Ἡ ἡμέρα ξεκίνησε μὲ Ὄρθρο καὶ θεία Λειτουργία. Στὶς 12:00 τὸ μεσημέρι τελέστηκε ἐπιμνημόσυνη δέηση καὶ τρισάγιο ὑπὲρ ἀναπαύσεως τῶν πρώτων κατοίκων τῆς περιοχῆς τοῦ Ἁγ. Ἐλευθερίου στὸ μικρὸ παρεκκλήσιο τοῦ Ἁγίου ἐνδόξου Ἱερομάρτυρος Ἐλευθερίου, στὴν συμβολὴ τῶν ὁδῶν Ἀχαρνῶν καὶ Ζαχ. Παπαντωνίου.
Στὶς 6:00 μ.μ. τελέστηκε ὁ Ἑσπερινὸς καὶ στὶς 6:30 ἀκολούθησε στρογγυλὴ τράπεζα, ἀφιέρωμα στὸν παπα-Φώτη Λαυριώτη, τὸν διὰ Χριστὸν Σαλὸ τῆς Λεσβου, ὅπου ἔγινε παρουσίαση τοῦ νέου βιβλίου γιὰ τὸν παπα-Φώτη, «Παπα-Φώτης ὁ διὰ Χριστὸν Σαλὸς – Στὰ μονοπάτια τῆς ταπείνωσης, Ἀφηγηματικὴ βιογραφία», τοῦ Καθηγουμένου τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Ἁγ. Νικολάου Μετεώρων, Ἀρχιμ. Θεοφάνους Κάσσου.
Στὴν στρογγυλὴ τράπεζα πῆραν μέρος καὶ ὁμίλησαν οἱ:
Ἀρχιμ. Γαβριὴλ Ἀσπρολοῦπος, Προϊστάμενος Ἱ.Ν. Ἁγ. Αἰκατερίνης Ἰλίου.
Πρωτ. Βασίλειος Πόπης, Προϊστάμενος Ἱ.Ν. Ἁγ. Σπυρίδωνος Πειραιῶς καὶ
Πρωτ. Χρῆστος Μίτσιος, Προϊστάμενος Ἱ.Ν. Ἁγ. Μεταμορφώσεως Σωτῆρος Σαρακίνας Θεσ/νίκης, κληρικὸς τῆς Ἱ. Μητροπόλεως Ἱερισσοῦ, Ἀρδαμερίου καὶ Ἁγίου Ὄρους, Συνταξιοῦχος Ἐκπαιδευτικός.
Τὸν συντονισμὸ τῆς ἡμερίδας εἶχε ὁ π. Θεμιστοκλῆς Χριστοδούλου.
Ὁ Αἰδεσιμολογιώτατος Πρωτ. π. Θεμιστοκλῆς Χριστοδούλου, Προϊστάμενος τοῦ Ἱ.Ν. Ἁγ. Ἐλευθερίου-ὁδοῦ Ἀχαρνῶν, προλογίζοντας αὐτὴ τὴν ἐκδήλωση τιμῆς γιὰ τὸν παπα-Φώτη, ἀνέφερε μεταξὺ ἄλλων ὅτι ἡ ἐκδήλωση αὐτὴ γίνεται μὲ τὶς εὐλογίες τοῦ Μακαριωτάτου Ἀρχιεπισκόπου Ἀθηνῶν καὶ πάσης Ἑλλάδος, ἀλλὰ ἀφορμὴ εἶναι τὸ βιβλίο τοῦ π. Θεοφάνη Κάσσου, Καθηγουμένου τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Ἁγ. Νικολάου Ἀναπαυσᾶ Μετεώρων, ὁ ὁποῖος βρίσκεται ἐδῶ μὲ τὶς εὐλογίες τοῦ Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Σταγῶν καὶ Μετεώρων.
Ὁ π. Θεμιστοκλῆς, ἀφοῦ παρουσίασε τοὺς ὁμιλητές, ἀναφέρθηκε στὸ νέο βιβλίο λέγοντας ὅτι πρόκειται περὶ ἀφηγηματικῆς βιογραφίας, μὲ ὡραῖο λόγο, ἕνα ἀφήγημα ἑλκυστικό. Βιβλία γιὰ τὸν παπα-Φώτη ἔγραψε ὁ ἴδιος, ὁ Αἰδεσιμ. Πρωτ. π. Ἀθανάσος Γιουσμᾶς, ἐφημέριος καὶ Προϊστάμενος τοῦ Ἱ.Ν. Ἁγ. Θεράποντος Μυτιλήνης, ὁ Γρηγόρης Δομούζης, υἱὸς τοῦ Γεν. Ἀρχιερατικοῦ Ἐπιτρόπου τῆς Ἱ. Μητροπόλεως Μυτιλήνης, καὶ ἕνας ἀκόμη ἄνθρωπος ἀπὸ τὴν Πύλο. Αὐτὸ σημαίνει ὅτι ἡ μορφὴ τοῦ διὰ Χριστὸν σαλοῦ συγκλονίζει καὶ παραμένει καὶ ὡς μνήμη καὶ ὡς παρουσία δίπλα σὲ πολλοὺς ἀνθρώπους. Ὑπάρχουν στοιχεῖα ἀκράδαντα ποὺ φανερώνουν ὅτι ὁ παπα-Φώτης δὲν ἦταν ἕνας ἁπλὸς ἄνθρωπος, ἀλλὰ ἦταν σκεῦος ἐκλογῆς τοῦ Χριστοῦ μὲ χάρισμα διορατικό, προορατικὸ καὶ θαυματουργικό.
Στὴν συνέχεια ἔδωσε τὸν λόγο στὸν Πανοσιολογιώτατο Ἀρχιμανδρίτη, π. Γαβριὴλ Ἀσπρολοῦπο, ὁ ὁποῖος στὴν ἀρχὴ ἀναφέρθηκε στὸ δύσκολο τοῦ ἐγχειρήματος τοῦ προοιμιακοῦ λόγου, ἰδιαίτερα ὅταν ἀπευθύνεται σὲ πρόσωπο μεγάλου πνευματικοῦ δυναμισμοῦ, πρόσωπο μοναδικὸ καὶ ἐξαίρετο, ὅπως αὐτὸ τοῦ παπα-Φώτη. Σκιαγραφώντας τὸ φαινόμενο παπα-Φώτης, τὸν παρουσιάζει ὡς πλούσια καὶ σύνθετη φύση, μὲ εὐαισθησία καὶ συμπόνια για τὰ φαινόμενα τῆς ζωῆς. Ὁ πνευματικός του κόσμος ἐκπροσωπεῖ μιὰ μεγάλη ποικιλία ἀπὸ πνευματικὰ χαρίσματα, συναισθήματα, σκέψεις καὶ πνευματικὲς ἐξάρσεις. Ἡ ποιμαντικὴ τέχνη του εἶναι κοινωνικὸ λειτούργημα, γιατὶ πλαταίνει τὸν πνευματικὸ ὁρίζοντα καὶ ἑνώνει τοὺς ἀνθρώπους σὲ ἕναν κοινωνικὸ ἱστό. Ἦταν γνήσιο τέκνο τῆς Παναγίας καὶ ἀναφερόταν στὴν σχέση του μαζί της σὰν νὰ ἦταν κάτι φυσικό. Ὁ Ἅγιος Παΐσιος χαρακτήρισε τὸν παπα-Φώτη μεγάλο ἅγιο τῆς Μυτιλήνης καὶ διαμάντι τῆς Ἐκκλησίας.
Φάρος στὴν σιωπὴ τῶν καιρῶν μας ὑπῆρξε καὶ ἐξακολουθεῖ νὰ εἶναι ὁ παπα-Φώτης καὶ τὸ ἔργο του. Κατέστη ἐπαξίως ὁ διαπρεπὴς τῆς κοινότητας τῶν ψυχῶν ποὺ νοσταλγοῦν τὸ πνευματικὸ φῶς. Τὸ ὄραμα τοῦ παπα-Φώτη θὰ παραμένει ζωντανὸ ἐπὶ γενεὲς στὴν Μυτιλήνη καὶ αἰώνια στὴν Ἱστορία τῆς σύγχρονης Ἐκκλησίας.
Στὴν συνέχεια ὁ π. Θεμιστοκλῆς διάβασε ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ βιβλίο τοῦ π. Θεοφάνους, ὅπου ἀναφέρεται στὴν γνωριμία του μὲ τὸν παπα-Φώτη, τὸν ὁποῖο γνώρισε πολὺ νωρίς, στὰ πρῶτα νεανικά του σκιρτήματα. Ὑπῆρξε γιὰ τὸν π. Θεοφάνη ὁ πνευματικός του πατέρας, ὁ ἄγρυπνος καθοδηγητὴς στὰ πρῶτα βήματα τῆς πίστης του. Τὸν παπα-Φώτη χαρακτήριζε ἡ βαθιὰ ἀγάπη του στὸν Χριστό, ποὺ ἐκφραζόταν πολλὲς φορὲς μέσα ἀπὸ τὴν φαινομενικὴ τρέλα, ἕναν τρόπο μοναδικὸ νὰ ταπεινώνει τὸν ἑαυτό του καὶ νὰ διδάσκει τοὺς ἄλλους. Γνωρίσματά του ἡ εὐγένεια τῆς ψυχῆς, ἡ εὐθυκρισία καὶ κυρίως ἡ μυστικὴ καὶ ἀδιάλειπτη ἕνωσή του μὲ τὸν Θεό. Ἡ παρουσία του ἴδια μὲ προφητεία, δὲν ἔδινε ὁδηγίες, ἀλλὰ ὑπεδείκνυε δρόμους μὲ τὸ παράδειγμά του. Δὲν ἐπιζητοῦσε χειροκροτήματα, ἀλλὰ ὑπέγραφε τὴν σιωπή του μὲ ταπεινὴ ἁγιότητα. Ἀντιμετώπιζε τὴν ἀσθένεια μὲ ὑπομονὴ στὸν πόνο καὶ οὐσιαστικὴ σύνδεσή του μὲ τὸν Θεό. Ἡ βιωτή του ἦταν μιὰ καθημερινὴ περιπέτεια ἀγάπης, θυσίας καὶ ἑκούσιας τρέλας διὰ Χριστόν.
Σχετικὰ μὲ τὸ βιβλίο ἀναφέρεται στὸν πρόλογο ὅτι ἀποτελεῖ ἀπόπειρα ἁπλῆς προσέγγισης ἑνὸς μεγάλου μυστηρίου. Οἱ σελίδες του ἐπιχειροῦν νὰ φωτίσουν κάποιες ἀπὸ τὶς μοναδικὲς στιγμὲς τοῦ βίου του. Δὲν εἶναι βιογραφία μὲ τὴν στενὴ ἔννοια, εἶναι μνημόσυνο ἀγάπης, κατάθεση καρδιᾶς, εὐγνωμοσύνης καὶ μαρτυρίας γιὰ ἕναν ἄνθρωπο, ποὺ ἔζησε τὸ Εὐαγγέλιο ὄχι ὡς ἠθικὴ θεωρία, ἀλλὰ ὡς τρόπο ὑπάεξεως. Περιέχει ἀναμνήσεις, ἀφηγήσεις, στιγμιότυπα, ὅλα ἐνταγμένα στὸ φῶς ταῆς πίστεως καὶ στὴν προσευχητικὴ σιγὴ ποὺ ἀγκάλιαζε τὴν ὕπαρξή του.
Ὁ π. Βασίλειος Πόπης ἔζησε, ὅπως εἶπε, τὶς σαλότητες τοῦ παπα-Φώτη. Ὁλόκληρη ἡ βιωτή του, ἀναφέρει ὁ π. Βασίλειος, διαπνεόταν ἀπὸ τὴν υἱοθέτηση μιᾶς παράδοξης στάσης ζωῆς, ἡ ὁποία στὰ μάτια κάποιων θὰ μποροῦσε νὰ φαίνεται παράξενη. Αὐτὸ γινόταν γιατὶ ὁ παπα-Φώτης ἤθελε νὰ κρύψει τὶς ἀρετὲς καὶ τὰ πνευματικά του κατορθώματα.
Στὸ μυστήριο τῆς θείας Εὐχαριστίας ὁ παπα-Φώτης ἀλλοιωνόταν ἀπὸ τὴν χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ὡς λειτουργὸ τὸν χαρακτήριζε ἡ συνέπεια στὸ Τυπικό. Τελοῦσε τὰ πάντα χωρὶς τὴν παραμικρὴ ἀφαίρεση. Τὸ κήρυγμά του μεστωμένο μὲ ἁπλότητα, πατρικότητα καὶ μετάνοια.
Σκοπός του δὲν ἦταν τὰ ἐγκόσμια, ἀλλὰ ἐπιζητοῦσε διακαῶς τὴν Βασιλεία καὶ τὴν ἀγκαλιὰ τοῦ Θεοῦ.
Ἐν συνεχείᾳ ὁ π. Θεμιστοκλῆς διάβασε ἀπὸ τὸ βιβλίο τοῦ π. Θεοφάνους τὸν πρόλογο τοῦ Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Σταγῶν καὶ Μετεώρων κ. Θεοκλήτου, στὸν ὁποῖο ἀναφέρονται καὶ τὰ ἑξῆς:
«Ἡ διὰ Χριστὸν σαλότητα εἶναι μία ἀκραία μορφὴ ἀσκήσεως, μία ὁδὸς πρὸς τὴν ἁγιότητα δύσβατη καὶ γι’ αὐτὸ ἐρημική, ἀφοῦ ἐλάχιστοι ἔχουν τὴν δύαμη, ἀλλὰ καὶ τὴν ἰδιαίτερη κλήση ἀπὸ τὸν Θεὸ νὰ τὴν ἀκολουθήσουν. Εἶναι ἡ ἐπιλογὴ τῆς ἐσχάτης ταπεινώσεως καὶ τῆς αὐτοεξουθενώσεως, μὲ τὴν ὁποία ἐκριζώνεται κάθε κενοδοξία καὶ ἀνθρωπαρέσκεια καὶ καταβάλλεται τὸ πολυκέφαλο τέρας τῆς ὑπερηφάνείας. Αὐτὴ τὴν ἀνάντη καὶ ἀκανθηφόρο ἀτραπὸ πορεύθηκε ἕως τέλους τῆς ζωῆς του καὶ ὁ βιογραφούμενος στὸ παρὸν πόνημα παπα-Φώτης, ὁ διὰ Χριστὸν σαλός.
Μὲ τὴν ἑκούσια «τρέλα» καὶ μὲ τὴν ὑπεράνθρωπη ἄσκηση, νηστεία, ἀγρυπνία, τελεία ἀκτημοσύνη καὶ παντὸς εἴδους κακοπάθεια ἔλαβε καὶ τὰ ἔκτακτα χαρίσματα τῆ διοράσεως καὶ τῆς θαυματουργίας. Διήγαγε βιοτὴ ὑπερκόσμια μέσα στὸν κόσμο. Μὲ ἀγάπη ὑπερεκβλύζουσα ἀπὸ τὴν κεκαθαρμένη καρδία του ἐνίσχυσε ὑστερουμένους, θλιβομένους καὶ καταπονουμένους, ἔσωσε ἀπὸ τὴν πλάνη καὶ στήριξε πολλοὺς στὴν πίστη, ὁδήγησε πλῆθος πιστῶν στὴν σωτηρία. Ὁ Ἀρχιμανδρίτης π. Θεοφάνης εἶχε τὴν εὐλογία νὰ γαλουχηθεῖ στὴν πνευματικὴ ζωὴ ἀπὸ τὸν ὅσιο Γέροντα, γι’ αὐτὸ καταθέτει αὐθεντικὲς καὶ ἀξιόπιστες περὶ αὐτοῦ μαρτυρίες».
Ὁ π. Χρῆστος Μίτσιος ἀνέφερε ὅτι δὲν γνώρισε ἐν ζωῇ τὸν παπα-Φώτη, ὅμως ἀγάπησε τὴν «τρέλα» του καὶ προσπαθεῖ νὰ μαθαίνει ὅσα περισσότερα μπορεῖ. Μιλώντας ὡς εἰδικὸς στὴν ἐπιμέλεια βιβλίων, εἶπε ὅτι τὸ παρὸν εἶναι ἄριστο καὶ ἀπὸ επαγγελματικῆς ἀπόψεως. Εἶναι ὄμορφα γραμμένο, μὲ ἀποστάσεις ἡ μία διήγηση ἀπὸ τὴν ἄλλη.
Ὁ π. Χρῆστος ἔκανε λόγο γιὰ τὶς πνευματικὲς ρίζες τοῦ παπα-Φώτη καὶ ἀναφέρθηκε στὸν π. Τύχωνα, ποὺ ἦταν καὶ πνευματικός του δείχνοντας ὅτι ἔχει σημασία ποιός εἶναι ὁ πνευματικὸς καθοδηγητὴς κάποιου. Στὴν συνέχεια ἀνέφερε περιστατικὰ ποὺ περιέχονται στὸ βιβλίο καὶ δεἰχνουν τὴν προσωπικότητα τοῦ παπα-Φώτη. Καὶ ἔκλεισε τὴν ἀναφορά του ἐπισημαίνοντας ὅτι ἔχουμε γεμίσει ὑπέροχους σύγχρονους ἁγίους ἀλλὰ χάσαμε, γιατὶ χάσαμε καὶ τὴν πίστη καὶ τὸν Θεὸ καὶ τὴν χαρὰ καὶ τὴν εὐτυχία καὶ τὴν ἐλπίδα, γιατὶ χάσαμε τὸν συνάνθρωπό μας.
Τέλος ὁ π. Θεοφάνης σχετικὰ μὲ τὴν συγγραφὴ τοῦ βιβλίου ἀνέφερε ὅτι ὅταν ἔμαθε πὼς γράφτηκαν βιβλία γιὰ τὸν παπα-Φώτη χάρηκε ἀλλὰ εἶχε τὸν λογισμὸ ὅτι ὅσα βίωσε μὲ τὸν παπα-Φώτη, ὅσα χαράχτηκαν στὴν καρδιά του ἔπρεπε νὰ τὰ πεῖ σὲ κάποιον συγγραφέα, ἀλλὰ δὲν εὕρισκε σὲ ποιόν. Τὸ βράδυ εἶδε στὸν ὕπνο του τὸν παπα-Φώτη, ποὺ τοῦ εἶπε ἐπιτακτικά, «ἐσὺ θὰ τὰ γράψεις». Ἡ συγγραφὴ τοῦ βιβλίου διήρκεσε δέκα χρόνια καὶ βοήθησαν πολλοὶ γιὰ τὴν συγγραφή του.
Ἀναφερόμενος στὸν παπα-Φώτη εἶπε ὅτι ἦταν ἕνα μυστήριο καλυμμένο. ὅσοι τὸν ἔζησαν εἶδαν ὅτι καὶ ὁ ἴδιος προσπαθοῦσε νὰ κρύψει τὴν ἁγιότητά του καὶ ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ τὸν σκέπαζε. Ὅταν ζοῦσαν τὰ γεγονότα, τὰ θεωροῦσαν φυσικά, καθημερινά. Δὲν μποροῦσαν νὰ συλλάβουν τὸ μέγεθος τῆς ἁγιότητάς του. Ὁ παπα-Φώτης, ὅταν καταλάβαινε ὅτι κάποιος τὸν εὐλαβεῖται, τοῦ ἄλλαζε τὸν λογισμὸ χωρὶς νὰ τὸ καταλάβει. Ταὰ γεγονότα ποὺ ἀναφέρονται στὸ βιβλίο δὲν εἶναι ὑπερβολές, εἶναι γεγονότα ποὺ συνέβησαν καὶ ἀναδεικνύουν τὸ μέγεθος τῆς προσωπικότητος αὐτοῦ τοῦ ἀνθρώπου. Δὲν τοῦ ἄρεσαν τὰ χειροκροτήματα τοῦ κόσμου, τοῦ ἄρεσε ἡ ἀφάνεια. Ἦταν ἀσκητικὸς καὶ δὲν ὑπῆρχε ἄσκηση ποὺ νὰ μὴν τὴν κάνει φτάνοντας στὰ ἄκρα. Ὡς πνευματικὸς ὅμως δὲν ἐπέλεγε τὰ ἄκρα, ἦταν αὐστηρός, ἀλλὰ ὄχι τῶν ἄκρων. Ἡ σαλότητα ἦταν τὸ κύριο χαρακτηριστικό του κι αὐτὸ τὸ ἔκανε ἀπὸ ἁγιότητα. Δεύτερο χαρακτηριστικὸ μετὰ τὴν σαλότητα ἦταν ἡ περιφρόνηση. Τέτοια περιφρόνηση ποὺ δὲν δέχτηκε κανένας ἄλλος. Τὸ χαιρόταν ὅμως καὶ τὸ ἀπολάμβανε. Ὅλη του ἡ ζωὴ ἦταν ἡ ἀγωνία γιὰ τὴν Ἐκκλησία, γιὰ τοὺς ἀνθρώπους, γιὰ τοὺς νέους. Ἄλλο χαρακτηριστικό του ἦταν ὅτι ἦταν ἀληθινός, δὲν ἤξερε ὑποκρισία, πρᾶγμα ποὺ εἶχε κόστος στὴν ζωή του.
Κλείνοντας ἀνέφερε ὅτι ζοῦν τὴν παρουσία τοῦ παπα-Φώτη. Πρὸς ἐπιβεβαίωση διηγήθηκε προσωπική του ἐμπειρία, ὅταν ἀπὸ κάποιον πειρασμὸ ποὺ τὸν ταλαιπωροῦσε, τὸν ἀπάλλαξε ὁ παπα-Φώτης. Τελείωσε τὴν ἀναφορά του στὸν παπα-Φώτη λέγοντας ὅτι εἶναι δοχεῖο τῆς χάριτος τοῦ Θεοῦ καὶ προτρέποντας ὅλους νὰ τὸν ἐπικαλοῦνται.
Τὸ τέλος τῶν λατρευτικῶν ἐκδηλώσεων τῆς ἡμέρας ἔδωσε τὸ Μικρὸ Ἀπόδειπνο μετὰ Χαιρετισμῶν στὴν Ὑπεραγία Θεοτόκο καὶ ἡ μονολόγιστη εὐχή.
Μπορείτε να παρακολουθήσετε τό Ἀφιέρωμα στὸν παπα-Φώτη Λαυριώτη, τὸν διὰ Χριστὸν Σαλὸ τῆς Λέσβου εδώ.

Περισσότερες φωτογραφίες μπορείτε να δείτε εδώ