Πόσο Πιστεύεις; (π. Δημητρίου Μπόκου)

Ιδιαίτερη εντύπωση προξενεί η κατάληξη της θαυμάσιας παραβολής του πλουσίου και του φτωχού Λαζάρου, με την οποία ο Χριστός συμπλήρωσε όσα δίδαξε νωρίτερα για την ορθή διαχείριση του πλούτου. Ο πλούσιος από τον Άδη παρακαλεί τον Αβραάμ να στείλει τον Λάζαρο στον κόσμο ξανά, για να αναγγείλει στους αδελφούς του να αλλάξουν ζωή, να ζήσουν στο εξής θεοφιλώς, για να μην καταντήσουν και αυτοί «εις τον τόπον της βασάνου». Ο Αβραάμ όμως απαντάει, ότι αν δεν ακούνε τον λόγο του Θεού που είναι ήδη καταγεγραμμένος στην Αγία Γραφή, δεν θα ακούσουν ούτε και κάποιον που θα αναστηθεί εκ νεκρών (Κυριακὴ Ε΄ Λουκᾶ).

Η απάντηση του Αβραάμ σοκάρει, αλλά δείχνει μια τραγική πραγματικότητα. Τη δυσκολία μας να δεχθούμε πράγματα, που δεν τα βλέπουμε φανερά και απτά. Και όσα αφορούν το επέκεινα, τη μετά θάνατον ζωή, τον Παράδεισο και την Κόλαση, ανήκουν σ’ αυτά που γίνονται δεκτά μόνο με την πίστη. Και δεν είμαστε διατεθειμένοι να τα δεχθούμε εύκολα. Χωρίς πίστη όμως δεν έρχεται μέσα μας πληροφορία και βεβαιότητα για πράγματα που δεν είναι ορατά διά γυμνού οφθαλμού. Μόνο η πίστη κάνει χειροπιαστά στην ψυχή μας όσα δεν έγιναν ακόμα, αλλά τα περιμένουμε να γίνουν. Η πίστη είναι «ελπιζομένων υπόστασις, πραγμάτων έλεγχος ου βλεπομένων» (Εβρ. 11, 1).

Αλλά τί δυσκολεύει τόσο τον άνθρωπο να πιστεύει στα μέλλοντα; Η προσκόλλησή του στα παρόντα. «Κάλλιο πέντε και στο χέρι, παρά δέκα και καρτέρει». Ζώντας με το βλέμμα συνεχώς στραμμένο στο τώρα, ατονεί μέσα του η αναζήτηση των μελλόντων, της Βασιλείας του Θεού. Ψυχραίνει βαθμηδόν η αγάπη του για τον Θεό. Δυσκολεύεται η ψυχή του να σκέφτεται πνευματικά. Γίνεται όλο και νωθρότερος στο να ζει κατά τις εντολές του Θεού.

Εξανεμίζει έτσι εντελώς αντί να δυναμώνει τη λιγοστή πίστη του, που ούτως ή άλλως βάλλεται πανταχόθεν συνεχώς, έσωθεν μεν από τις δικές του αμφιβολίες, έξωθεν δε από τον ασταμάτητο βομβαρδισμό αντιθέων κηρυγμάτων. Σβήνει συνεπώς κάθε του διάθεση για σοβαρή πνευματική εργασία, αγώνα κατά των παθών, προσευχή. Δεν βλέπει καν τον λόγο να κοπιάσει για κάτι τέτοιο, αφού απορρίπτει στην πράξη τελικά καθετί που δεν είναι του παρόντος.

Μας φαίνεται παράξενο; Και όμως…

Πέρασε, λέει, κάποτε ένας εργάτης απ’ το κελλί του αγίου Παϊσίου. «Γέροντα, είμαι πολύ στενοχωρημένος σήμερα, του λέει. Είχα συμφωνήσει να πάω στο τάδε κελλί, στον τάδε αδελφό για να του κόψω ξύλα, αλλά εκείνος σηκώθηκε και έφυγε. Δεν τον βρήκα σήμερα. Θα μου ’δινε 500 δραχμές μεροκάματο (τότε ήταν οι δραχμές ακόμα) και το έχασα. Τί θα κάνω σήμερα;» Λέει ο άγιος Παΐσιος: «Θα σου έδινε 500 δραχμές; Άμα σε βάλω εγώ να κάνεις εδώ μια δουλειά για 500 δραχμές, δέχεσαι;» «Δόξα τω Θεώ, γέροντα, πώς δεν δέχομαι;» «Θα σου βάλω να κάνεις μια δουλειά, λέει ο άγιος, ούτε ξύλα θα κόβεις, ούτε τα μουλάρια θα ξεφορτώνεις. Θα κάθεσαι. Θα σου αρέσει;» «Καλό ακούγεται, γέροντα, τί δουλειά είναι αυτή;» «Πήγαινε μέσα στο δωμάτιο, κάθισε στο σκαμνάκι, θα σου δώσω ένα κομποσχοίνι. Πόσες ώρες θα έκοβες ξύλα στον αδελφό;» «Ε, έξι-επτά ώρες». «Ξέχνα το αυτό. Εγώ θέλω για μία μόνο ώρα να καθίσεις και να λες την ευχή».

Έκατσε λοιπόν ο εργάτης και άρχισε να λέει το «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με». Δεν πέρασαν δέκα λεπτά και βγαίνει έξω αγανακτισμένος. «Πάρε, λέει, γέροντα, και τα λεφτά σου, πάρε και τα κομποσχοίνια που μου έδωσες. Αυτό που μου λες να κάνω, δεν μπορώ να το κάνω»!

Πράγματι!

Όταν η αγάπη για τον Χριστό έχει πάει περίπατο, δεν παίρνουμε ποτέ στα σοβαρά, δεν σκεφτόμαστε καθόλου την αιώνια ζωή. Πώς να πιστέψουμε τότε και να δουλέψουμε πραγματικά γι’ αυτήν; Και νεκρούς αναστημένους να δούμε, θα λέμε, ε, κάτι δεν πάει καλά, κάτι στημένο υπάρχει εδώ, ή κάποιο παιχνίδι μάς παίζουν τα μάτια μας.

Τόσο απλά!

“Δέν μᾶς σώζει ἡ ἀναφορά μόνο τῶν ἁμαρτιῶν, θά πρέπει νά ὑπάρχει καί ἡ διόρθωση…”

Ἡ πληρωμή, ἡ ἀνταμοιβή γιά τήν ἁμαρτία εἶναι ὁ θάνατος, καί τό δῶρο, ἡ ἀνταμοιβή τοῦ Θεοῦ γιά τήν ἀρετή εἶναι ἡ αἰώνια ζωή κοντά στόν Κύριο ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστό.

“Τά ὀψώνια τῆς ἁμαρτίας θάνατος” (Ρωμ. 6,23). Δηλαδή ἡ ἀνταμοιβή τῆς ἁμαρτίας εἶναι ὁ θάνατος, τῆς ὅποιας ἁμαρτίας, προσέξτε! Δέν εἶναι μόνο ἡ βαριά ἁμαρτία πού φέρνει τόν θάνατο. Καί ἡ μικρή ἁμαρτία φέρνει τόν θάνατο, καί ἡ ἐλαχιστότατη, ἐφόσον παραμένει ἀμετανόητη. Ὁ ἄνθρωπος παραμένει ἀμετανόητος.

Δυστυχῶς, πολλοί θά χαθοῦμε ἀπ’ τούς Χριστιανούς ὄχι ἐξαιτίας μεγάλων ἁμαρτιῶν. Τίς μεγάλες τίς ἀποφεύγουμε, τίς θεωρούμενες μεγάλες, φόνος, μοιχεία, πορνεία, ἀλλά ἐξαιτίας τῶν μικρῶν ἁμαρτιῶν, στίς ὁποῖες ἐπιμένουμε καί δέν μετανοοῦμε.

– Κάθεσαι μέ τίς ὧρες στό τηλέφωνο καί κουτσομπολεύεις.

– Μικρή ἁμαρτία νομίζεις εἶναι αὐτό;

– Μά, λέει, τό ἐξομολογήθηκα…

– Ναί, ἀλλά διορθώθηκες ἤ πάλι τά ἴδια κάνεις; Εἶναι μεγάλη ἁμαρτία καί παραμένει ἀδιόρθωτη, ἄρα ἀμετανόητη.

Δέν μᾶς σώζει ἡ ἀναφορά μόνο τῶν ἁμαρτιῶν, θά πρέπει νά ὑπάρχει καί ἡ διόρθωση, τό σταμάτημα τῆς ἁμαρτίας.

Ἱερομ. Σάββα Ἁγιορείτου
(“Οὐκ ἔστιν ἡμῖν ἡ πάλη πρός αἷμα καί σάρκα” (Ἐφ. 6, 12) – Ὁμιλία στίς 4 – 07 – 2018)

“Άκουσε, παιδί μου. Εκεί που γκρέμισες, εκεί να διορθώσεις…”

Δεν σε κατηγορώ ότι έκανες αμαρτίες πολλές και σοβαρές, όχι, άνθρωπος είσαι. Σε κατηγορώ, γιατί δεν εξομολογείσαι. Αυτό σε κατηγορώ.

Έπεσες; Στον πνευματικό. Έπεσες; Στον πνευματικό, όλα στον πνευματικό. Και η οσία Μαρία, πρώτα εξομολογήθηκε.

Στη γειτονιά μας ήτανε κάποιος Κύπριος και είχε έναν υποτακτικό, ο οποίος τους γονείς του δεν είχε αναπαύσει, να πούμε. Όταν καλογέρευσε, και τον Γέροντά του δεν τον ανέπαυσε. Κι’ εκεί που καθόμαστε στη Μικρή Αγία Άννα, τον έστειλε ο Γέροντάς του στον Γέροντα, τον Γέρο-Ιωσήφ, να πει τον λογισμό του και ό,τι μπορεί να τον βοηθήσει.

Όταν ήρθε εκεί, ήμαστε γύρω έτσι με τον Γέροντα, λέει: «Άντε εσύ, πήγαινε εσύ, πηγαίνετε στα δωματιά σας· έλα ‘δω, πατερ- Ιωάννη». Ανεβαίνει, πήγαινε στο δωμάτιό του.

-Γέροντα, λέει, η ψυχή μου κλαίει, κλαίει, κλαίει σαν μικρό παιδί. 

-Γιατί, παιδί μου, η ψυχή σου κλαίει;

-Διότι, λέει, δεν ανέπαυσα τον Γέροντά μου. 

-Ε, πού καταλαμβάνεις ότι δεν ανέπαυσες τον Γέροντα; 

-Να, λέει, έτσι στην υπακοή. 

-Άκουσε, παιδί μου. Εκεί που γκρέμισες, εκεί να διορθώσεις. Εχαλάρωσες το “νά ‘ναι ευλογημένο”, την ταπείνωση και την αυταπάρνηση στον Γέροντα. Μη ζητάς τώρα με την ευχή ή με την Θεία Μετάληψη, πάτερ μου, να διορθώσεις το λάθος σου. Εκεί έσφαλες, εκεί να βάλεις μετάνοια, εκεί να διορθώσεις. 

Ο αββάς Παμβώ, όταν ήταν κοσμικός, πήγε και κλέψανε σύκα από άλλο γειτονικό αμπέλι. Και όταν τους πήρε μυρωδιά ο δραγάτης, τό ‘βαλαν στα ποδάρια να φύγουν, Αλλά από το μαντήλι που είχε τα σύκα, τού ‘πεσε ένα σύκο κάτω και να μην το χάσει, πήγε και τό ‘φαγε. Και λέει ο ίδιος:

«Όποτε θυμάμαι αυτό το σύκο, κάθομαι και κλαίω». Κάθομαι και κλαίω… Αυτό το σύκο…

Έτσι κι εγώ, να πούμε. Όταν θυμάμαι αυτήν την παρακοή που έκανα στον Γέροντα, ως άλλος απόστολος Πέτρος, κάθομαι και κλαίω. Γιατί να κάνω αυτήν την παρακοή, να μην την κάνω υπακοή να κερδίσω;

Ένα πράγμα, άμα σε κεντάει η συνείδησή σου, πήγαινε και βάλε μετάνοια: «Αδερφέ μου, ευλόγησον, σε παρακαλώ να με συγχωρέσεις, έσφαλα». Αυτό διορθώνει το λάθος σου. Μην παραβλέπεις τη συνείδησή σου. Άνθρωποι είμεθα, ένας στον άλλον φταίει. Ή σου είπε έναν λόγο είτε δεν έκανε εκείνο το οποίο είπες, και οπότε κατόπιν η συνείδηση έρχεται ελέγχουσα. Μην την παραβλέπεις, πήγαινε ταπεινώσου και πες το “ευλόγησον” εις τον αδελφό ή εις τον Γέροντα.

“Ναι, σταφύλια σκέτα να φάτε γιατί να μη φάτε;”

Γερόντισσα Μακρίνα: Σας το έχω πει και άλλη φορά. Ήταν ένας Γέροντας τώρα στις μέρες μας, πού με αξίωσε ο Θεός να τον γνωρίσω. Είχε δει πολλές οπτασίες.

Ήταν και πολύ ελεήμων. Στο δρόμο πού πήγαινε, όταν συναντούσε κάποιον πού είχε ανάγκη, έδινε το ράσο του, τα παπούτσια του, τις κάλτσες του, όλα τα έδινε ελεημοσύνη ήταν πολύ απέριττος.

Τρυγούσαν τα σταφύλια, ανέβαινε στην ταράτσα και τα πετούσε ελεημοσύνη. Μια μέρα ήρθε ένα γεροντάκι και ζητούσε ψωμί. Πήγε η μοναχή στον Γέροντα, δεν κάνανε κάτι χωρίς την ευλογία του Γέροντα, και του λέει:

-Γέροντα, ήρθε ένα γεροντάκι και ζητάει ψωμί. Τί να κάνω, δεν έχουμε. Έχουμε μόνο λίγο ψωμάκι για αύριο πού θα πάμε στ’ αμπέλι.

-Να το δώσετε.

-Τί θα φάμε αύριο, σταφύλια σκέτα θα τρώμε, Γέροντα;

-Ναι, σταφύλια σκέτα να φάτε γιατί να μη φάτε;

Έφυγε η μοναχή και από μέσα της έλεγε: «Θα κάνω παρακοή δεν το δίνω, εμείς τί θα φάμε;». Εκεί στην αυλή όμως πού βάδιζε, σκέφτηκε και είπε: «Αφού ο Γέροντας θέλει να το δώσω, ας το δώσω. Θα πάω να αναπιάσω προζύμι».

Πήγε στο ζυμωτήριο, και τί να δη; Πάνω στον πάγκο ήταν αχνισμένα ροδοκόκκινα ψωμιά. «Άρχισε να φωνάζη και έτρεξε στον Γέροντα. Μαζί με τον Γέροντα ήταν και ένας ιερέας. «Γέροντα, τρέξτε, ο πάγκος είναι γεμάτος από ροδοκόκκινα ψωμιά!».

Πήραν τα πετραχήλια, πήγαν και είδαν τα ψωμιά και άρχισαν να διαβάζουν εξορκισμούς, να τα σταυρώνουν και τα ψωμιά παράμεναν εκεί, στον πάγκο. Τότε η μοναχή λέει στον Γέροντα: «Συγχώρησέ με, Γέροντα, πολύ αγανάκτησα και είπα ένα σωρό λόγια».

Γι’ αυτό θέλησε ο Θεός να γίνη αυτό, για να φανή τί κάνει ο Γέροντας και η υπακοή στον Γέροντα. Έπειτα πήραν τα ψωμιά, τα κόψανε ευλογίες, τα κάνανε παξιμάδι και το τρώγανε σαν ευλογία για πολύ καιρό.

Αυτός ο παππούλης είχε πολλή αγάπη στην Αγία Τριάδα. Έλεγε: «Το πρώτο κομποσκοίνι πού θα κάνετε αρχίζοντας την προσευχή σας, θα είναι για την ‘Αγία Τριάδα θα λέτε: “’Αγία Τριάς, ελέησον ήμάς”». ’Έτσι λοιπόν να επικαλήσθε την Αγία Τριάδα, με πολλή αγάπη.!!!

“Ὅταν βοηθᾶμε τόν ἄλλον, βοηθιόμαστε κι ἐμεῖς…”

Κάποτε εἶχε ἀρρωστήσει ἕνας συνασκητής τοῦ Ἁγίου Παϊσίου καί τόν πῆγαν στήν Ἀθήνα.

Ὁ Ἅγιος Παΐσιος χωρίς δεύτερη σκέψη, ἄφησε τήν ἔρημο καί τήν ἡσυχία του καί μέ τό κομποσχοίνι του πῆγε στήν Ἀθήνα, ὅπου ἔκατσε ἕναν μήνα καί ἔκανε δακρύβρεχτες προσευχές, ὥστε νά γίνει καλά αὐτός ὁ συνασκητής του.

Δέν εἶχε καμιά ὑποχρέωση, θά λέγαμε, δέν ἦταν κἄν συγγενής του. Κι ὅμως τά θυσίασε ὅλα προκειμένου νά σώσει τόν ἀδελφό του καί ἄς πήγαινε πίσω καί ἡ ἄσκηση καί ἡ πνευματική πρόοδος καί ἡ νοερά προσευχή καί ὅλα.

Βέβαια καί αὐτά τά ἔκανε ἐκεῖ πού ἦταν, ἀλλά θυσίασε τόν ἑαυτόν του, τήν ξεκούρασή του, τό βόλεμά του, γιά χάρη τοῦ ἀδελφοῦ του. Ὅπως λέει ὁ βίος του, πάρα πολλοί ἄνθρωποι τότε πῆγαν σέ ἐκεῖνο τό νοσοκομεῖο ζητώντας τή συμβουλή του καί τό νοσοκομεῖο εἶχε γίνει “ἰατρεῖο ψυχῶν”, ἐξαιτίας τοῦ Ἁγίου Γέροντος.

Αὐτό σίγουρα βοήθησε πολύ περισσότερο πνευματικά τόν Ἅγιο Παΐσιο ἀπ’ ὅτι θά τόν βοηθοῦσε νά μείνει στό κελί του αὐτόν τόν μήνα.

Ὅταν βοηθᾶμε τόν ἄλλον, βοηθιόμαστε κι ἐμεῖς. Ἄλλωστε ἡ Ἁγία Γραφή λέει ὅτι “ἄν σώσει κάποιος μία ψυχή, τότε καλύπτει πλῆθος ἁμαρτιῶν του καί σώζεται καί ὁ ἴδιος” (Ἰακ. 5,19).

Ἱερομ. Σάββα Ἁγιορείτου
(“Περί φιλαυτίας” 2ο Μέρος 27 – 7 – 2008)

Ομιλία π. Θεμιστοκλή Χριστοδούλου στον Ι. Ν. Αγίου Δημητρίου Σαλαμίνας

Ο Πρωτοπρεσβύτερος  π. Θεμιστοκλής Χριστοδούλου, δρ. Θεολογίας, προϊστάμενος του Ι.Ν. Αγίου Ελευθερίου Αχαρνών, το Σάββατο 1 Νοεμβρίου 2025 και ώρα 7:00 μ.μ., θα πραγματοποιήσει ομιλία στον Ι. Ν. Αγίου Δημητρίου Σαλαμίνας, με θέμα «Πάμε παρακάτω…».

Η εκδήλωση τελείται με την ευλογία του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Μεγάρων και Σαλαμίνος κ. Κωνσταντίνου.

Από το Γεροντικόν

Διηγήθη ο Αββάς Δανιήλ ο από την Φάραν, ότι είπεν ο πατήρ ημών, ο Αββάς Αρσένιος δια κάποιον σκητιώτην, ότι κατά την πράξιν ήτο μέγας, εις δε την πίστιν απλοϊκός και έσφαλλεν από άγνοιαν και έλεγεν: Δεν είναι πραγματικώς ο άρτος τον οποίον μεταλαμβάνομεν σώμα Χριστού αλλά αντίτυπον.

Και ήκουσαν δύο γέροντες ότι λέγει αυτόν τον λόγον, και γνωρίζοντες ότι ήτο μέγας εις την αρετήν, εσκέφθησαν ότι με ακακίαν και απλότητα λέγει και ήλθαν προς αυτόν και του λέγουν: Αββά, ακούσαμεν δια κάποιον λόγον άπιστον. Διότι λέγει ότι ο άρτος όπου μεταλαμβάνομεν δεν είναι πραγματικώς σώμα Χριστού αλλά είναι αντίτυπον.

Λέγει ο γέρων: Εγώ είμαι όπου λέγω αυτό. Οι δε τον παρακαλούσαν λέγοντες, μη πιστεύης έτσι Αββά αλλά όπως παρέδωσεν η καθολική εκκλησία διότι ημείς πιστεύομεν, ότι αυτός ο άρτος, σώμα είναι του Χριστού και το ποτήριον αυτό είναι το αίμα του Χριστού κατά αλήθειαν και όχι αντίτυπον. Αλλά όπως εις την αρχήν αφού έλαβε χώμα από την γήν έπλασε τον άνθρωπον κατ’ εικόνα του, και δεν ημπορεί κανείς να είπη ότι δεν είναι εικόνα του Θεού, αν και είναι ακατανόητος έτσι ο άρτος, τον οποίον είπεν ότι σώμα μου είναι, πιστεύομεν ότι αυτός κατά αλήθειαν σώμα είναι Χριστού.

Ο δε γέρων είπεν εάν δεν πεισθώ από γεγονός, δεν βεβαιώνομαι.

Οι δε του είπαν. Ας παρακαλέσωμεν τον Θεόν την εβδομάδα αυτήν δια το μυστήριον τούτο, και πιστεύομεν ότι ο Θεός θα μας φανερώση.

Ο δε γέρων μετά χαράς εδέχθη τούτο και παρεκάλει τον Θεόν, λέγων. Κύριε συ γνωρίζεις ότι όχι από κακίαν απιστώ αλλά δια να πλανηθώ από άγνοιαν, φανέρωσε μοι Κύριε Ιησού Χριστέ.

Αφού δε επήγαν εις τα κελλία των οι γέροντες, παρεκάλουν τον Θεόν και αυτοί, λέγοντες: Κύριε Ιησού Χριστέ, φανέρωσε εις τον γέροντα το μυστήριον τούτο, δια να πιστεύση και μη χάση τον κόπο του.

Και εισήκουσεν ο Θεός και των δύο και αφού συνεπληρώθη η εβδομάδα, ήλθον την Κυριακήν εις την εκκλησίαν, και εστάθησαν μαζί οι τρεις μόνοι εις ένα μαξιλάρι, εις το μέσον δε ήτο ο γέρων.

Ηνοίχθησαν δε αυτών οι οφθαλμοί και όταν ετέθη ο άρτος εις την Αγίαν Τράπεζαν, εφαίνετο μόνο εις τους τρείς ωσάν παιδίον και καθώς άπλωσεν ο ιερεύς το χέρι να κόψη τον άρτον, ιδού άγγελος Κυρίου κατέβη από τον ουρανόν κρατών μαχαίρι και έσφαξε το παιδίον και άδειασε το αίμα του εις το ποτήριον.

Όταν δε έκοψεν ο ιερεύς εις μικράν τεμάχια τον άρτον, και ο άγγελος έκοπτεν από το παιδίον μικρά μέρη και όταν προσήλθον να λάβουν από άγια, εδόθη εις τον γέροντα μόνον κρέας κρέας αιματωμένον.

Και ιδών εφοβήθη και εφώναξε λέγων: Πιστεύω Κύριε, ότι ο άρτος σώμα σου είναι και το ποτήριον αίμα σου είναι.

Και αμέσως το εις το χέρι του κρέας έγινεν άρτος κατά το μυστήριον εμετάλαβεν ευχαριστών τον Θεόν.

Και του λέγουν οι γέροντες: Ο Θεός γνωρίζει την ανθρώπινη φύσιν ότι δεν μπορεί να φάγη κρέατα ωμά και δια τούτον μετέβαλε το σώμα του εις άρτον και το αίμα του εις οίνον, εις τους δεχομένους με πίστιν.

Και ευχαρίστησαν τον Θεόν δια τον γέροντα, ότι δεν άφησε να χάση τους κόπους του και ανεχώρησαν οι τρεις μετά χαράς εις τα κελλία των.

Πώς λύνονται τα προβλήματα;

Μην στενοχωριέσαι με τα προβλήματά σου, μην κλείνεσαι σ’ αυτά και κάνεις διαρκώς κύκλους γύρω απ’ αυτά.

Πώς λύνονται τα προβλήματα;

Τα πιο πολλά προβλήματα στη ζωή είναι θέμα λογισμού. (Άγιος Παΐσιος ο Αγιορείτης)

Όταν θέλεις να βρεις λύση σε κάποιο περίπλοκο πρόβλημά σου, ψάξε γι’ αυτό, τι αρέσει στο Θεό και θα βρεις την ωφέλιμη λύση του. (Άγιος Μάρκος ο Ασκητής)

Μην προσπαθείς να λύσεις κάποιο δύσκολο πρόβλημα με την φιλονικία, αλλά με τα μέσα που επιβάλλει ο πνευματικός νόμος, δηλαδή με την υπομονή, την προσευχή και την απλότητα της ελπίδας. (Άγιος Μάρκος ο Ασκητής)

Έχεις δει τους σιδεράδες, που μαστορεύουν τα σίδερα; Δεν τα πιάνουν τα αναμμένα σίδερα με τα χέρια τους, γιατί θα καούν. Έχουν ειδικές τσιμπίδες και δαγκάνες και έτσι τα πλησιάζουν και τα μαστορεύουν. Το ίδιο πρέπει να κάνουμε και για κάθε πρόβλημα και για κάθε θέμα, που πλησιάζουμε. Να έχουμε τα κατάλληλα εργαλεία και στα πνευματικά θέματα τις κατάλληλες προϋποθέσεις. (Άγιος Ιάκωβος Τσαλίκης)

Με το μυαλό μόνο δεν λύνονται τα προβλήματα. Τα προβλήματα λύνονται κυρίως με την προσευχή… (Άγιος Ιάκωβος Τσαλίκης)

Μην στενοχωριέσαι με τα προβλήματά σου, μην κλείνεσαι σ’ αυτά και κάνεις διαρκώς κύκλους γύρω απ’ αυτά. Ελευθερώσου και τράβα μπροστά, δίνοντας όλη την προσοχή και εργασία σου, πως να γίνεις άξιος της αγάπης του Χριστού, γνωρίζοντας και τηρώντας τις εντολές Του. Μέσα σ’ αυτήν την εργασία θα δεις, ότι όλα τα προβλήματά σου, θα λυθούν από μόνα τους… (Όσιος Πορφύριος ο Καυσοκαλυβίτης)

Θα βρεις τον καρπό της όποιας δυσχέρειας υπομένεις, φιλοσοφώντας την, την ώρα της προσευχής. Γιατί αν προσεύχεσαι αληθινά, θα βρεις πολλή εσωτερική πληροφόρηση. (Άγιος Νείλος ο Ασκητής)

Τα όποια προβλήματά μας, προέρχονται σχεδόν πάντα, όχι τόσο από κακή θέληση και μοχθηρή καρδιά, όσο από έλλειψη ζήλου και ενδιαφέροντος, για όσα είναι άξια της προσοχής μας. (Άγιος Θεοφάνης ο Έγκλειστος)

Όταν εξοργίζουμε τον Θεό με τις αμαρτίες μας, τότε και οι υποθέσεις μας δεν έχουν αίσια κατάληξη. (Όσιος Νίκων της Όπτινα)

Για όποιον ακολουθεί το θέλημα του Θεού, εκεί δεν υπάρχουν αξεπέραστα εμπόδια. (Όσιος Νίκων της Όπτινα)

Έγινε δύσκολη η ζωή, επειδή οι άνθρωποι την μπέρδεψαν με τα σοφίσματά τους, επειδή αντί να απευθύνονται στην βοήθεια του Θεού, άρχισαν να απευθύνονται στην λογική τους και να βασίζονται σ’ αυτήν και μόνο. (Άγιος Ανατόλιος της Όπτινα)

Κανένα από τα προβλήματά σου δεν έχει προκληθεί τυχαία. Τίποτα δεν μπορεί να μας συμβεί χωρίς την συγκατάθεση του Κυρίου μας. Και η συγκατάθεσή Του όχι μόνο πηγάζει από την πανσοφία Του, αλλά και απαγορεύεται πάντοτε από την αγάπη Του για εμάς. Ερεύνησε προσεκτικά την συνείδησή σου και την ζωή σου. Και τότε είμαι βέβαιος, θα καταλάβεις τι εννοώ. (Άγιος Μακάριος της Όπτινα)

Οι στεναχώριες τρώνε αυτούς που βασανίζονται χωρίς τη βοήθεια του Θεού να τελειώσουν τις δουλειές τους, να εξασφαλίσουν όλες τις ανέσεις, να προλάβουν όλα τα ταξίδια, να πραγματοποιήσουν όλα τα σχέδιά τους, να ικανοποιήσουν όλες τις επιθυμίες τους. Αυτοί χτίζουν και κάποιο αόρατο χέρι γκρεμίζει. Αυτοί μαζεύουν και κάποιος αόρατος άνεμος τα σκορπίζει. Αυτοί τρέχουν, αλλά κάποιος μακραίνει το ταξίδι τους και απομακρύνει το στόχο τους. Γι’ αυτό το λόγο οι άθεοι (και οι άπιστοι), τρώνε τον εαυτό τους. Μεγαλώνουν πριν την ώρα τους, χάνουν τη δύναμή τους, την υπομονή τους, βασανίζουν το μυαλό τους, αποδυναμώνεται η θέλησή τους. Τους ρωτάνε: Για ποιο λόγο είστε έτσι; Και απαντάνε: Στεναχώριες, στεναχώριες… Οι καημένοι άνθρωποι φόρτωσαν πάνω τους τις στεναχώριες του Θεού. Και οι στεναχώριες του Θεού δεν μπορούν να φύγουν, χωρίς τη δύναμη του Θεού, ούτε οι δουλειές του Θεού μπορούν να τελειώσουν, χωρίς την σοφία του Θεού. (Άγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς)

Ο Θεός μας δίνει τα προβλήματα, για να δυναμώσει η πίστη μας και να έρθουμε κοντά Του. Προσευχές θέλει ο Θεός, δεν θέλει κάτι άλλο… (Γέροντας Αμβρόσιος Λάζαρης)

“…Νά ἀγαπήσουμε μέσῳ τῆς τέχνης τῆς ἁγίας Βυζαντινῆς μουσικῆς τόν Θεό”

Λέει ὁ Ἅγιος Πορφύριος: “Ὁ βασιλιάς Σαούλ εἶχε κάποιο δαιμόνιο καί πήγαινε ὁ Δαβίδ καί τοῦ ἔψαλλε καί ὁ δαίμονας ἔφευγε. Πήγαινε μέ τό ψαλτήρι, πού ἦταν μουσικό ὄργανο. Ὅταν τόν ἔπιανε τό δαιμόνιο τῆς μελαγχολίας, πήγαινε ὁ Δαβίδ καί τοῦ ἔπαιζε τό ψαλτήρι καί ἔφευγε ὁ δαίμονας.

Ποῦ εἶναι αὐτοί πού τρέχουνε νά βροῦνε θεραπεία γιά τήν κατάθλιψη; Ὅταν μάθουνε Βυζαντινή μουσική καί ἰδοῦνε τήν μαυρίλα νά ἔρχεται, ἕνα δοξαστικό καί ἡ μαυρίλα πού ἔρχεται νά σέ καταλάβει, ὡς ἕνα εἶδος ψυχικῆς μελαγχολίας, γίνεται ὕμνος πρός τόν Θεό…!

Ἐγώ τό πιστεύω αὐτό… Ἀπόλυτα τό πιστεύω!

Σᾶς τό λέω, ὅτι ἕνας μουσικός, πού ἀγαπάει τή μουσική, πού εἶναι εὐσεβής, μπορεῖ μιά δυσκολία του νά τήν κάνει ἔργο μουσικό ἤ ἕνα ἕτοιμο ἔργο νά τό ψάλει, νά τό ἀποδώσει.

Ἔτσι, προκειμένου νά κλαίει καί νά καταπιέζεται, προσφέρει μιά δοξολογία στόν Θεό.

Σᾶς τό λέω ἔτσι, τό πιστεύω καί τό βλέπω. Δέν παίζει ρόλο ἄν ἕνας εἶναι δέκα χρονῶν ἤ δεκαπέντε ἤ εἴκοσι, ἤ καί ἄν εἶναι τριάντα. Ὅλοι ἔχουν τήν ροπή αὐτή μέσα τους”.

Ὅλοι τήν ἔχουμε, ἀρκεῖ νά τήν ξυπνήσουμε, ἀρκεῖ νά ἐρωτευτοῦμε τήν τέχνη. Νά ἀγαπήσουμε μέσῳ τῆς τέχνης τῆς ἁγίας Βυζαντινῆς μουσικῆς τόν Θεό.

Ἱερομ. Σάββα Ἁγιορείτου
(Ἡ ὠφέλεια τῆς Βυζαντινῆς μουσικῆς – Bίος καί Λόγοι Ἁγίου Πορφυρίου – Ὁμιλία στίς 9 – 7 – 2019)

Γέροντας Αιμιλιανός Σιμωνοπετριτης: “Εκεί στάσου ακλόνητος, γίνε μάρτυρας”

Όταν, αγαπητέ μου, η χριστιανική σου ζωή αρχίζει να γίνεται δύσκολη και να σου φαίνεται ασήκωτος σταυρός, εκεί στάσου ακλόνητος, γίνε μάρτυρας.

Πες στον εαυτό σου , “στώμεν καλώς” στάσου ακλόνητος. Πες, όπως ο προφήτης, “ιδού εγώ, Κύριε, στέκομαι εδώ να εκτελέσω το θέλημά σου” -ή όπως η Παναγία- “ιδού η δούλη Κυρίου, γένοιτο μοι κατά το ρήμα σου”.

Εάν επιμείνης, μετά από την καταιγίδα θα έρθει η γαλήνη, θα ξαναγίνη γιορτινή η ζωή σου. Θα έχης τώρα επί πλέον και την πείρα του πνευματικού αγώνος , θα έχης εμπειρία.

Μετά από την δοκιμασία αυτή, μετά από το σήκωμα του σταυρού σου, θα ανάψουν πια μέσα σου οι φλόγες του θείου έρωτος, θα αποκτήσης την ωραιότερη, την δυνατότερη, την αγνότερη, την αγγελικώτερη αγάπη, την αγάπη του Θεού.

Γέροντας Αιμιλιανός Σιμωνοπετριτης