισχύοντας έτσι και την οικουμενική ενωτική προσπάθεια, σε αυθεντική βάση. Οι ορθόδοξοι μαθητές θα σέβονται πολύ περισσότερο τους πολιτισμούς των εισερχομένων στη χώρα μας μεταναστών, όσο περισσότερο σέβονται τον δικό τους πολιτισμό, σε φιλικές και φιλάνθρωπες σχέσεις μαζί τους».
Τέλος σημειώνει: «Βέβαια γνωρίζω ότι οι άγευστοι της πατερικότητας κι αμύητοι στον πολιτισμό μας, πλανήτες και ανέστιοι στην έρημο του κόσμου, θα αισθάνονται αηδία με τις επισημάνσεις αυτές. Λοιπόν αξίζει ή όχι ο σεβασμός του πολιτισμού μας που δεν είναι μόνο εθνικός, αλλά και οικουμενικός και παγκόσμιος; Πώς θα επιτευχθεί όμως αυτό χωρίς την διαπότιση της εκπαίδευσης μας με το ορθόδοξο άρωμα αυτού του πολιτισμού;

Ας μου επιτραπεί, σαν υστερόγραφο, μια τοποθέτηση προσωπική και υποκειμενική και συνάμα συναισθηματική, στο σημείο αυτό. Ζητάω την επιείκεια σας, γιατί εσείς δεν έχετε την ευτυχία να βλέπετε με τα μάτια σας, αυτό που εγώ σχεδόν δύο δεκαετίες βλέπω με τα δικά μου μάτια καθημερινά μέσα στην τάξη. Πρόσωπα καθαρά, βλέμματα υγιή, γεμάτα φρεσκάδα και όρεξη για ζωή.
Πόσο μεγάλη ευθύνη έχουμε όλοι εμείς οι «επαΐοντες» για την συμβολή στην ενδυνάμωση των πνευματικών αξιών αυτών των νέων; Ή θα χρησιμοποιήσουμε τα γνωστά μας άλλοθι; Πώς θα καταλάβουν αυτοί οι νέοι ότι έχουν, ως χριστιανοί της Ευρώπης, ιστορικό χρέος να συνεχίσουν να συμβάλλουν ουσιαστικά στη στήριξη των αξιών που γεννήθηκαν για να εκφράζουν το βαθύτερο μήνυμα τους; Προέχει ο τονισμός της αξιοπρέπειας του κάθε ανθρώπινου προσώπου ως βασικού ανθρώπινου δικαιώματος. Η σημαντική αυτή αρχή αποτέλεσε το θεμέλιο της νομοθεσίας των ευρωπαϊκών κρατών που στηρίχθηκε σε ένα υποσυνείδητο διαμορφωμένο από την χριστιανική πίστη. Όπως τονίζει ο Μπερτιάγεφ, «ο ανθρωπισμός, και συνεπώς η αξιοπρέπεια του ανθρώπου, μπορεί να αναγεννηθεί μόνο από τα θρησκευτικά βάθη. Η αξιοπρέπεια του προσώ¬που προϋποθέτει την ύπαρξη του Θεού». Η ανθρώπινη αξιοπρέπεια στηρίζεται στην πίστη ότι ο άνθρωπος είναι ιερό πρόσωπο, δημιούργημα προσωπικού Θεού.
Ως θεραπευτική αγωγή θεωρείται η επανενδυνάμωση του θρησκευτικού στοιχείου. Στην αντίληψη περί παρακμής αντιτάσσει τη βουλητική θέση που βασίζεται στο σφρίγος και την ζωτικότητα των νέων και των διακεκριμένων προσωπικοτήτων. Τέτοιες προσωπικότητες καλούμαστε να προσφέρουμε από τις τάξεις του σχολείου• ανθρώπους πίστης, ακέραιους, υπεύθυνους, ελεύθερους από την πλεονεξία και την υποκρισία, ελεύθερους από τις συμβατικότητες και τις φοβίες του αιώνος αυτού, ανιδιοτελείς, με πνεύμα θυσίας, που πιστεύουν και αγωνίζονται για την ειρήνη, δικαιοσύνη, αλληλεγγύη και πρόοδο.
Έτσι διαμορφώνονται οι δημιουργικές δυνάμεις που θα βοηθήσουν την Ελλάδα και την Ευρώπη να ανακαλύψει και να αναπτύξει τα καλύτερα στοιχεία της κληρονομιάς της και να προχωρήσει σε μια νέα πνευματική ακμή. Μια τέτοια κοινωνία πολιτισμού αποτελεί τη βασική προϋπόθεση, για να καταλάβουμε πώς λειτουργούμε στο χώρο και το χρόνο.

©2010 orthmad.gr | Web development by Integrated ITDC