Εόρτια 2025: 1η Ἡμέρα Ἑορτίων Ι.Ν. Αγίου Ελευθερίου οδού Αχαρνών (Κυριακή 30/11/2025)

Γιὰ ἕβδομη χρονιὰ ἐφέτος ὁ Κύριος εὐδόκησε νὰ ἑορτάσουμε τὴν μνήμη τοῦ ἐνδόξου Ἱερομάρτυρος Ἐλευθερίου καὶ τῆς μητέρας του Ἀνθίας μὲ 26ήμερες ἑορταστικὲς καὶ λατρευτικὲς ἐκδηλώσεις, τὶς ὁποῖες ἐκθύμως, ὅπως κάθε φορά, ὁ Μακαριώτατος Ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν καὶ πάσης Ἑλλάδος κ.κ. ΙΕΡΩΝΥΜΟΣ ὁ Β΄ ἐπευλόγησε. Οἱ ἐνορίτες μας μὲ χαρὰ πῆραν μέρος στὶς προετοιμασίες τῶν ΕΟΡΤΙΩΝ καὶ ἀνέλαβαν μὲ προθυμία τὶς διακονίες ποὺ ἀπαιτοῦνται γιὰ τὴν ἀπρόσκοπτη διεξαγωγὴ τῶν ἑορταστικῶν ἐκδηλώσεων ὅλες αὐτὲς τὶς ἡμέρες καὶ ἰδιαίτερα γιὰ τὴν ὑποδοχὴ καὶ φιλοξενία τῆς ἱερᾶς εἰκόνος τῆς Παναγίας Σουμελᾶ, εἰκόνας ποὺ συγκινεῖ καὶ ἀναπτερώνει τὶς ἐλπίδες ὄχι μόνο τοῦ Ποντιακοῦ Ἑλληνισμοῦ, σύμβολο τοῦ ὁποίου ἀποτελεῖ, ἀλλὰ καὶ ὁλόκληρου τοῦ Γένους τῶν Ρωμιῶν.

Τὰ ἐφετινὰ ΕΟΡΤΙΑ εἶναι ἀφιερωμένα ἀπὸ 1/12 ἕως 9/12 στὸν Ἅγιο Γρηγόριο τὸν Θεολόγο, μὲ τὸν ὁποῖο κλείνει τὸ ἀφιέρωμα στοὺς Τρεῖς Ἱεράρχες, ποὺ ἄρχισε πρὶν ἀπὸ δύο χρόνια, ἀπὸ 10/12 ἕως 16/12 στὴν μητέρα πάντων τῶν χριστιανῶν, τὴν Παναγία μας, τιμώντας τὴν ἱερὰ καὶ θαυματουργὴ εἰκόνα Παναγία Σουμελᾶ, ἔργο τοῦ Εὐαγγελιστοῦ Λουκᾶ. Τέλος ἀπὸ 20/12 ἕως 21/12 στὴν Ἁγία Γαβριηλία τὴν ἐν Λέρῳ, τῆς ὁποίας ἀπότμημα τοῦ ἱεροῦ λειψάνου θὰ ἔλθει καὶ θὰ ἔχουμε τὴν εὐλογία νὰ ἐγκατασταθεῖ μονίμως στὸν Ἱερὸ Ναό μας.

Θείᾳ χάριτι, ἡ πρώτη ἡμέρα τῶν ΕΟΡΤΙΩΝ 2025 ξεκίνησε σήμερα μὲ τὸν Ὄρθρο καὶ τὴν θεία Λειτουργία μετ’ ἀρτοκλασίας, κατὰ τὴν ὁποία ἱερούργησαν οἱ ἐφημέριοι τοῦ Ναοῦ, ὁ Προϊστάμενος τοῦ Ναοῦ Αἰδεσιμολογιώτατος Πρωτοπρεσβύτερος π. Θεμιστοκλῆς Στ. Χριστοδούλου, ὁ Αἰδεσιμολογιώτατος Πρωτοπρεσβύτερος π. Γεώργιος Καλποῦζος καὶ οἱ πρεσβύτεροι π. Σπυρίδων Βίτσης καὶ π. Θωμᾶς Μάντζιος. Συλλειτούργησε καὶ ὁ πρεσβύτερος π. Γεώργιος Ἀνεστόπουλος, κληρικὸς τῆς Ἱ. Μητροπόλεως Διδυμοτείχου, Ὀρεστιάδος καὶ Σουφλίου. Τὸν θεῖο λόγο ἐκήρυξε ὁ π. Θεμιστοκλῆς Χριστοδούλου ἑστιάζοντας στὸ γεγονὸς τῆς κλήσεως ὄχι μόνο τοῦ σήμερα ἑορταζομένου Ἁγίου Ἀποστόλου Ἀνδρέου, ὁ ὁποῖος ἀνταποκρίθηκε ἀμέσως στὴν κλήση τοῦ Χριστοῦ ἀκολουθώντας τὰ βήματά Του ἕως θανάτου σταυρικοῦ, ἀλλὰ καὶ στὴν κλήση ποὺ λαμβάνει ὁ κάθε χριστιανὸς ἅμα τῇ βαπτίσει του. Μὲ τὴν βάπτισή μας παίρνουμε τὴν κλήση-πρόσκληση ἀπὸ τὸν Θεό μας καὶ τὸ θέμα εἶναι ἄν καὶ κατὰ πόσον ἀνταποκρινόμαστε σ’ αὐτήν. Οἱ περισσότεροι χριστιανοί, ὅπως ἀνέφερε ὁ π. Θεμιστοκλῆς, θέλουμε μιὰ ζωὴ ἄνετη, ἀνεύθυνη, μιὰ ζωὴ ποὺ ἀνταποκρίνεται σὲ ἄλλου εἴδους κλήσεις-προσκλήσεις. Πρόθυμα ἀνταποκρινόμαστε στὶς προσκλήσεις τῆς μόδας, τοῦ τραγουδιοῦ, τοῦ ποδοσφαίρου, τοῦ διαδικτύου καὶ σὲ ὁτιδήποτε μᾶς ὑπόσχεται ζωὴ χωρὶς κόπο, ἀγώνα καὶ θυσία. Τοῦ Ἀποστόλου Ἀνδρέα ἡ κλήση ὅμως ἦταν νὰ ἀκολουθήσει τὰ βήματα τοῦ Χριστοῦ μέχρι τέλους. Τέτοια πρέπει νὰ εἶναι καὶ ἡ δική μας κλήση. Καὶ νὰ ἀναρωτηθοῦμε ἄν παίρνοντας τὴν πρόσκληση τοῦ Χριστοῦ μας, ἀποφασίσαμε νὰ τὸν ἀκολουθήσουμε μὲ ὅλη τὴν ψυχή, τὴν καρδιὰ καὶ τὴν διάνοιά μας. Ἄν δὲν ἔχουμε πάρει τέτοια ἀπόφαση, δὲν εἴμαστε ἄξιοι αὐτῆς τῆς κλήσεως, δὲν εἴμαστε κἄν αὐτὸ ποὺ δηλώνει τὸ ὄνομά μας, δὲν εἴμαστε χριστιανοί. Γιὰ νὰ εἴμαστε ἄξιοι αὐτοῦ τοῦ ὀνόματος, πρέπει νὰ συνταυτιστοῦμε μὲ τὸν Χριστό μας καὶ νὰ περπατήσουμε στὸ δρόμο ποὺ Ἐκεῖνος μᾶς ἔδειξε, ὅπως ὁ Ἀπόστολος Ἀνδρέας, ποὺ ἀπὸ ἁπλὸς ψαρὰς ἔγινε Ἁλιεὺς ἀνθρώπων. Μποροῦμε ἐμεῖς νὰ τὸ κάνουμε αὐτό; Μποροῦμε νὰ προσελκύσουμε ἕναν ἀδελφὸ στὴν Ἐκκλησία καὶ νὰ δικαιώσουμε τὶς προσδοκίες τοῦ Χριστοῦ γιὰ μᾶς; Ἀγαποῦμε τὸν κόπο, τὸν μόχθο γιὰ τὴν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ ἢ εἴμαστε φυγόπονοι; Ἡ κλήση τοῦ Χριστοῦ μας ὁδηγεῖ σὲ κόπο, σὲ μόχθο, σὲ νηστεία, σὲ ἀγρυπνία, σὲ προσευχή, σὲ ἀδιάκοπο ἀγώνα ὄχι μόνο γιὰ τὸν ἑαυτό μας ἀλλὰ καὶ γιὰ τὸν ἀδελφό μας, ἔστω κι ἄν ἐκεῖνος μᾶς σταυρώνει καθημερινά. Εἴμαστε, ἀλήθεια, διατεθειμένοι νὰ σταυρωνόμαστε καθημερινὰ ἢ θέλουμε τὴν ζωή μας χωρὶς σύννεφα, χωρὶς δυσκολίες. Ἂν θέλουμε στὴν ζωή μας νὰ πηγαίνουν ὅλα καλά, τότε δὲν εἴμαστε τοῦ Χριστοῦ.

Καὶ κλείνοντας τὴν ὁμιλία του εὐχήθηκε νὰ γίνει σύντομα ἡ ἀποκάλυψη τῆς κλήσεως στὴν ζωὴ τοῦ καθενός μας ὥστε νὰ ἀγωνισθοῦμε καὶ νὰ δικαιωθοῦμε ἐνώπιον τοῦ Κυρίου μας.

Στὴν συνέχεια ὁ Προϊστάμενος τοῦ Ναοῦ, π. Θεμιστοκλῆς Χριστοδούλου, ἐκήρυξε τὴν ἔναρξη τῶν ΕΟΡΤΙΩΝ 2025 διὰ τῆς ἀναγνώσεως τῆς εἰδικῆς εὐχῆς ἐπὶ τῇ ἐνάρξει των.

Στὸ τέλος τῆς θείας Λειτουργίας ἔγινε περιφορὰ μετὰ δεούσης ἐκκλησιαστικῆς πομπῆς ἱερῶν λειψάνων τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου, τοῦ Ἁγίου Ἐλευθερίου καί, γιὰ πρώτη φορά, τῆς μητρός του Ἀνθίας, τὰ ὁποῖα φυλάσσονται στὸ ἱερὸ Σκευοφυλάκιο τοῦ Ναοῦ μας. Μέσα σὲ περίτεχνες ἐπάργυρες λειψανοθῆκες τὰ ἱερὰ λείψανα περιεφέρθησαν ἐντὸς τοῦ Ἱεροῦ Ναοῦ καὶ ἐναπετέθησαν ἐπὶ τραπέζης καλυφθέντα ἀπὸ ὑάλινη θήκη πρὸς εὐλογία καὶ  προσκύνηση τῶν πιστῶν, οἱ ὁποῖοι κατὰ τὴν προσκύνηση λαμβάνουν ὡς εὐλογία μικρὴ εἰκόνα τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου.

Στὶς 12:00 τὸ μεσημέρι ἐψάλη Ἱερὰ Παράκληση στὸν Ἀπόστολο Ἀνδρέα τὸν Πρωτόκλητο. Τὸ ἀπόγευμα ἀπὸ τὶς 5:30μ.μ. ἔλαβαν χώρα οἱ Ἀκολουθίες τοῦ Ἑσπερινοῦ, τοῦ Μικροῦ Ἀποδείπνου μετὰ Χαιρετισμῶν στὴν Ὑπεραγία Θεοτόκο καὶ μονολόγιστης εὐχῆς καὶ τοῦ Μικροῦ Ἁγιασμοῦ τῆς πρωτομηνιᾶς.

Στὶς 7:00μ.μ. στὸ Ἀμφιθέατρο τῆς Λεοντείου Σχολῆς Ἀθηνῶν παρακολουθήσαμε τὴν ἐναρκτήρια ἑορταστικὴ ἐκδήλωση, μιὰ ἐξαιρετικὴ μουσικοχορευτικὴ παράσταση μὲ τίτλο «Ἡ μελωδία τῶν Χριστουγέννων», ποὺ μὲ πολὺ μεράκι ἀλλὰ καὶ κόπο προετοίμασαν ἡ Πρεσβυτέρα Χριστίνα Μπούρου-Χριστοδούλου καὶ τὰ κορίτσια τοῦ Κατηχητικοῦ τῆς ἐνορίας μας. Τὴν παράσταση παρακολούθησαν πάνω ἀπὸ χίλια ἄτομα, ποὺ καταχειροκρότησαν ἐνθουσιωδῶς ὅλους τοὺς συντελεστὲς τῆς παράστασης καὶ ἰδιαίτερα τὰ παιδιά μας, ποὺ ἀφιέρωσαν χρόνο καὶ κόπο ἀπὸ τὰ μαθήματα καὶ τὶς διάφορες δραστηριότητές τους, γιὰ νὰ παρουσιάσουν αὐτὴ τὴν ὑπέροχη παράσταση δίνοντας τὸν καλύτερο ἑαυτό τους καὶ εἰσάγοντάς μας στὸ κλῖμα καὶ τὴν ἀτμόσφαιρα τῆς μεγάλης ἑορτῆς τῶν Χριστουγέννων. Μὲ ἕναν ἔξοχο συντονισμὸ χορευτικῶν κινήσεων, μὲ τὴν ἐκφραστικότητα τῶν προσώπων καὶ τὸ μελωδικὸ τραγούδι τους μετέδωσαν συγκίνηση καὶ ἐνθουσιασμὸ στὸ κοινό. Ἀπὸ τὴν ἄλλη, τόσο τὰ κείμενα ὅσο καὶ οἱ στίχοι τῶν τραγουδιῶν, ποὺ μὲ μοναδικὴ ἔμπνευση συνέθεσαν ἡ Πρεσβυτέρα Χριστίνα Μπούρου-Χριστοδούλου καὶ ἡ Πρεσβυτέρα Θεοδώρα Τρέκου-Βίτση, ἔδωσαν μὲ μοναδικὸ τρόπο μαθήματα προετοιμασίας καὶ βίωσης τοῦ πραγματικοῦ νοήματος τῶν Χριστουγέννων. Ἦταν, ὅπως προσφυέστατα τὰ χαρακτήρισε ὁ π. Θεμιστοκλῆς Χριστοδούλου, μιὰ μελωδική, μουσικὴ κατήχηση.

Τὶς εὐχαριστοῦμε θερμὰ καὶ εὐχόμαστε ὁ Θεός μας νὰ τὶς εὐλογεῖ καὶ νὰ τὶς ἐνδυναμώνει στὸ πολύπλευρο ἔργο ποὺ ἐπιτελοῦν στὴν εὐλογημένη ἐνορία τοῦ Ἁγίου Ἐλευθερίου.

Περισσότερες φωτογραφίες μπορείτε να δείτε εδώ

Έλα να δεις (π. Δημητρίου Μπόκου)

Ο απόστολος Ανδρέας ο Πρωτόκλητος (30 Νοε.) υπήρξε πνεύμα σπινθηροβόλο. Άσημος κατά κόσμον, ψαράς το επάγγελμα με τον αδελφό του Πέτρο, αλλά οξύς διερευνητής της αλήθειας. Πράγμα που τον οδήγησε πρώιμα στο να γίνει μαθητής του Προδρόμου στην έρημο και εν συνεχεία του Χριστού. Όταν ο Πρόδρομος έδωσε τη μαρτυρία του για τον Χριστό, ο Ανδρέας με έναν ακόμα μαθητή του Ιωάννη ζήτησαν να τον γνωρίσουν περισσότερο. Ο Χριστός τους κάλεσε στο σπίτι του και έμειναν μαζί του την ημέρα εκείνη (Ιω. 1, 35-52).

Ο Χριστός δεν προσπάθησε να προσελκύσει με λόγια τον Ανδρέα και τους άλλους αποστόλους. Τους είπε απλά: «Έρχεσθε και ίδετε». Τους κάλεσε να μείνουν κοντά του. Να τον γνωρίσουν στην πράξη. Προσφέρθηκε να τους δείξει τον τρόπο ζωής του. Να τους κάνει γνωστό τον εαυτό του. Επέτρεψε να συγχρωτισθούν μαζί του για μια μέρα. Η συντροφιά με τον Χριστό, έστω και για μία μέρα, ήταν αρκετή για να σαγηνεύσει και να ενθουσιάσει τον Ανδρέα, να του δώσει την απόλυτη βεβαιότητα ότι βρισκόταν μπροστά στον Μεσσία. Η συναναστροφή με τον Χριστό ήταν το καλύτερο κήρυγμα, ανώτερο μακράν από οποιονδήποτε άλλο πειστικό λόγο γι’ αυτόν.

Γι’ αυτό και ήρθε αυτοπροσώπως στη γη ο Χριστός. Για να μας εμφανίσει τον εαυτό του (Ιω. 14, 21). Να γνωρίσουμε τη δική του ζωή. Για να κάνουμε κι εμείς ό,τι έκανε και έζησε Εκείνος ως άνθρωπος. Και να μπορούμε ακολούθως να λέμε κι εμείς με τη σειρά μας στον καθένα: «Έρχου και ίδε». Έλα να δεις πώς είναι η ζωή με τον Χριστό. Μα εμείς συνήθως είμαστε μόνο λόγια. Λόγια κενά. Κάλπικες λίρες. Χωρίς αντίκρυσμα στην πράξη. Η ζωή μας είναι ασύμφωνη με τα λόγια μας. Γι’ αυτό και αυτά πέφτουν στο κενό. Δεν λένε τίποτε σε κανέναν.

Μα πόσο αλλιώτικα θα ήταν, αντί για λόγια, να έλαμπε η ζωή μας από έργα καλά (Ματθ. 5, 16), να αντανακλούσε όντως τη ζωή του Χριστού! Τί ζωντανός λόγος θα ήταν μια τέτοια ζωή!

Ένας απλός αγρότης, σχεδόν αγράμματος αλλά πολύ ευλαβής, βρισκόταν στις ρουμανικές φυλακές, στο ίδιο κελλί με φυλακισμένους αντιφρονούντες καθηγητές και άλλους ανθρώπους υψηλής μόρφωσης. Ο φτωχός αγρότης προσπαθούσε να φέρει στον Χριστό έναν άθεο, μέλος της Ακαδημίας Επιστημών. Αλλά εισέπραττε μόνο ειρωνείες. Πάνω σε μια συζήτηση ανέφερε, ότι μιλάει στον Χριστό και τον βλέπει. Ο καθηγητής όμως τον αποπήρε:

«Άντε από δω! Μη μου λες εμένα παραμύθια! Πώς τον βλέπεις τον Χριστό; …Δείχνει ήρεμος, θυμωμένος, χαρούμενος; Χαμογελάει καμμιά φορά;»

«Το βρήκατε! Μου χαμογελάει», λέει ο αγρότης.

«Κύριοι, ελάτε ν’ ακούσετε, …αυτός ο άνθρωπος μας κοροϊδεύει. Λέει ότι ο Χριστός τού χαμογελάει. Δείξε μου, πώς σου χαμογελάει;»

Ο αγρότης τότε πήρε πολύ σοβαρό ύφος. Το πρόσωπό του άρχισε να λάμπει. Ένα χαμόγελο εμφανίσθηκε πάνω του. Ολόκληρη η ομορφιά του Παραδείσου βρισκόταν μέσα στο χαμόγελο εκείνου του προσώπου. Ο καθηγητής έσκυψε το κεφάλι και είπε:

«Έχετε δίκιο, κύριε. Έχετε δει τον Χριστό. Σας έχει χαμογελάσει»! (Αγιορειτική Μαρτυρία, τ. 3, σ. 149).

Βλέπουμε ποτέ εμείς τον Χριστό; Μπορούμε να δείξουμε την ομορφιά του και σε άλλους;

Το θέ­λη­μα του Θεού εί­ναι το να αγ­κα­λιά­ζου­με και να τους αγα­πά­με όλους…

Το θέ­λη­μα του Θεού εί­ναι το να αγ­κα­λιά­ζου­με και να τους αγα­πά­με όλους.

Αν όμως τον τάδε αγα­πάς και τον τάδε δεν αγα­πάς, ακο­λου­θείς το δικό σου θέ­λη­μα και όχι του Θεού.

Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος

Είπε Γέρων…

Ο αββάς Αγάθων είπε: «Ποτέ δεν πλάγιασα να κοιμηθώ, έχοντας δυσαρεστηθεί με κάποιον, αλλά ούτε και άφησα όσο μπορούσα άλλον να κοιμηθεί, έχοντας κάτι με μένα».

Αγάπησε τον Θεό από καρδιάς…

Μην αφήνεις τη ζωή σου να ταράζεται από τα εξωτερικά γεγονότα.
Ό,τι συμβαίνει γύρω σου είναι πρόσκαιρο αυτό που μένει αιώνιο είναι η καρδιά σου και ο τρόπος που την καλλιεργείς.

Στρέψε το βλέμμα μέσα σου.
Μάθε να ακούς τη σιωπή, να ηρεμείς τις σκέψεις σου, να γαληνεύεις την ψυχή σου.
Άφησε τον κόσμο να κάνει τον θόρυβό του, εσύ κράτα την εσωτερική σου ειρήνη σαν πολύτιμο θησαυρό.

Να είσαι πάντοτε φιλικός, ήσυχος, ευγενικός με όλους.
Μην παρασύρεσαι από μικρότητες και λόγια που πικραίνουν.
Τίποτα εξωτερικό δεν έχει τη δύναμη να σου αφαιρέσει την εσωτερική παρουσία του Θεού, αν εσύ δεν του το επιτρέψεις.

Αγάπησε τον Θεό από καρδιάς.
Στήριξε επάνω Του κάθε φόβο, κάθε σκέψη, κάθε αγωνία.
Και να είσαι βέβαιος εκείνος που στηρίζεται στον Θεό, ποτέ δεν θα αφεθεί μόνος.

Αυτός θα σε φωτίζει, θα σε δυναμώνει και θα σε οδηγεί σε κάθε βήμα της ζωής σου.

Πλούτος και Φτώχεια (π. Δημητρίου Μπόκου)

Ο Χριστός μίλησε πολλές φορές για την πλεονεξία και τη φιλαργυρία, τονίζοντας πόσο εύθραυστο είναι το θεμέλιο του πλούτου. Τα λόγια του Χριστού στοχοποιούσαν ιδιαίτερα τους Φαρισαίους, οι οποίοι, «φιλάργυροι υπάρχοντες, …εξεμυκτήριζον αυτόν» (Λουκ. 12, 15. 16, 14). Δεν μπορούσαν να δεχτούν τα λόγια του. Γι’ αυτούς ο πλούτος ήταν η δίκαιη ανταμοιβή του Θεού για την …ευσέβειά τους. Μα ο Χριστός, με την εξαίσια στη λιτότητά της παραβολή του άφρονος πλουσίου, αποσαφήνισε με τρόπο αναντίρρητο το θέμα (Κυριακή Θ΄ Λουκά).

Ο πλούτος τελικά είναι καλός ή κακός; Τίποτε από τα δύο. Η προσκόλληση σ’ αυτόν ή η νηφάλια διαχείρισή του είναι που κάνουν τη διαφορά. Όχι μόνο ο άφρων πλούσιος, αλλά και όλοι λίγο πολύ οι άνθρωποι κάνουμε ένα βασικό λάθος: Θεωρούμε ότι τα πλούτη θα μας εξασφαλίσουν τα πάντα. Την απόλυτη καλοζωία, την τέλεια απόλαυση.

Τίποτε όμως δεν είναι πραγματικά στο χέρι μας. Και η πικρή αλήθεια είναι ότι δεν αγοράζονται όλα με το χρήμα. Μπροστά στον θάνατο πλούσιοι και φτωχοί είναι το ίδιο ανίσχυροι. Όλα τα αγαθά της γης, ο κόσμος όλος, δεν επαρκούν για να δώσουν πίσω μια ζωή που δρασκέλισε ήδη το κατώφλι του θανάτου, πόσο μάλλον μια ψυχή που δεν νοιάστηκε ποτέ για την αιωνιότητα, αλλά χαραμίστηκε στη ματαιότητα.

Η κατανόηση της τραγικής αυτής αλήθειας οδήγησε πολλούς να απαρνηθούν τον πλούτο και να γίνουν εκούσια φτωχοί. Πολλοί άγιοι μοίρασαν τα υπάρχοντά τους στους φτωχούς και έζησαν με ολιγάρκεια. Κατανόησαν όχι μόνο τη ματαιότητα του πλούτου, αλλά και τον κίνδυνο να βυθιστούν στην απανθρωπία εξ αιτίας του. Ο πλούσιος, πιο εύκολα από τον φτωχό, εγκλωβίζεται στον άκρατο ατομοκεντρισμό, στην σκληρότητα της ασπλαχνίας.

Διαβάζουμε στα υπέροχα παραμύθια μας, ότι ένας πλούσιος άτεκνος και ένας φτωχός με πέντε παιδιά ζούσαν αντικρυστά. Τα παλιά χρόνια ο Θεός έπαιρνε, λέει, τη μορφή ενός γέρου και δοκίμαζε τις καρδιές των ανθρώπων. Χτύπησε κάποτε και την πόρτα του πλούσιου, μα εκείνος έβαλε τις φωνές αγριεμένος. «Δεν βλέπεις, μωρέ, ότι εδώ δεν έχουμε καθόλου χώρο; Όλα τα δωμάτια είναι γεμάτα καρπούς».

Ο γεράκος πήγε στην πόρτα του φτωχού. Του άνοιξε η γυναίκα του, τον έβαλε μέσα χωρίς να τον ρωτήσει τί θέλει, του έδωσε να φάει, άρμεξε και τη μοναδική τους κατσίκα και του έδωσε το γάλα της. Το βράδυ έβαλε όλα της τα παιδιά να κοιμηθούν σε μια γωνιά με άχυρο και στο δωμάτιό τους έβαλε τον γέρο να κοιμηθεί. Το πρωί δεν τον άφηνε να φύγει, πριν αρμέξει ξανά την κατσίκα για να του δώσει το γάλα της.

Της λέει τότε εκείνος: «Τί θα επιθυμούσες περισσότερο να αποκτήσεις στη ζωή;» «Αχ, καημένε γέρο μου», απαντάει κι εκείνη χαμογελαστή, «εγώ τα έχω όλα κι ας είμαι φτωχή»! Με τα πολλά δέχτηκε να έχει ένα μεγαλύτερο σπίτι. «Να μπορώ να βάλω τα παιδιά μου και να φιλοξενώ όσους περνούν από δω».

Όταν ο πλούσιος είδε ένα τεράστιο πανέμορφο σπίτι να ξεφυτρώνει ξαφνικά απέναντί του, έστειλε τη γυναίκα του να προλάβει τον γέρο, μήπως κερδίσει κάτι κι αυτός. Αλλά ο γέρος είπε: «Ο καθένας παίρνει αυτά που του αξίζουν. Στα δικά σας δωμάτια θα βρείτε τον θησαυρό που σας αξίζει». Άνοιξαν τα δωμάτιά τους και τί να δουν; Όλοι τους οι καρποί, οι πλούσιες σοδειές τους, είχαν γίνει κάρβουνο!

Προσοχή! Δεν δαμάζεται εύκολα ο πλούτος. Μας ξεγελάει και κλέβει την ανθρωπιά μας.

“Διατί μία μέρα θα φύγουμε, υπάρχει Ζωή Αιώνιος και γι’ αυτό φροντίζουμε για την ψυχή μας”

«Είμαι 70 χρονών τώρα, 40 χρόνια που είμαι στο Μοναστήρι ποτέ δεν με αδίκησε ο Θεός. Επέτρεψε ο Θεός να έχω προβλήματα στην καρδιά, μηχανήματα στην καρδιά, εγχειρήσεις στην καρδιά και σε όλο το σώμα, αλλά έχω μέσα μου Χριστό και ο Χριστός με δυναμώνει.

Λέω: “Πώς αντέχω; Αν με βοηθήσης, Χριστέ μου, θα λειτουργήσω”.

Κάθε πρωί όλο το χρόνο λειτουργώ, εξυπηρετώ τον κόσμο που έρχεται και έχουν πνευματικά ζητήματα και ό,τι με φωτίσει ο Θεός λέω. Παρακαλώ: “Χριστέ μου, Εσύ είπες ότι θα σας δώσω στο στόμα και σοφία. Λοιπόν, δώσε μου στο στόμα μου σοφία να μιλήσω και αν κάνω κανένα λάθος, γιατί είμαι και αγράμματος άνθρωπος, μην με δικάσης εν εκείνη τη ημέρα…”.

Διατί μία μέρα θα φύγουμε, υπάρχει Ζωή Αιώνιος και γι’ αυτό φροντίζουμε για την ψυχή μας.»

Όσιος Ιάκωβος Τσαλίκης (Μνήμη 22 Νοεμβρίου)

Λίγες σκέψεις γύρω από την ευλογία της μνημόνευσης…

Υπάρχουν κάτι χαρτάκια που μοιάζουν μικρά, μα κουβαλούν κόσμους ολόκληρους. Είναι εκείνα που αφήνουμε στο Άγιο Θυσιαστήριο, γραμμένα με χέρι που πολλές φορές τρέμει, μα με καρδιά που πονά και ελπίζει.

Πίσω από κάθε όνομα κρύβεται μια ιστορία μια πληγή που δεν φαίνεται, ένας σταυρός που δεν ξέρουμε πόσο βαραίνει, ένα αίτημα που δεν τολμά κανείς να πει φωναχτά.

Και όμως… εκεί, στην αγκαλιά της Θείας Λειτουργίας, όλα χωρούν.
Κι ο Χριστός, ο μόνος που ξέρει τα βάθη, τα παίρνει κι αθόρυβα τα κάνει φως.

Μην ξεχνάς λοιπόν να τους γράφεις…
Όσους αγαπάς, όσους πονούν, όσους κουράστηκαν.
Και βάλε, αν θέλεις, κι εκείνον που έγινε στήριγμά σου στον δρόμο τον πνευματικό, εκείνον που σε βάπτισε στην πίστη, κι εκείνον που σε δυσκολεύει γιατί κι αυτός έχει ανάγκη από μνήμη αγάπης, περισσότερο ίσως κι από όλους.

Δεν είναι απλές λέξεις σε ένα χαρτί είναι θέσεις σε ένα «καράβι» που σαλπάρει προς το έλεος του Θεού.

Και δεν είναι ωραίο να φεύγει μισοάδειο…

Όσο σκοτάδι απλώνει ο πειρασμός, τόσο εμείς απαντούμε με φως,
όσο σηκώνει ο κόσμος θλίψη, τόσο εμείς υψώνουμε προσευχή.
Γιατί η μνημόνευση δεν είναι απλώς μια πράξη είναι πρόσκληση.
«Έλα, Κύριε… φόρεσέ μας λίγη από τη δική Σου χαρά.»

Κι Εκείνος, ως πάντοτε, απαντά με εκείνο το τρυφερό, σιωπηλό
«Καλώς ήρθες παιδί μου… εδώ δεν είναι τόπος θανάτου, αλλά Ζωής».

Με ευλάβεια για όσα κουβαλούν αυτά τα χαρτάκια,
και με εμπιστοσύνη στον Μόνο που μπορεί να τα γλυκάνει όλα.

Περί Συγχωρητικότητας

Τό νά θέλουμε νά μᾶς πεῖ κάποιος “συγγνώμη” γιά τό κακό, γιά τήν ἀδικία πού μᾶς ἔκανε, αὐτό εἶναι ἐγωισμός. Καλύτερα νά μήν μᾶς ζητήσει συγγνώμη γιά μᾶς. Γι’ αὐτόν εἶναι καλύτερα νά ζητήσει συγγνώμη, γιά νά ἀποκατασταθεῖ μπροστά στόν Θεό.

Ὑπάρχει αὐτή ἡ κοσμική λογική, πού μᾶς ἔχει ποτίσει πάρα πολύ. Θυμᾶμαι, ὅτι ἤμουνα σέ μία κατασκήνωση μέ παιδιά καί τούς ἔλεγα:

– Πρέπει νά συγχωροῦμε

– Ναί, λέει, πάτερ, ἀλλά ἐάν δέν μᾶς ζητήσει συγγνώμη ὁ ἄλλος, πώς θά συγχωρέσουμε;

Βλέπετε, ἡ λογική τοῦ μικροῦ παιδιοῦ… Αὐτή εἶναι ἡ κοσμική λογική.

Ὀφείλεις νά συγχωρέσεις, πρίν σοῦ ζητήσει συγγνώμη, ἐάν εἶσαι Χριστιανός. Καί ἐάν ἔρθει καί σοῦ πεῖ “συγγνώμη”, ἀκόμα καλύτερα γι’ αὐτόν.

Γιά σένα, ἐάν εἶσαι ἔξυπνος πνευματικά, εἶναι τό ἴδιο, γιά νά μή πῶ ὅτι καλύτερα νά μή ζητήσει συγγνώμη, γιατί ἐσύ ταπεινώνεσαι καί παίρνεις τόν μισθό σου ὁλόκληρο ἀπό τόν Θεό. Ἀλλά βέβαια εὔχεσαι ἀπό ἀγάπη νά ταπεινωθεῖ καί ἐκεῖνος νά ζητήσει συγγνώμη, ὄχι γιά μᾶς, νά ἱκανοποιηθεῖ ὁ ἐγωισμός μας καί νά πειστοῦμε ὅτι ἐμεῖς ἔχουμε δίκαιο, ἀλλά γιά νά εὐεργετηθεῖ ὁ ἀδελφός καί νά ἔρθει σέ συναίσθηση καί νά ἀποβάλλει τήν κακία ἀπό μέσα του.

Ἱερομ. Σάββα Ἁγιορείτου
Ἑπομένως, συγχωροῦμε πάντοτε, πρίν μᾶς ζητήσουν συγγνώμη.

Ο Θεός αγαπά εκείνον που δεν εγκαταλείπει τον αγώνα…

Μην περιμένεις τις μεγάλες δοκιμασίες για να σταθείς όρθιος,
η αληθινή πειθαρχία χτίζεται στις μικρές, καθημερινές στιγμές.
Εκεί όπου κανείς δεν βλέπει, αλλά ο Θεός βλέπει τα πάντα.

Κράτα την καρδιά σου καθαρή,
όχι μόνο από τα μεγάλα πάθη,
αλλά κι από τις μικρές παραχωρήσεις που σιγά-σιγά γίνονται συνήθεια.
Διότι ο εχθρός της ψυχής δεν έρχεται πάντα με θόρυβο τις περισσότερες φορές έρχεται σαν σκέψη «ασήμαντη»,
σαν κατανόηση «ανθρώπινη», σαν δικαιολογία «αθώα».

Μάθε να λες «όχι» έγκαιρα,
για να μη χρειαστεί αργότερα να παλεύεις με δεσμά που εσύ έπλεξες.

Και όταν πέσεις γιατί όλοι πέφτουμε, μη μείνεις στο χώμα.
Η ντροπή της πτώσης δεν είναι τίποτα μπροστά στην ευλογία της επιστροφής.
Ορθώσου, ακόμη κι αν τρέμεις.
Ο Θεός αγαπά εκείνον που δεν εγκαταλείπει τον αγώνα.