Κατηχητικός Λόγος Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου

Ει τις ευσεβής και φιλόθεος, απολαυέτω της καλής ταύτης και λαμπράς πανηγύρεως.
Ει τις ευγνώμων, εισελθέτω χαίρων εις την χαράν του Κυρίου αυτού.
Ει τις έκαμε νηστεύων, απολαυέτω νυν το δηνάριον.
Ει τις από της πρώτης ώρας ειργάσατο, δεχέσθω σήμερον το δίκαιον όφλημα.
Ει τις μετά την τρίτην ήλθεν, ευχαρίστως εορτασάτω.
Ει τις μετά την έκτην έφθασε, μηδέν αμφιβαλλέτω· και γαρ ουδέν ζημειούται.
Ει τις υστέρησεν εις την ενάτην, προσελθέτω, μηδέν ενδοιάζων.
Ει τις εις μόνην έφθασε την ενδεκάτην, μη φοβηθή την βραδύτητα· φιλότιμος γαρ ων ο Δεσπότης, δέχεται τον έσχατον καθάπερ και τον πρώτον· αναπαύει τον της ενδεκάτης, ως τον εργασάμενον από της πρώτης· και τον ύστερον ελεεί και τον πρώτον θεραπεύει· κακείνω δίδωσι και τούτω χαρίζεται· και τα έργα δέχεται και την γνώμην ασπάζεται· και την πράξιν τιμά και την πρόθεσιν επαινεί.
Ουκούν εισέλθετε πάντες εις την χαράν του Κυρίου υμών· και πρώτοι και δεύτεροι τον μισθόν απολαύετε. Πλούσιοι και πένητες μετ’ αλλήλων χορεύσατε· εγκρατείς και ράθυμοι την ημέραν τιμήσατε· νηστεύσαντες και μη νηστεύσαντες, ευφράνθητε σήμερον. Η τράπεζα γέμει, τρυφήσατε πάντες.
Ο μόσχος πολύς, μηδείς εξέλθη πεινών. Πάντες απολαύσατε του συμποσίου της πίστεως· πάντες απολαύσατε του πλούτου της χρηστότητος. Μηδείς θρηνείτω πενίαν· εφάνη γαρ η κοινή Βασιλεία. Μηδείς οδυρέσθω πταίσματα· συγνώμη γαρ εκ του τάφου ανέτειλε. Μηδείς φοβείσθω θάνατον· ηλευθέρωσε γαρ ημάς ο του Σωτήρος θάνατος. Έσβεσεν αυτόν, υπ’ αυτού κατεχόμενος.
Εσκύλευσε τον άδην ο κατελθών εις τον άδην. Επίκρανεν αυτόν, γευσάμενον της σαρκός αυτού. Και τούτο προλαβών Ησαΐας εβόησεν· ο άδης φησίν, επικράνθη, συναντήσας σοι κάτω.
Επικράνθη· και γαρ κατηργήθη.
Επικράνθη· και γαρ ενεπαίχθη.
Επικράνθη· και γαρ ενεκρώθη.
Επικράνθη· και γαρ καθηρέθη.
Επικράνθη· και γαρ εδεσμεύθη.
Έλαβε σώμα και Θεώ περιέτυχεν.
Έλαβε γήν και συνήντησεν ουρανώ.
Έλαβεν όπερ έβλεπε και πέπτωκεν όθεν ουκ έβλεπε.
Πού σου, θάνατε, το κέντρον;
Πού σου, άδη, το νίκος;
Ανέστη Χριστός και σύ καταβέβλησαι.
Ανέστη Χριστός και πεπτώκασι δαίμονες.
Ανέστη Χριστός και χαίρουσιν άγγελοι.
Ανέστη Χριστός, και ζωή πολιτεύεται.
Ανέστη Χριστός και νεκρός ουδείς επί μνήματος.
Χριστός γαρ εγερθείς εκ νεκρών, απαρχή των κεκοιμημένων εγένετο.
Αυτώ η δόξα και το κράτος εις τους αιώνας των αιώνων.

Αμήν.

Πάσχα 2025
Για εκείνους που θέλουν να μελετήσουν τον Κατηχητικό Λόγο.

ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ !!

ΑΛΗΘΩΣ ΑΝΕΣΤΗ !!

Μυργιώτης  Παναγιώτης

Μαθηματικός

Πασχαλινές Ιστορίες: Ένα Τροχαίο (π. Δημητρίου Μπόκου)

«… οὐκ ἔστιν αἴτιος τῶν κακῶν ὁ Θεὸς»

(Μέγας Βασίλειος)

Ἀ­να­σή­κω­σε λί­γο τὸ μα­ξι­λά­ρι του, πέ­ρα­σε ἐ­λα­φρὰ τὸ χέ­ρι της στὰ ἀ­να­κα­τω­μέ­να μαλ­λιά του, ἅ­πλω­σε κα­λύ­τε­ρα τὸ σεν­τό­νι πά­νω του καὶ πῆ­ρε τὴν τσάν­τα της νὰ φύ­γει.

–  Αὔ­ριο πά­λι μὲ τὸ κα­λό, ἔ­τσι, ἀ­δερ­φέ; Κα­λη­νύ­χτα καὶ κα­λὴ δύ­να­μη νὰ σοῦ δί­νει ὁ Θε­ός, εἶ­πε χα­μο­γε­λα­στή, κα­θὼς ἔ­βγαι­νε μὲ τὸ ἀ­ε­ρά­το βῆ­μα της ἀ­π’ τὸ δω­μά­τιο.

Ἔ­κλει­σε τὰ μά­τια του κου­ρα­σμέ­νος κι ἄ­φη­σε τὸ κε­φά­λι του νὰ κυ­λή­σει στὸ πλά­ι.

Ὁ Θε­ός! Ποι­ὸς Θε­ός!

Εἶ­χε κου­ρα­στεῖ πιά! Ὁ­λό­κλη­ρο χρό­νο τὸν κα­τά­τρω­γε ἡ ἀρ­ρώ­στια. Στὴν ἀρ­χὴ τὴν πῆ­ρε γιὰ κά­τι ἀ­σή­μαν­το, μὰ γρή­γο­ρα κα­τά­λα­βε πὼς τὰ πράγ­μα­τα ἦ­ταν σο­βα­ρά. Εὐ­τυ­χῶς ποὺ μπο­ροῦ­σε νὰ γί­νε­ται ἡ θε­ρα­πεί­α στὸ σπί­τι καὶ δὲν χρει­α­ζό­ταν νὰ μέ­νει γιὰ πο­λὺ στὰ νο­σο­κο­μεῖ­α. Μὰ εἶ­χε φτά­σει στὰ ὅ­ριά του.

Οἱ δι­κοί του τὸν φρόν­τι­ζαν μὲ τὸ πα­ρα­πά­νω. Καί, δό­ξα τῷ Θε­ῷ, εἶ­χε ἀρ­κε­τὸ κό­σμο γύ­ρω του. Αὐ­τὸ ὅ­μως δὲν ἐμ­πό­δι­σε νὰ τρυ­πώ­σει μέ­σα του μιὰ ὕ­που­λη σκιὰ με­λαγ­χο­λί­ας. Ἔ­βλε­πε πὼς ἡ ζω­ή του ἔ­σβη­νε. Τοῦ ἔ­λε­γαν πὼς ὅ­λα θὰ πᾶ­νε κα­λά, μὰ δὲν τὸ πί­στευ­ε. Ἡ ἀμ­φι­βο­λί­α τὸν ἔ­λει­ω­νε νύ­χτα καὶ μέ­ρα.

Δὲν ἦ­ταν κα­κὸς ἄν­θρω­πος, ἔ­τσι του­λά­χι­στον πί­στευ­ε. Ζοῦ­σε ἥ­συ­χα, ἀ­πο­τρα­βηγ­μέ­νος, δο­σμέ­νος ὁ­λό­ψυ­χα στὸ σπί­τι του καὶ στὶς δου­λει­ές του. Αὐ­τὸν βρῆ­κε ὁ Θε­ὸς νὰ τυ­ραν­νή­σει; Τό­σοι ἐκ­με­ταλ­λευ­τὲς γύ­ρω του ζοῦ­σαν καὶ βα­σί­λευ­αν. Αὐ­τὸς μύ­γα δὲν πεί­ρα­ζε. Ποῦ εἶ­ναι ἐ­πι­τέ­λους ὁ Θε­ός, ὅ­ταν κα­λοὶ ἄν­θρω­ποι ὑ­πο­φέ­ρουν; Ἀ­π’ τὴν καρ­διά του ἀ­νέ­βαι­νε ἐ­πί­μο­να ἕ­να πα­ρά­πο­νο.

Σι­γα­νὰ βή­μα­τα στὸ δω­μά­τιο τὸν ἔ­κα­μαν ν’ ἀ­νοί­ξει τὰ μά­τια του. Ἡ γυ­ναί­κα του κρα­τών­τας ἕ­να πο­τή­ρι νε­ρὸ ἦ­ταν δί­πλα του.

–  Πῶς εἶ­σαι; Ὥ­ρα γιὰ τὰ φάρ­μα­κά σου, εἶ­πε σι­γα­νά.

Μό­λις εἶ­χε γυ­ρί­σει ἀ­π’ τὸ Με­γά­λο Ἀ­πό­δει­πνο. Ἡ Σα­ρα­κο­στὴ κόν­τευ­ε νὰ τε­λει­ώ­σει. Ἄλ­λες χρο­νι­ές, τέ­τοι­ες μέ­ρες, δὲν ἔ­χα­νε ἀ­κο­λου­θί­α. Ἀλ­λὰ φέ­τος ἦ­ταν τό­σο δι­α­φο­ρε­τι­κά. Ἡ ἀρ­ρώ­στια τοῦ ἄν­τρα της τὴν εἶ­χε κα­θη­λώ­σει δί­πλα του. Τῆς ἔ­λει­πε πο­λὺ ἡ Ἐκ­κλη­σί­α. Ὡ­στό­σο κα­τα­λά­βαι­νε πὼς ἦ­ταν σπου­δαι­ό­τε­ρο ἡ πε­ρι­ποί­η­ση τοῦ ἀρ­ρώ­στου ἀ­π’ τὴ δι­κή της εὐ­χα­ρί­στη­ση. Μὰ ὅ­ταν μπο­ροῦ­σε νὰ ξε­κλέ­ψει λί­γο χρό­νο, ὅ­πως σή­με­ρα ποὺ ἦρ­θε ἡ Φω­τει­νή, ἡ ἀν­δρα­δέλ­φη της, ἔ­τρε­χε ν’ ἀ­κού­σει τοὺς Χαι­ρε­τι­σμοὺς ἢ τὸ Ἀ­πό­δει­πνο. Πό­σο γα­λή­νευ­ε στὴν κα­τα­νυ­κτι­κὴ ἀ­τμό­σφαι­ρα τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας!

Ἔ­βγα­λε ἕ­να χά­πι ἀ­π’ τὸ κου­τὶ ποὺ κρά­τα­γε καὶ τό ’­δω­σε στὸν ἄν­τρα της. Τοῦ ἀ­να­σή­κω­σε τὸ κε­φά­λι καὶ τὸν βο­ή­θη­σε νὰ πι­εῖ λί­γο νε­ρό. Πῆ­γε στὴ γω­νιὰ μὲ τὰ εἰ­κο­νί­σμα­τα, ἄ­να­ψε τὸ καν­τή­λι, λι­βά­νι­σε, ἔ­κα­με τὸν σταυ­ρό της καὶ προ­σκύ­νη­σε.

–  Θε­έ μου!… Πα­να­γί­α μου!…

Ἡ προ­σευ­χή της ἔ­βγαι­νε μουρ­μου­ρι­στή. Ὁ ἄν­τρας της ἔ­κα­με νὰ γυ­ρί­σει πλευ­ρὸ ἐ­νο­χλη­μέ­νος. Τὸν ἐ­κνεύ­ρι­ζαν ὅ­λα αὐ­τά.

Ὁ Θε­ός! Ποι­ὸς Θε­ός!

Δὲν ἦ­ταν ὁ ἄν­θρω­πος ποὺ θά ’­τρε­χε στὶς ἐκ­κλη­σι­ὲς σὰν τὴ γυ­ναί­κα του. Ἡ δι­κή του σχέ­ση μὲ τὸν Θε­ὸ ἦ­ταν ἀλ­λι­ώ­τι­κη. Πά­νω στὸ δοῦ­ναι καὶ λα­βεῖν. Οἱ προ­σευ­χές του ἦ­ταν ὅ­λο αἰ­τή­μα­τα γιὰ πα­ρο­χές. Ὁ Θε­ὸς ἔ­πρε­πε νά ’­ναι ὁ πρό­θυ­μος ὑ­πη­ρέ­της του. Μὰ τώ­ρα ὅ­λα ἄλ­λα­ξαν.

Ἡ γυ­ναί­κα του τέ­λει­ω­σε καμ­μιὰ φο­ρὰ τὸ πέ­ρα-δῶ­θε. Ἦρ­θε καὶ ξά­πλω­σε ἀ­θό­ρυ­βα δί­πλα του.

–  Ἀ­π’ τὰ παι­διὰ κά­τι νε­ό­τε­ρο; τὴ ρώ­τη­σε.

–  Στὶς ὀ­κτὼ μὲ πῆ­ραν πὼς ξε­κί­νη­σαν. Ὣς τὰ με­σά­νυ­χτα θὰ εἶ­ναι ἐ­δῶ.

–  Τοὺς εἶ­πες νὰ μὴν τρέ­χουν μὲς στὴ νύ­χτα;

–  Τὸ ξέ­ρεις, κα­λέ μου, πὼς εἶ­ναι τὸ πρῶ­το ποὺ τοὺς λέ­ω πάν­τα. Ἡ­σύ­χα­σε, κοι­μή­σου, μὴν ἀ­νη­συ­χεῖς. Θὰ τὰ φυ­λά­ει ὁ Θε­ός.

Πά­λι ὁ Θε­ός! Μὰ ποι­ὸς Θε­ός!

Ἔ­κα­με κά­τι νὰ πεῖ, μὰ ἐ­κεί­νη ἅ­πλω­σε τὸ χέ­ρι της κά­τω ἀ­π’ τὰ σκε­πά­σμα­τα ἀ­πο­ζη­τών­τας τὸ δι­κό του. Πα­ρα­μέ­ρι­σε μὲ προ­σο­χὴ τὰ σω­λη­νά­κια ποὺ τὸ τρι­γύ­ρι­ζαν καὶ τοῦ τὸ χά­ι­δε­ψε ἁ­πα­λά. Ὁ ἄρ­ρω­στος ἔ­νι­ω­σε ὄ­μορ­φα στὴν τρυ­φε­ρὴ ἐ­κεί­νη ἐ­πα­φή. Ἡ ζε­στα­σιὰ τῆς πα­ρου­σί­ας της ἔ­δι­ω­χνε λι­γά­κι τὶς ἀ­νή­συ­χες σκέ­ψεις του. Τὸ μυα­λό του ἄρ­χι­σε νὰ χα­λα­ρώ­νει, κα­θὼς ἡ νάρ­κη τοῦ ὕ­πνου τὸν κυ­ρί­ευ­ε σι­γὰ-σι­γά.

…Ἡ δέ­σμη τῶν προ­βο­λέ­ων ἔ­σκι­ζε ἀ­μεί­λι­κτα τὸ σκο­τά­δι, κα­θὼς τὸ αὐ­το­κι­νη­τά­κι κα­τά­πι­νε μὲ βου­λι­μί­α τὰ χι­λι­ό­με­τρα. Τὰ παι­διά τους γύ­ρι­ζαν γιὰ τὶς δι­α­κο­πὲς τοῦ Πά­σχα. Ἡ νύ­χτα ὑ­γρὴ καὶ σκο­τει­νὴ τοὺς τύ­λι­γε. Τὰ δυ­ὸ ἀ­δέλ­φια προ­σπα­θοῦ­σαν νὰ κρα­τη­θοῦν ἄ­γρυ­πνα. Στὴ μι­κρὴ ὀ­θό­νη τοῦ ταμ­πλὼ ἡ ὥ­ρα ἔ­δει­χνε ἕν­τε­κα. Ὁ ἔρημος δρό­μος ἄρ­χι­ζε ν’ ἀ­νη­φο­ρί­ζει ἐ­λα­φρά. Μπρο­στά τους πε­λώ­ριος καὶ θε­ο­σκό­τει­νος ὑ­ψω­νό­ταν ὁ ὄγ­κος τοῦ βου­νοῦ. Ὁ Ἄγ­γε­λος, εἰ­δι­κευ­ό­με­νος για­τρός, πά­τη­σε βα­θιὰ τὸ γκά­ζι.

–  Θὰ τὴ βγά­λω ἀ­κό­μη καὶ μὲ πέμ­πτη τὴν ἀ­νη­φό­ρα! εἶ­πε κε­φά­τος στὴν ἀ­δελ­φή του, τὴ φοι­τή­τρια.

–  Κό­ψε λί­γο, νύ­χτα εἶ­ναι! ἀ­πάν­τη­σε ἡ Κα­τε­ρί­να.

–  Τό ’­χω ξα­να­κά­νει, μὴ φο­βᾶ­σαι! τὴν κα­θη­σύ­χα­σε καὶ ὅρ­μη­σε μὲ σι­γου­ριὰ στὸν ἀ­νή­φο­ρο, ποὺ γι­νό­ταν ὅ­λο καὶ πιὸ ἀ­πό­το­μος.

Ὁ δρό­μος δρα­σκέ­λι­ζε τὸ βου­νὸ στὸν αὐ­χέ­να κι ἀ­μέ­σως λό­ξευ­ε ἀ­ρι­στε­ρὰ πρὶν πά­ρει τὴν κα­τη­φό­ρα. Φω­τει­νὲς ἀν­ταύ­γει­ες τοὺς προ­ει­δο­ποί­η­σαν πὼς καὶ ἄλ­λο ὄ­χη­μα ἐρ­χό­ταν ἀν­τί­θε­τα. Μὰ ὅ­ταν πά­τη­σαν τὴν κορ­φή, ἡ ἀ­θέ­α­τη πλευ­ρὰ τοῦ δρό­μου τοὺς ἐ­πι­φύ­λασ­σε ὀ­δυ­νη­ρὴ ἔκ­πλη­ξη. Μπρο­στά τους φά­νη­καν, ὄ­χι ἕ­να, ἀλ­λὰ δυ­ὸ αὐ­το­κί­νη­τα. Τὸ ἕ­να πά­σκι­ζε πά­νω στὴ στρο­φή, ἐν­τε­λῶς ἀν­τι­κα­νο­νι­κά, νὰ προ­σπε­ρά­σει τὸ ἄλ­λο.

Οἱ ἀν­τί­θε­τες φω­τει­νὲς δέ­σμες, ἴ­δια φλο­γι­σμέ­να σπα­θιὰ φο­βε­ρῶν ξι­φο­μά­χων, δι­α­σταυ­ρώ­θη­καν γιὰ μιὰ καὶ μό­νη στιγ­μὴ στὸν σκο­τει­νὸ οὐ­ρα­νό. Ἀ­μέ­σως μὲ ἐκ­κω­φαν­τι­κὸ θό­ρυ­βο, σὰν κε­ραυ­νὸς με­τὰ τὴν λάμ­ψη τῆς ἀ­στρα­πῆς, ἀ­κο­λού­θη­σε ἡ σύγ­κρου­ση. Ὁ Ἄγ­γε­λος ἔ­στρι­ψε δε­ξιά, μὰ ἦ­ταν ἀρ­γὰ γιὰ νὰ προ­λά­βει τὸ μοι­ραῖ­ο. Τὸ πρό­σθιο φτε­ρό του τι­νά­χτη­κε ψη­λὰ καὶ χά­θη­κε στὸ σκο­τει­νὸ βου­νό. Τὸ μι­κρὸ αὐ­το­κί­νη­το, χτυ­πη­μέ­νο πλα­γι­ο­με­τω­πι­κά, δὲν κα­τά­φε­ρε νὰ κρα­τη­θεῖ στὸν δρό­μο καὶ ἀ­να­τρά­πη­κε. Κύ­λη­σε στὴν πλα­γιά, μὰ οἱ με­γά­λοι βρά­χοι τὸ συγ­κρά­τη­σαν.

–  Πα­να­γιά μου! ἔμ­πη­ξε μιὰ φο­βε­ρὴ κραυ­γὴ ἡ Κα­τε­ρί­να.

Μὰ τε­λι­κὰ εἶ­χαν μα­ζί τους ἅ­γιο. Οἱ ἀ­ε­ρό­σα­κοι ἄ­νοι­ξαν ἀ­κα­ριαῖα, οἱ ζῶ­νες λει­τούρ­γη­σαν ἄ­ψο­γα, τὰ παι­διὰ σώ­θη­καν. Τρο­με­ρὰ σο­κα­ρι­σμέ­να βγῆ­καν ἀ­π’ τὸ αὐ­το­κί­νη­το κι ἔ­τρε­ξαν μα­κριά. Τὰ ξέ­να αὐ­το­κί­νη­τα χά­θη­καν μουγ­κρί­ζον­τας, στοι­χειὰ τοῦ σκό­τους, χω­ρὶς νὰ στα­μα­τή­σουν στιγ­μή.

–  Ἀ­πὸ θαῦ­μα γλυ­τώ­σα­με! φώ­να­ξαν τὰ παι­διά.

Τὰ τραύ­μα­τά τους εὐ­τυ­χῶς ἦ­ταν ἐ­πι­πό­λαι­α. Μὰ τὸ αὐ­το­κί­νη­το ἀ­πὸ παν­τοῦ αἱ­μορ­ρα­γοῦ­σε. Δι­ά­φο­ρα ὑ­γρὰ τρέ­χα­νε στὸ χῶ­μα. Ἔ­μει­νε ἀ­χρη­στε­μέ­νο στὴν πλα­γιά.

Καὶ τώ­ρα; Ἀ­νέ­βη­καν στὸν δρό­μο γιὰ ὠ­το­στόπ. Μὰ ἐ­ρη­μιὰ βα­σί­λευ­ε παν­τοῦ.

…Πε­ρα­σμέ­νες δύ­ο ξύ­πνη­σε ἡ μά­να τους γιὰ νὰ δώ­σει στὸν ἄρ­ρω­στο τὸ φάρ­μα­κό του. Κοι­τά­ζον­τας τὸ ρο­λό­ι ἀ­λα­φι­ά­στη­κε.

Ποῦ εἶ­ναι τὰ παι­διά; Πῶς καὶ δὲν ἔ­φτα­σαν ἀ­κό­μα;

Ἡ ἀ­γω­νί­α τὴ συ­νε­πῆ­ρε ὁ­λά­κε­ρη. Ὁ ἄρ­ρω­στος κα­τά­λα­βε τί τρέ­χει. Ἀ­να­ση­κώ­θη­κε, μὰ ἔ­τρε­με σύγ­κορ­μος καὶ ξα­νά­πε­σε. Ἡ γυ­ναί­κα ἅρ­πα­ξε τὸ τη­λέ­φω­νο. Τὰ πῆ­ρε στὸ κι­νη­τό. Αἰ­ῶ­νες κύ­λη­σαν μέ­χρι ν’ ἀ­κού­σει τὴ φω­νὴ τῆς κό­ρης της.

–  Μα­μά, ἐρ­χό­μα­στε, μὴν ἀ­νη­συ­χεῖς! Εἴ­χα­με μιὰ κα­θυ­στέ­ρη­ση, θὰ τὰ ποῦ­με σπί­τι.

Μὰ πό­ση ἦ­ταν ἡ ἔκ­πλη­ξή της, ὅ­ταν μι­σὴ ὥ­ρα ἀρ­γό­τε­ρα ἕ­να ξέ­νο αὐ­το­κί­νη­το στα­ματοῦ­σε μπρο­στὰ στὴν πόρ­τα τους. Τὰ παι­διὰ κρα­τών­τας τὶς βα­λί­τσες κα­τέ­βη­καν εὐ­χα­ρι­στών­τας ἐ­πα­νει­λημ­μέ­να τὸν ἄ­γνω­στο ὁ­δη­γό, ποὺ χω­ρὶς νὰ χά­σει λε­πτό, ξα­νά­βα­λε μπρὸς κι ἐ­ξα­φα­νί­στη­κε. Ἡ μά­να εἶ­χε μεί­νει ἄ­φω­νη.

Τὰ παι­διὰ ἐ­ξή­γη­σαν τί εἶ­χε συμ­βεῖ. Καὶ πώς, ἀ­φοῦ δυ­ὸ-τρεῖς ὁ­δη­γοὶ πέ­ρα­σαν χω­ρὶς νὰ δώ­σουν ση­μα­σί­α, βρέ­θη­κε με­τὰ ἀ­πὸ ὥ­ρα πολ­λή, οὐ­ρα­νό­σταλ­τος σω­τή­ρας, ὁ κα­λὸς αὐ­τὸς ἄν­θρω­πος καὶ τοὺς ἔ­φε­ρε. Τῆς κό­πη­καν τὰ πό­δια. Ἔ­κα­νε καὶ ξα­νά­κα­νε τὸν σταυ­ρό της.

–  Με­γά­λο τ’ ὄ­νο­μά σου, Θέ μου!…

Ὁ ἄρ­ρω­στος ἀ­να­σά­λε­ψε πά­λι. Γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ εἶ­πε φω­να­χτὰ τὴ σκέ­ψη ποὺ τὸν βα­σά­νι­ζε.

–  Γιὰ ποι­ὸν Θε­ὸ μι­λᾶς; Μᾶς ξέ­γρα­ψε ὁ Θε­ὸς ἐ­μᾶς. Ἀλ­λι­ῶς δὲν θὰ μᾶς ἔ­στελ­νε τό­σες συμ­φο­ρές!

–  Μὰ τί λές, ἄν­τρα μου; Δὲν σοῦ φτά­νει ποὺ ἔ­σω­σε τὰ παι­διά μας; Φαν­τά­ζε­σαι τί θὰ μπο­ροῦ­σε νά ’­χε γί­νει;

–  Μπαμ­πά! φώ­να­ξε λί­γο ἐ­πι­τι­μη­τι­κὰ ἡ κό­ρη του. Για­τί παι­δεύ­ε­σαι ἔ­τσι; Γιὰ σκέ­ψου λί­γο. Ἀ­πό­ψε ἕ­νας ἄ­γνω­στος ἄν­θρω­πος μᾶς ἔ­κα­νε κα­κὸ καὶ μᾶς πα­ρά­τη­σε. Φταί­ξα­με βέ­βαι­α λί­γο κι ἐ­μεῖς, για­τὶ τρέ­χα­με. Κι ἕ­νας ἄλ­λος ἄ­γνω­στος ξε­φύ­τρω­σε ἀ­π’ τὸ που­θε­νὰ καί, χω­ρὶς νὰ μᾶς χρω­στά­ει τί­πο­τε, ἁ­πλῶς ἐ­πει­δὴ τὸ θέ­λη­σε, μᾶς ἔ­σω­σε. Μὲ τὸν τρό­πο ποὺ σκέ­φτε­σαι, εἶ­ναι σὰν νὰ κα­τη­γο­ρεῖς τὸν σω­τή­ρα μας, γιὰ τὶς δι­κές μας εὐ­θύ­νες καὶ γιὰ τὸ κα­κὸ ποὺ μᾶς ἔ­κα­νε ὁ ἄλ­λος.

–  Εἰ­λι­κρι­νὰ δὲν σὲ κα­τα­λα­βαί­νω, κό­ρη μου! εἶ­πε κου­ρα­σμέ­να ὁ ἄρ­ρω­στος.

–  Μὰ δὲν τὸ φέρ­νει ὁ Θε­ός, μπαμ­πά μου, τὸ κα­κὸ στὸν κό­σμο. Ἐ­μεῖς τὸ κά­νου­με, μιᾶς καὶ μᾶς δό­θη­κε ἐ­λευ­θε­ρί­α νὰ δι­α­λέ­γου­με. Ὅ­μως τὸ κα­κὸ ἔ­χει συ­νέ­πει­ες πολ­λές. Στὴν ψυ­χὴ δὲν τὶς βλέ­που­με, ἀλ­λὰ στὴ φύ­ση καὶ στὸ σῶ­μα τὸ πέ­ρα­σμά τους φαί­νε­ται ξε­κά­θα­ρα: ἀρ­ρώ­στια, γη­ρα­τειά, θά­να­τος. Μό­νοι μας φέρ­νου­με τὴ φθο­ρὰ παν­τοῦ. Κι ὅ­ταν κά­νου­με κακὸ στοὺς ἄλλους, πό­λε­μο, ἀ­δι­κί­α, ἐκ­με­τάλ­λευ­ση, πό­ση τα­λαι­πω­ρί­α, πό­σα δει­νὰ σω­ρι­ά­ζου­με στὸν κόσμο ὁλόκληρο; Μᾶς φταί­ει ὁ Θε­ὸς γι’ αὐ­τά; Ἐ­κεῖ­νος, ἂν θυ­μᾶ­σαι, εἶ­χε φυ­τέ­ψει ἕ­ναν πα­ρά­δει­σο γιὰ μᾶς. Ἔ, λοι­πόν, ἔ­γι­νε τώ­ρα κό­λα­ση. Μὰ ὄ­χι ἀ­πὸ Ἐ­κεῖ­νον. Ἀ­πὸ μᾶς!

–  Ὅ­μως ἐ­γὼ δὲν ἔ­χω κά­νει σὲ κα­νέ­ναν τὸ κα­κό. Για­τί νὰ τὰ περ­νά­ω αὐ­τά;

–  Κα­νέ­νας μας δὲν εἶ­ναι τέ­λει­ος. Ὅ­λοι μας κά­νου­με κα­κό, μι­κρὸ ἢ με­γά­λο ἀ­δι­ά­φο­ρο, ἀ­κό­μα κι ἂν μιὰ μέ­ρα εἶναι μό­νο ἡ ζω­ή μας. Μ’ αὐτὸ ποτίζουμε τὴ ρίζα τοῦ κακοῦ, δὲν τὴν ἀφήνουμε ποτὲ νὰ ξεραθεῖ. Δέντρο βαθύρριζο τὸ κάναμε αἰῶνες τώρα κι ὕψος τοῦ δώσαμε πολύ, παντοῦ ν’ ἀπλώνει τὴ σκιά του. Εἴμαστε συνυπεύθυνοι λοιπὸν γιὰ τὸ κακὸ ποὺ γίνεται ὅπου γῆς. Μὰ κι ὅ,τι γίνεται σὲ μᾶς, χωρὶς δική μας ἄμεση εὐθύνη, μπορεῖ νὰ εἶναι ἀπὸ κακὸ ποὺ κάνουν ἄλλοι. Ἀ­κό­μα κι ἀ­πὸ προ­η­γού­με­νες γε­νι­ές.

–  Μὰ νὰ πλη­ρώ­νω ἐ­γὼ γιὰ τὸ κα­κὸ ποὺ κά­νουν ἄλ­λοι;

–  Τρῶνε τὴν ἀ­γου­ρί­δα οἱ γονεῖς, τὰ δόν­τια τῶν παι­δι­ῶν μου­διά­ζουν ὅ­μως, ποὺ λέ­ει κι ἡ πα­ροι­μί­α («Οἱ πα­τέ­ρες ἔ­φα­γον ὄμ­φα­κα καὶ οἱ ὀ­δόν­τες τῶν τέ­κνων ᾑ­μω­δί­α­σαν» [Ἱ­ερ. 38, 29]). Οἱ ἁ­μαρ­τί­ες τῶν γο­νέ­ων παι­δεύ­ουν τὰ τέ­κνα. Δὲν μεταβιβάζεται βέβαια κάποια τιμωρία, κάποια ἐνοχὴ στὰ παιδιά, ἀλλὰ οἱ φυσικὲς συνέπειες τοῦ κακοῦ. Τί φταῖνε τὰ ἀθῶα πλάσματα ποὺ ὑποφέρουν, ἐπειδὴ γεννήθηκαν ἀπὸ ἄρρωστους γονεῖς; Δὲν ζοῦ­με μό­νοι μας στὴ γῆ αὐτή. Ὅ,τι κι ἄν κάνουμε, πάει καὶ στοὺς ἄλλους. Βάζει ὁ κακοποιὸς φωτιὰ στὸ σπί­τι μας; Ὅμως ἐμεῖς θὰ μείνουμε στὸν δρόμο ἄστεγοι καὶ θὰ παγώνουμε στὸ κρύο. Ὄχι αὐτός. Κάνουν πολέμους οἱ μεγάλοι, μὰ τὴν πληρώνουν οἱ μικροί. Ἀ­πὸ τὴ βόμ­βα ποὺ ἔ­ριξαν στὴ Χι­ρο­σί­μα κά­πο­τε, πόσοι πεθαίνουν ἀκόμα σήμερα; Ἐν τέ­λει ἡ ἁ­μαρ­τί­α δὲν ἀ­φο­ρᾶ μο­νά­χα ἐ­κεῖ­νον ποὺ τὴν κά­νει, κι ἂς τὴ νο­μί­ζει ἀ­πο­κλει­στι­κὰ δι­κή του ὑ­πό­θε­ση. Ἁ­πλώ­νει τὴν ὀ­λέ­θρια σκιά της σὲ πολλούς. Ἀ­κό­μα καὶ στὶς ἑ­πό­με­νες γε­νι­ές.

–  Κα­λὰ καὶ ὁ Θε­ὸς γιὰ ὅ­λα αὐ­τά τί κά­νει; Για­τί δὲν ἐ­πεμ­βαί­νει;

–  Μὲ τὸ ζόρι; Νὰ μᾶς πετρώνει ἐπὶ τόπου κάθε φορὰ ποὺ πᾶμε ν’ ἁμαρτήσουμε; Νὰ μᾶς ἀστυνομεύει; Μὰ πρῶτοι ἐμεῖς θὰ ἐπαναστατούσαμε! Εἶ­ναι ἀ­δι­α­πραγ­μά­τευ­το χαρ­τὶ γι’ αὐ­τὸν ἡ ἐ­λευ­θε­ρί­α μας. Δὲν γί­νε­ται νὰ μᾶς τὴν ἀ­φαι­ρέ­σει. Τὴ σέ­βε­ται ἀ­πό­λυ­τα. Δὲν ἔπλασε ὄντα δουλικά. Κοντά του θέλει μονάχα ὅσους ἐ­λεύ­θε­ρα διαλέγουν νά ’ναι μαζί του. Ἀ­πὸ ’­κεῖ καὶ πέ­ρα δι­ορ­θώ­νει τὶς συ­νέ­πει­ες τοῦ κα­κοῦ, ὅ­σο γί­νε­ται βέβαια, γιὰ νὰ βγεῖ ἡ με­γα­λύ­τε­ρη ὠ­φέ­λεια γιὰ μᾶς. Γι’ αὐτὸ καὶ συμμετέχει αὐ­το­προ­σώ­πως στὸ βα­θὺ μυ­στή­ριο τοῦ πό­νου μας. Τὸν παίρ­νει ἐ­πά­νω του. Πο­νά­ει μα­ζί μας, ὑ­πο­φέ­ρει, σταυ­ρώ­νε­ται, πε­θαί­νει. Ἀλ­λὰ καὶ ἀ­να­σταί­νε­ται. Γιὰ νὰ γυ­ρί­σει τὴν κα­τά­ρα σὲ εὐ­λο­γί­α. Νὰ δεί­ξει πὼς δὲν εἶ­ναι μό­νο ὄ­λε­θρος ὁ πό­νος, ἀλ­λὰ καὶ δρό­μος γιὰ τὴ λύ­τρω­ση. Ἔ­χει τὸν σκο­πό του κι αὐ­τός.

–  Τὸ θέ­μα ὅ­μως εἶ­ναι τώ­ρα ἐ­δῶ, ἐ­νό­σῳ ζοῦ­με, τί γί­νε­ται, ὄ­χι με­τὰ στὸν ἄλ­λο κό­σμο.

–  Μὰ ἐ­δῶ εἶ­ναι ἀ­κρι­βῶς τὸ μυ­στι­κό. Λη­σμο­νη­μέ­νοι, πα­ρα­τη­μέ­νοι κι ὀρ­φα­νοὶ δὲν εἴ­μα­στε πο­τὲ γιὰ τὸν Θε­ό. Ὄ­χι στὸν ἄλ­λο κό­σμο, ἀλ­λὰ ἐ­δῶ καὶ τώ­ρα μᾶς βο­η­θά­ει ὁ Θε­ός. Βά­ζει καὶ τὴ δι­κή του μα­τω­μέ­νη πλά­τη κά­τω ἀ­π’ τὸν δι­κό μας τὸν σταυ­ρό. Καὶ μό­νο ἔ­τσι ἀντέχουμε τὰ βάσανά μας. Μαζί του ἡ ζω­ή μας γί­νε­ται ὑ­πο­φερ­τή, γλυ­καί­νει ὁ δρό­μος της. Μπο­ροῦ­με νά ’χουμε ἀ­κό­μα καὶ χαρὰ μὲς στὰ παθήματά μας. Κι ὅ­σους πο­νᾶ­νε, κλαῖ­νε, ὑ­πο­φέ­ρουν κι ἀ­δι­κοῦν­ται, τοὺς κά­νει εὐ­λο­γη­μέ­νους. Εἶ­ναι μα­κά­ριοι γι’ αὐ­τόν, ὄ­χι κα­τα­ρα­μέ­νοι.

–  Δὲν φταί­ει ὁ Θε­ὸς λοι­πὸν πο­τὲ γιὰ τὸ κα­κό;

–  Ὄ­χι βέ­βαι­α! Ἐ­μεῖς οἱ ἴ­διοι μὲ τὴ θέ­λη­σή μας, ἀλ­λὰ καὶ οἱ ἄλ­λοι, τὸ προ­ξε­νοῦ­με στὴ ζω­ή μας. Ἐ­κεῖ­νος νὰ μᾶς βο­η­θή­σει μό­νο ἔρ­χε­ται, νὰ μᾶς γλυ­τώ­σει, βγά­ζον­τας ἀ­π’ τὸ κα­κὸ κα­λό, ὅ­σο μπο­ρεῖ. Ἀ­πό­ψε κά­ποι­ος μᾶς ἔ­σω­σε ἀ­π’ τὸ κα­κό, ποὺ κά­ποι­ος ἄλ­λος μᾶς προ­ξέ­νη­σε. Δὲ θά ’­ταν τρέλ­λα νὰ κα­τη­γο­ρή­σου­με αὐ­τὸν ποὺ μᾶς βο­ή­θη­σε, ἀν­τὶ γιὰ ‘κεῖ­νον ποὺ μᾶς χτύ­πη­σε; Ἔ­τσι κι ἐ­δῶ: Ἄλλοι μᾶς βλά­πτουν ἢ ἔστω ἀπὸ μόνοι μας ἐμεῖς ζη­μι­ώ­νου­με τὸν ἑ­αυ­τό μας, κα­τη­γο­ροῦ­με ὅ­μως τὸν Θε­ό. Δὲν εἶ­ναι φο­βε­ρὰ πα­ρά­λο­γο αὐ­τό;

Ἡ Κα­τε­ρί­να μι­λοῦ­σε μὲ ἔ­ξαρ­ση. Τὴν ἄ­κου­γαν ὅ­λοι προ­σε­κτι­κά. Λο­γι­στι­κὰ σπού­δα­ζε, ποῦ τὴν ἔ­μα­θε τὴ θε­ο­λο­γί­α; Ὁ ἄρ­ρω­στος εἶ­χε κλεί­σει τὰ μά­τια του καὶ δὲν μι­λοῦ­σε. Ἡ κό­ρη του ἀ­νη­σύ­χη­σε.

–  Μπαμ­πά, πῶς εἶ­σαι;

–  Κα­λά, παι­δί μου! Μὴ φο­βᾶ­σαι. Σκέ­φτο­μαι. Νο­μί­ζω πὼς δὲν ἔ­χεις ἄ­δι­κο. Εἶ­χα σκλη­ρύ­νει λί­γο ἀ­πὸ τὸν πό­νο μου, τ’ ὁ­μο­λο­γῶ. Ἔ­βλε­πα τὰ πράγ­μα­τα μὲ πιὸ ρη­χὴ μα­τιά, ὅ­πως μὲ βό­λευ­ε μο­νά­χα. Ὑ­πεύ­θυ­νο γιὰ ὅ­λα θε­ω­ροῦ­σα τὸν Θε­ό. Ἤ­μουν λι­γά­κι ἐ­γω­ι­στὴς καὶ ἄ­δι­κος μα­ζί του.

–  Τώ­ρα ὅ­μως ὄ­χι πιά! Ἔ­τσι, μπαμ­πά μου; εἶ­πε χα­μο­γε­λα­στὰ καὶ τὸν ἀγ­κά­λια­σε ἡ κό­ρη του. Δὲ θὰ σκέ­φτε­σαι ἔ­τσι. Μοῦ τὸ ὑ­πό­σχε­σαι;

–  Ναί, γλυ­κειά μου, μπο­ρῶ νὰ σοῦ χα­λά­σω τὸ χα­τί­ρι; προ­σπά­θη­σε νὰ χα­μο­γε­λά­σει κι ἐ­κεῖ­νος, πράγ­μα ποὺ ἐ­δῶ καὶ μῆ­νες εἶ­χε ξε­μά­θει πῶς γι­νό­ταν.

Καὶ ἦ­ταν ἡ πρώ­τη φο­ρὰ ποὺ μιὰ ἀναλαμπὴ τρύπωσε μέσα του κι ἕ­να γλυκό, ἀλ­λι­ώ­τι­κο, διάφανο φῶς πῆ­ρε σι­γὰ-σι­γὰ νὰ δι­ώ­χνει τὸ με­λαγ­χο­λι­κὸ σκο­τά­δι τῆς καρ­διᾶς του. Ζε­στὸ τὸ ἄγ­γιγ­μα τῆς θεϊκῆς Ἀ­γά­πης ποὺ ’ρ­χό­τα­νε νὰ σταυ­ρω­θεῖ, ἀ­νά­δευ­ε γλυ­κει­ὲς ἐλ­πί­δες μέ­σα του, ἀ­να­στά­σι­μες.

Τὰ μά­τια ὅ­λων εἶ­χαν δα­κρύ­σει.

Πάσχα 2007

Να είσαι άνθρωπος απλός…

Να είσαι άνθρωπος απλός…

Να χαίρεσαι με τα λίγα! Να χαμογελάς. Να είσαι ευγενής. Να μιλάς όμορφα σε όλους τους ανθρώπους. Να είσαι ταπεινός. Μην προσπαθείς να εξουσιάζεις κανέναν άλλον.

Να είσαι ήρεμος. Ειρηνικός. Να μην ταράζεσαι από τα λόγια των ανθρώπων. Έχε το κεφάλι χαμηλά στα ‘’μπράβο’’ που σου λεν και μην απελπίζεσαι όταν κάνεις λάθη. Να μην κρίνεις κανέναν.

Για τίποτα Και τέλος ν’ αγαπάς… Ν’ αγαπάς… Να συγχωρείς… Και να μην σταματήσεις ποτέ σου να ελπίζεις!!!

Αυτά υπέμεινε ο Χριστός για μας. Εάν τα δικά σου είναι πιο μεγάλα από του Χριστού, κάνε καλά μαζί Του”

Ο Γέροντάς μας, ο πατήρ Ιωσήφ, όταν του λέγαμε παράπονα και διάφορες δικαιολογίες ότι: “ο τάδε μου έκανε έτσι, με κατηγόρησε, με αδίκησε, με παρεπίκρανε, με παραθεώρησε” κλπ. μας έλεγε:
“Δυο λεπτά να σας διαβάσω κάτι”.
Και μας διάβαζε το συναξάριο της Μεγάλης Παρασκευής. Και μας έλεγε: “Αυτά υπέμεινε ο Χριστός για μας. Εάν τα δικά σου είναι πιο μεγάλα από του Χριστού, κάνε καλά μαζί Του”.
Βέβαια εμείς όταν τα ακούγαμε, σκύβαμε ντροπιασμένοι το κεφάλι κάτω και φεύγαμε διότι δεν είχαμε να ακούσουμε τίποτα περισσότερο… Όλα αυτά τα έπαθε ο Χριστός για να μας δείξει πόσο μας αγαπά, για να μας καλέσει κοντά του ελεύθερα και αβίαστα, και για να μας συγκινήσει, όπως έλεγε και ο Άγιος Παΐσιος.

Μητροπολίτης Λεμεσού Αθανάσιος

Μεγάλη Πέμπτη: Το Τραπέζι των Τελευταίων Λόγων

Σήμερα, ο Χριστός κάθεται στο τραπέζι με τους ανθρώπους που αγαπά περισσότερο.

Ξέρει πως μέσα σε λίγες ώρες θα Τον εγκαταλείψουν.
Ξέρει πως ο Πέτρος θα Τον αρνηθεί τρεις φορές.
Ξέρει πως ο Ιούδας θα Τον προδώσει με ένα φιλί.
Ξέρει πως, όταν έρθουν οι στρατιώτες, όλοι θα τρέξουν να κρυφτούν.

Κι όμως, κάθεται μαζί τους.
Τους πλένει τα πόδια.
Τους προσφέρει κρασί και άρτο.
Τους μιλά για αγάπη.

Όχι επειδή τους χρειάζεται.
Αλλά επειδή η Αγάπη δεν αποσύρεται όταν πληγώνεται. Επιμένει.

Η Μεγάλη Πέμπτη είναι η νύχτα των προθέσεων και των προδοσιών.

Είναι η νύχτα που το φως κάθεται δίπλα στο σκοτάδι.
Που η τρυφερότητα συνυπάρχει με την απιστία.
Που η καρδιά του Θεού χτυπά ανάμεσα σε ανθρώπινες καρδιές ασταθείς, φοβισμένες, προδοτικές.

Είναι η νύχτα που μοιάζει πιο πολύ με εμάς.

Γιατί όλοι έχουμε καθίσει κάποτε σ’ ένα τέτοιο τραπέζι.
Ένα τραπέζι που ξέραμε πως οδηγεί στο τέλος — αλλά δεν μπορούσαμε να φύγουμε.
Ή δεν τολμήσαμε να μείνουμε.

Ο Πέτρος Τον αρνήθηκε. Όχι επειδή Τoν μίσησε.
Αλλά επειδή φοβήθηκε για τη ζωή του.

Ο Ιούδας Τον πούλησε. Όχι επειδή ήταν τέρας.
Αλλά γιατί πίστευε ότι ήξερε καλύτερα, ότι μπορούσε να επιβάλει το δικό του σχέδιο για τη “σωτηρία”.

Ακόμα κι εμείς, όταν πληγώνουμε τους ανθρώπους μας…
δεν το κάνουμε πάντα από μοχθηρία.
Το κάνουμε από φόβο, αδυναμία, έλλειψη εμπιστοσύνης, έπαρση.

Η Μεγάλη Πέμπτη μας θυμίζει πως το κακό δεν έρχεται με κέρατα. Έρχεται με πρόθεση “για το καλό”.

Πριν τους μιλήσει, πριν τους κοινωνήσει, πριν προδοθεί, ο Χριστός κάνει κάτι απίστευτο:

Γονατίζει μπροστά στους φίλους Του και τους πλένει τα πόδια.

Αυτοί που θα Τον εγκαταλείψουν.
Αυτοί που δεν Τον καταλαβαίνουν.
Αυτοί που ρωτούν ποιος είναι ο “μεγαλύτερος”…

Σε αυτούς ο Χριστός γίνεται υπηρέτης.

Γιατί η Αγάπη δεν κρατάει θυμό. Δεν κάνει λογαριασμούς. Δεν αγαπά με ανταλλάγματα.

Και δεν υπάρχει πιο μεγάλη δύναμη, από εκείνον που επιλέγει να υπηρετήσει όταν θα μπορούσε να τιμωρήσει.

Κάθε φορά που προσεγγίζεις την εσώτερη αλήθεια σου,
κάθε φορά που συγχωρείς τον εαυτό σου ή έναν άλλον άνθρωπο,
κάθε φορά που επιλέγεις να μείνεις εκεί που θα ήταν εύκολο να φύγεις…
…κάνεις ένα Μυστικό Δείπνο μέσα σου.

Προσφέρεις ψωμί στη δική σου πείνα για νόημα.
Προσφέρεις κρασί στην πληγή σου που αιμορραγεί για σύνδεση.

Και ίσως, για πρώτη φορά, καταλαβαίνεις τι σημαίνει το “Τούτο εστί το σώμα μου… το αίμα μου…”.
Δεν είναι δόγμα. Είναι κάλεσμα σε σχέση.
Είναι το αίμα της ψυχής σου, που κυκλοφορεί ξανά σε κάτι μεγαλύτερο από εσένα.

Η Μεγάλη Πέμπτη μάς βρίσκει όλους στο ίδιο τραπέζι.
Άλλοι με φόβο, άλλοι με πίστη.
Άλλοι έτοιμοι να αρνηθούν, άλλοι έτοιμοι να μείνουν.

Αλλά στο κέντρο του τραπεζιού δεν υπάρχει επίκριση.
Υπάρχει ένα ποτήρι.
Ένα κομμάτι ψωμί.

Κι ένα βλέμμα που λέει:
“Ξέρω ποιος είσαι. Και πάλι σε αγαπώ.”

Γιατί έχει αξία αυτή η νύχτα;
Γιατί σε κάνει να ρωτήσεις:
Ποιον πρόδωσα χωρίς να το καταλάβω;
Πού φοβήθηκα να μείνω;
Ποιες υποσχέσεις έσπασα μέσα μου;

Και πιο βαθιά ακόμα:

Μπορώ να συγχωρήσω εμένα, για όσα έκανα;
Μπορώ να ζητήσω συγχώρεση, χωρίς να νιώθω ανάξιος;

Η Μεγάλη Πέμπτη λέει ναι.
Όχι επειδή δεν έκανες λάθη.
Αλλά επειδή σε αγάπησε κάποιος πριν καν τα κάνεις.

Απόψε, το φως θα σβήσει.

Η νύχτα θα είναι σκληρή.
Η προδοσία θα γίνει.
Ο πόνος θα ξεκινήσει.

Αλλά πριν απ’ όλα, θα μείνει μια ανάμνηση:
Ένας Δάσκαλος, που έσκυψε να πλύνει πόδια.
Που έδωσε σώμα και αίμα.
Που ευλόγησε ακόμη και εκείνον που θα Τον πρόδιδε.

Γιατί στο τέλος…
Αυτός που αγαπά μέχρι τέλους, είναι Αυτός που νικά.

Το ελπιδοφόρο μήνυμα του Αγίου Παϊσίου στην τελευταία σκηνή της σειράς(Video)

π. Ιωήλ: Όταν ο Άγιος Παΐσιος είδε τον Άγγελό του (Video)

πατήρ Ιωήλ: Όταν ο Άγιος Παΐσιος είδε τον Άγγελό του…

«Από Μένα ήταν αυτό!» Άγιος Σεραφείμ της Βίριτσα (Video)

Το παρακάτω κείμενο αποτελεί ένα γράμμα που στάλθηκε από τον Πατέρα Σεραφείμ σ’ ένα πνευματικό του παιδί, επίσκοπο, ο οποίος βρισκόταν στη φυλακή. Είναι ένας λόγος παρηγοριάς και νουθεσίας που ο Δημιουργός Θεός απευθύνει στη ψυχή του ανθρώπου.

Η Εβδομάδα των Παθών (π. Δημητρίου Μπόκου)

Κατὰ τὴ Μεγάλη Ἑβδομάδα ποὺ ἀνοίγεται ἤδη μπροστά μας, ὁ Χριστὸς πραγματοποιεῖ τὴν πορεία ποὺ εἶχε πολλὲς φορὲς προαναγγείλει, προετοιμάζοντας τοὺς μαθητές του γιὰ τὰ ἐπικείμενα Πάθη καὶ τὴν Ἀνάστασή του. «Μέλλει ὁ Υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου παραδίδοσθαι εἰς χεῖρας ἀνθρώπων καὶ ἀποκτενοῦσιν αὐτὸν καὶ τῇ τρίτῃ ἡμέρᾳ ἐγερθήσεται» (Ματθ. 17, 22-23).

Τὴν πορεία αὐτὴ μᾶς ὑπενθυμίζει ἀπὸ τὴν ἀρχὴ τῆς Μεγάλης Ἑβδομάδας ἡ Ἐκκλησία. Ἀπὸ τὸ βράδυ κιόλας τῆς Κυριακῆς τῶν Βαΐων, ὅπου ψάλλεται ὁ Ὄρθρος τῆς Μεγάλης Δευτέρας καὶ ξεκινάει ἡ πρώτη ἀκολουθία τοῦ Νυμφίου, ἀκοῦμε τὸ Κάθισμα: «Τὰ πάθη τὰ σεπτὰ ἡ παροῦσα ἡμέρα ὡς φῶτα σωστικὰ ἀνατέλλει τῷ κόσμῳ». Ἂν καὶ πρόκειται γιὰ τὴν πιὸ ἐπώδυνη διαδικασία ποὺ γνώρισε ποτὲ ὁ κόσμος, ὅμως τὰ Πάθη εἶναι δόξα καὶ λαμπρότητα γιὰ τὸν Χριστό. Ἀκτινοβολοῦν στὸν κόσμο σὰν φῶτα σωτήρια, ὅπως προβάλλει ὁ ἥλιος τὸ πρωὶ καὶ φωτίζει μὲ τὶς ἀκτίνες του τὰ πάντα.

Ἡ πρώτη λοιπὸν ἡμέρα ποὺ παρουσιάζει «τῶν παθῶν τοῦ Κυρίου τὰς ἀπαρχάς», ἤδη «λαμπροφορεῖ». Δοξάζουμε ευγνώμονα, πανηγυρίζουμε «τὴν ἀπόρρητον Λόγου Θεοῦ κατάβασιν», δὲν μοιρολογοῦμε γιὰ τὰ βάσανα τοῦ Χριστοῦ μὲ ἄρρωστους συναισθηματισμούς.

Ἡ σταυρικὴ πορεία τοῦ Κυρίου ὑποσημαίνεται ἀκριβῶς μὲ τὴν παραβολὴ τοῦ ἀμπελῶνος, ποὺ ἀκοῦμε ἤδη στὴν εὐαγγελικὴ περικοπὴ ἀπὸ τὴν πρώτη βραδιά. Ἐκεῖ οἱ κακοὶ γεωργοὶ ἔδειραν, ἀπέκτειναν, λιθοβόλησαν τοὺς δούλους ποὺ ἀπέστειλε τὸ ἀφεντικό τους γιὰ νὰ παραλάβουν τοὺς καρπούς. Ἐν συνεχείᾳ σκέφτηκαν νὰ κάνουν τὸ ἴδιο καὶ στὸν υἱὸ τοῦ κυρίου τους. «Δεῦτε ἀποκτείνωμεν αὐτὸν καὶ κατάσχωμεν τὴν κληρονομίαν αὐτοῦ». Ἔτσι λοιπὸν τὸν συνέλαβαν καὶ «ἐξέβαλον ἔξω τοῦ ἀμπελῶνος καὶ ἀπέκτειναν αὐτόν».

Ἀποδοκιμάζεται λοιπὸν ὁ Χριστός, ἐξοντώνεται ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους ποὺ ὁ ἴδιος ἔβαλε γιὰ νὰ φροντίζουν τὰ δικά του. Καταδέχεται «σταυρόν, ἐτασμοὺς (ἀνακρίσεις) καὶ μάστιγας, Πιλάτῳ κρινόμενος». Ραπίζεται στὸ πρόσωπο ἀπὸ δούλους, ἀνέχεται τὰ πάντα, «ἵνα σώσῃ τὸν ἄνθρωπον».

Μὰ ὁ θάνατος δὲν εἶναι τὸ τέλος του, ὅπως νόμισαν οἱ φονεῖς του. Εἶναι μὲν ὁ λίθος ποὺ τὸν «ἀπεδοκίμασαν οἱ οἰκοδομοῦντες», ποὺ τὸν πέταξαν ὡς ἀκατάλληλο γιὰ χτίσιμο, ἀλλὰ ὁ λίθος «οὗτος ἐγενήθη εἰς κεφαλὴν γωνίας». Ἔγινε ἀκρογωνιαῖος. Τὸ ἀγκωνάρι ποὺ κρατάει ὅλη τὴν οἰκοδομή. «Παρὰ Κυρίου ἐγένετο αὕτη». Θεμελιώθηκε ἀτράνταχτα πάνω στὸ αἷμα τοῦ Χριστοῦ. Κανένας δὲν μπορεῖ νὰ τὴν γκρεμίσει πλέον. Ἡ θαυμαστὴ αὐτὴ οἰκοδομὴ εἶναι ἡ Ἐκκλησία (Ματθ. 21, 33-42).

Πάνω της μᾶς καλεῖ νὰ χτιστοῦμε κι ἐμεῖς. «Θεοῦ οἰκοδομή ἐστε», λέει (διὰ Παύλου) ὁ Χριστὸς (Α΄ Κορ. 3, 9).

Ὅταν ἐσύ λογίζεσαι κακό γιά τόν ἄλλον, ὅτι ὁ ἄλλος τά ἔχει ἐναντίον σου, ἤδη τόν ἔχεις κατακρίνει

Ὅταν λοιπόν ἐσύ λογίζεσαι κακό γιά τόν ἄλλον, ὅτι ὁ ἄλλος τά ἔχει ἐναντίον σου -μπορεῖ νά μήν τοῦ λές τίποτα ἀλλά μέσα σου αὐτό πιστεύεις- ἤδη τόν ἔχεις κατακρίνει. Γιατί; Γιατί θεωρεῖς ὅτι ὁ ἄλλος εἶναι κακός Χριστιανός, δέν ἔχει ἀγάπη, τά ἔχει ἐναντίον σου… καί ἐφόσον ἔχει ἕναν λογισμό ἐναντίον σου, ἄν ἦταν καλός Χριστιανός ὄφειλε νά ἔρθει νά σοῦ τό πεῖ. Νά σοῦ πεῖ δηλαδή τήν αἰτία πού εἶναι πικραμένος καί νά συνδιαλλαγεῖ μαζί σου.
Τό λέει τό Εὐαγγέλιο, ὅταν ἔχεις ἕναν λογισμό ἐναντίον κάποιου, δέν πρέπει νά τό πεῖς σέ τρίτο, ἀλλά στόν ἴδιο. Νά τοῦ πεῖς:
– Ξέρεις, μέ σκανδάλισες μ’ αὐτό πού ἔκανες. Μήπως πέφτω ἔξω; Μήπως δέν εἶναι ἔτσι; Μήπως κάνω λάθος. Ἐξήγησέ το μου σέ παρακαλῶ.
Ὁπότε βοηθᾶς καί τόν ἄλλο νά ἔρθει σέ μία συναίσθηση καί ἐνδεχομένως νά σοῦ ζητήσει καί συγγνώμη.

Ἐνῶ, ἄν τό κρύψεις καί τό πεῖς σ΄ ἕναν τρίτο, τόν συκοφαντεῖς. Καί κατακρίνεις μέσα σου καί τόν συκοφαντεῖς σ’ ἕναν ἄλλον καί τόν διασύρεις καί τόν καταλαλεῖς. Ὁπότε τότε τί γίνεται; Διασπᾶς τήν ἑνότητα τοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ, τῆς Ἐκκλησίας καί ἀπέναντι σ’ αὐτό τό πρόσωπο καί ὠθεῖς καί τόν τρίτο στήν ἁμαρτία τῆς κατάκρισης καί τῆς καταλαλιᾶς. Ἑπομένως τό μεγάλο μυστικό εἶναι νά μή δεχόμαστε κακούς λογισμούς γιά κανέναν. Αὐτό τό πληροφορεῖται καί ὁ ἄλλος καί ἄν ἀκόμα ἔχει κακούς λογισμούς, θά τούς ἀποβάλλει εὐκολότερα ἔτσι, παρά ὅταν καί ἐμεῖς «ἀμυνθοῦμε» καί ἀρχίσουμε νά κάνουμε ἀνάλογους κακούς λογισμούς γιά τόν τάδε, γιά τήν τάδε πού δέν μᾶς ἀγαπάει… πού μᾶς φέρεται ἔτσι ὅπως μᾶς φέρεται…
Ἄν θέλεις λοιπόν νά βοηθήσεις καί νά συνδιαλαγεῖς πραγματικά μέ τόν ἄλλον, ὅταν ἔρχεσαι σέ κοινωνία μαζί του καί ὅταν τόν σκέφτεσαι, νά σκέφτεσαι πάντα καλά πράγματα γι’ αὐτόν.

Ἱερομ. Σάββα Ἁγιορείτου