Πνευματική απροθυμία (π. Δημητρίου Μπόκου)

Η παραβολή των βασιλικών γάμων λίγες φορές διαβάζεται στην Εκκλησία. Ανήκει στις τελευταίες Κυριακές του Ματθαίου και για να προλάβει να διαβαστεί προ της εορτής του Υψώσεως του Σταυρού (14 Σεπ.), πρέπει να έχουμε το Πάσχα αρκετά νωρίς. Είναι παραπλήσια της παραβολής του μεγάλου δείπνου που διαβάζεται πάντα προ της εορτής των Χριστουγέννων. Ένας βασιλιάς (ο Θεός) με την ευκαιρία των γάμων του υιού του κάνει μεγάλο τραπέζι και καλεί πλήθος ανθρώπων, αλλά οι καλεσμένοι δεν προσέρχονται (Κυριακή ΙΔ΄ Ματθαίου).

Οι λόγοι; Πολλοί. Κάποιοι δεν ήθελαν καθόλου να πάνε. Δεν είχαν από όρεξη τον βασιλιά. Κάποιοι όχι μόνο δεν πήγαν, αλλά και ενοχλήθηκαν κιόλας. Έπιασαν τους δούλους που μετέφεραν τα προσκλητήρια του γάμου, τους έβρισαν και τους σκότωσαν. Μα η πράξη τους είχε τις ανάλογες συνέπειες. Ο βασιλιάς οργίστηκε. Έστειλε τα στρατεύματά του και τους εξολόθρευσε. Και την πόλη τους την έκαψε.

Αλλά υπήρξαν και κάποιοι άλλοι, που δεν είχαν αντίρρηση να πάνε, αλλά απλώς το αμέλησαν. Δεν το έβαλαν σε άμεση προτεραιότητα. Προτίμησαν να πάνε στις δουλειές τους πρώτα, άλλος στο χωράφι του, άλλος στο μαγαζί του, και τελικά ξεχάστηκαν και δεν πήγαν. Άφησαν τον γάμο και πήγαν για πουρνάρια, που λέμε.

Αυτοί είμαστε εμείς. Οι Χριστιανοί!

Δεν λέμε όχι στον Θεό, θέλουμε να πάμε στο τραπέζι του, να μπούμε στη Βασιλεία του, δεν κάνουμε όμως και τίποτε γι’ αυτό. Αδιαφορούμε, αμελούμε, βαριούμαστε όταν πρόκειται για τα πνευματικά. Με το ζόρι να κάνουμε προσευχή, με το ζόρι να νηστέψουμε, με το ζόρι να πάμε στη Λειτουργία (σχεδόν στο «Δι’ ευχών»). Πολλές φορές τα παρατάμε και εντελώς, υπόδουλοι όντες εκούσια, με τη γνώμη μας, στη ραθυμία «των ηδονών του βίου». Προτιμάμε την άνεση, να μη στριμωχτούμε σε τίποτε. Να μην κοπιάσουμε πνευματικά. Τρέχουμε πρόθυμοι στις άλλες δουλειές, αλλά, αν είναι για προσευχή, μας πιάνει απροθυμία, ραθυμία, υπνηλία.

Η κατάσταση της πνευματικής αμέλειας και αδιαφορίας ονομάζεται ακηδία (αφροντισιά). Είναι κάτι που συνοδεύει κάθε άνθρωπο. Με αυτήν πολεμάει ο διάβολος και τους αγίους. Αισθάνονται και αυτοί πολλές φορές στον πνευματικό τους αγώνα κόπωση. Την τάση να εγκαταλείψουν τα πάντα. Μα αν συμβεί κάτι τέτοιο, μπορεί να τα χάσουν όλα. Όταν χαλαρώνει ο άνθρωπος, είναι δύσκολο να ξαναμπεί στο πρόγραμμά του.

Γι’ αυτό, καλό είναι ο Χριστιανός να έχει έναν ήπιο κανόνα προσευχής, για να μπορεί να τον κάνει πάντα, σταθερά, με μικρή σχετικά προσπάθεια. Ώστε και σε δύσκολη κατάσταση αν βρεθεί, να μπορεί με λίγο έστω κόπο να τον κάνει και όχι να τον εγκαταλείψει εντελώς. Να έχει «μικράν εργασίαν και μένουσαν, παρά μεγάλην και ταχέως κοπτομένην».

Άκριτοι ενθουσιασμοί, υπερβολική προσπάθεια άσκησης, προσευχής κ. λ. π., κουράζουν γρήγορα και οδηγούν συνήθως στην πλήρη εγκατάλειψη. Όσο όμως κουρασμένοι και νυσταγμένοι και αν είμαστε, μια μικρή, ελάχιστη προσευχή μπορούμε πάντα να την κάνουμε.

Οι άγιοι, έμπειροι στις πνευματικές παγίδες του διαβόλου, δίνουν πολλές συμβουλές για την ακηδία.

Ο άγιος Αντώνιος σκοτίστηκε κάποτε από πολλούς λογισμούς και έπεσε σε ακηδία. Ζήτησε τότε βοήθεια από τον Θεό και βλέπει κάποιον απέναντί του να ασχολείται με εργόχειρο (να πλέκει καλάθια). Σε λίγο ο άγνωστος σηκώθηκε και έκανε τις προσευχές του και πάλι κάθισε και συνέχισε το εργόχειρό του, πλέκοντας τα καλάθια του. Μετά ξανασηκώθηκε για προσευχή και πάλι κάθισε για εργασία. Ήταν άγγελος σταλμένος από τον Θεό να διδάξει τον Αντώνιο, δείχνοντάς του ένα εύκολα εφαρμόσιμο πνευματικό πρόγραμμα. «Έτσι κάνε και θα σωθείς», του είπε.

Ναι! Θέλει λίγο αγώνα και υπομονή η ακηδία.

Αλλά δεν είναι ανίκητη.

Εμφάνιση στον Άγιο Παΐσιο της Παναγίας της Ιεροσολυμίτισσας

Ο Άγιος Παΐσιος διηγείται ότι εμφανίστηκε στον ίδιο η παναγία η Ιεροσολυμίτισσα.

-Γέροντα,ποιά εικόνα της Παναγίας την αποδίδει περισσότερο;

-H Παναγία η Ιεροσολυμίτισσα.

Μια φορά την είδα εκεί στο Καλύβι στην Παναγούδα,αν σου το πω σε πόσους θα το πεις;

-Σε κανέναν Γέροντα.

-Λοιπόν,είδα σε όραμα ότι θα πήγαινα μακρινό ταξίδι και έπρεπε να ετοιμάσω τα χαρτιά μου, Διαβατήριο, συνάλλαγμα κλπ.αλλά οι υπάλληλοι δεν μου έκαναν τα χαρτιά.

Εκεί ήταν πολλοί άνθρωποι, όμως δεν υπήρχε κανείς να με βοηθήσει. Ποιός θα με βοηθήσει, λέω, μα δεν βρίσκεται κανένας, για να ενδιαφερθεί.

Είχα μία αγωνία! Και ξαφνικά παρουσιάζεται μία Γυναίκα με λαμπερό πρόσωπο, ντυμένη στα χρυσαφένια. Είχε μια ωραιότητα! Άστραφτε ολόκληρη! «Μην ανησυχείς, εγώ θα σε βοηθήσω, ο Γιός μου είναι Βασιλιάς», μου λέει και με κτύπησε απαλά στο ώμο.

Παίρνει τα χαρτιά, και με μια κίνηση τα βάζει στον κόρφο Της. Ω! τι κίνηση ήταν εκείνη! Ύστερα μου είπε «Θα περάσετε δύσκολες μέρες» και μου ανέφερε κάτι που έπρεπε να κάνω κι εγώ. Μετά από καιρό είδα την Παναγία την Ιεροσολυμίτισσα σε ένα βιβλίο και την αναγνώρισα.

ΠΕΡΙ ΠΡΟΣΕΥΧΗΣ-ΛΟΓΟΙ ΣΤ. ΣΟΥΡΩΤΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ.

Όταν ο Άγιος Διονύσιος Αρεοπαγίτης συνάντησε την Παναγία εκείνη έλαμπε σαν τον ήλιο και ευωδιαζε!

Όταν ο Άγιος Διονύσιος Αρεοπαγίτης συνάντησε την Παναγία εκείνη έλαμπε σαν τον ήλιο και ευωδιαζε!

Ὁ ἅγιος Διονύσιος, τρία χρόνια μετά τή μεταστροφή του, ἐπισκέφτηκε τήν Ὑπεραγία Θεοτόκο στά Ἱεροσόλυμα, στό σπίτι τοῦ Εὐαγγελιστοῦ Ἰωάννου, ὅπου ἐκείνη ἔμενε μετά τήν Ἀνάληψη τοῦ Κυρίου. Νά τί γράφει σχετικά μέ τήν ἐπίσκεψη αὐτή σέ μίαν ἐπιστολή του πρός τόν Ἀπόστολο Παῦλο:

Παραθέτουμε στή συνέχεια τη μαρτυρία γιά τη Θεομήτορα ενός συγχρόνου της, τού άγιου Διονυσίου του Αρεοπαγίτη, μορφωμένου και ονομαστού Αθηναίου, πού μεταστράφηκε στή χριστιανική πίστη από τον Απόστολο Παύλο. Ο άγιος Διονύσιος, τρία χρόνια μετά τη μεταστροφή του, επισκέφτηκε τήν Υπεραγία Θεοτόκο στά Ιεροσόλυμα, στό σπίτι του Ευαγγελιστού Ιωάννου, όπου εκείνη έμενε μετά τήν Ανάληψη του Κυρίου. Να τί γράφει σχετικά με τήν επίσκεψη αυτή σε μιαν επιστολή του πρός τον Απόστολο Παύλο:

«Δεν πίστευα —το ομολογώ ενώπιον του Κυρίου, ω θαυμάσιε οδηγέ και ποιμένα μας— ότι εκτός από τον ύψιστο Θεό ήταν δυνατό να υπάρχει οποιοδήποτε πρόσωπο πού να είναι γεμάτο από θεία δύναμη και θεία χάρη. Όμως, κανένας άνθρωπος δεν μπορεί να φανταστεί αυτό πού είδα και κατάλαβα όχι μόνο με τα ψυχικά μου μάτια αλλά και με τα σωματικά. Είδα, λοιπόν, με τα μάτια μου τη θεόμορφη και αγιότερη απ’ όλα τα ουράνια πνεύματα Μητέρα του Κυρίου μας Ιησού Χριστού.

Ήταν ένα δώρο της χάριτος του Θεού, της συγκαταβατικότητας του κορυφαίου αποστόλου (Ιωάννου), καθώς και της απέραντης καλοσύνης, ευσπλαχνίας και ευμένειας της ίδιας της Παρθένου. Ομολογώ ξανά και ξανά μπροστά στον παντοδύναμο Θεό, μπροστά στον πανάγαθο Σωτήρα και μπροστά στην ένδοξη και πάντιμη Μητέρα Του, πώς, όταν με οδήγησε σ’ εκείνην, τη θεόμορφη και παναγία Παρθένο, ο Ιωάννης, η κεφαλή των ευαγγελιστών και των προφητών, πού, ενώ ζει με σάρκα, λάμπει όπως ο ήλιος στον ουρανό, με τύλιξε μια θεία λάμψη, λάμψη ζωηρή και αμείωτη, φωτίζοντάς με όχι μόνο εξωτερικά αλλά και εσωτερικά, καθώς και μια υπερκόσμια, μια υπέροχη ευωδία με συνεχείς εναλλαγές.

Ούτε το πνεύμα μου ούτε το αδύναμο σώμα μου μπορούσαν να βαστάξουν τόσα και τέτοια σημεία, πού συνιστούσαν πρόγευση της αιώνιας μακαριότητας και δόξας. Παρέλυσε η καρδιά μου και σχεδόν έσβησε το πνεύμα μου από τη θεία δόξα και χάρη της. Βεβαιώνω μπροστά στον Θεό πώς, αν δεν είχα φυλάξει στήν καρδιά μου και στον νεοφώτιστο νου μου τις θεόπνευστες διδαχές και υποθήκες Του, θά είχα θεωρήσει τήν Παρθένο θεό και θά τήν είχα προσκυνήσει έτσι όπως προσκυνούμε τον μόνο αληθινό Θεό.

Γιατί κανένας νους δεν μπορεί να φανταστεί γιά άνθρωπο δοξασμένο από τον Θεό δόξα ανώτερη από τη δόξα εκείνη πού αξιώθηκα εγώ, ο ανάξιος, να δώ, ούτε μακαριότητα μεγαλύτερη από τη μακαριότητα πού αξιώθηκα να γευθώ. Ευχαριστώ τον ύψιστο και πανάγαθο Θεό μου, την Παναγία Παρθένο, τον κορυφαίο Απόστολο Ιωάννη, καθώς κι εσένα, τήν ανώτατη και επισημότατη κεφαλή της Εκκλησίας, πού σπλαχνικά μου φανέρωσε μια τέτοια ευεργεσία».

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ. ΑΣΚΗΤΙΚΕΣ ΟΜΙΛΙΕΣ. ΑΓΙΟΥ ΙΓΝΑΤΙΟΥ ΜΠΡΙΑΝΤΣΑΝΙΝΩΦ. ΜΟΝΗ ΠΑΡΑΚΛΗΤΟΥ

Ἡ σιωπή τῆς Παναγίας, Ἅγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς Ἐπίσκοπος Ἀχρίδος

«Μεγαλύνει ἡ ψυχὴ μου τὸν Κύριον» (Λούκ. 1, 46)

Ἀδελφοί, ἔχουμε πέντε λέξεις ὅλες κι ὅλες εἰπωμένες ἀπὸ τὴν Παναγία, καταγεγραμμένες στὰ Εὐαγγέλια. Ὅλες αὐτὲς οἱ λέξεις της ἀναφέρονται στὴν ἐξύμνηση τοῦ μεγαλείου τοῦ Θεοῦ. Ἡ Παναγία ἦταν σιωπηλὴ μπροστὰ στοὺς ἀνθρώπους, ὅμως ἡ ψυχή της συνομιλοῦσε ἀδιαλείπτως μὲ τὸν Θεό. Κάθε μέρα καὶ κάθε ὥρα, ἔβρισκε μιὰ νέα αἰτία καὶ ἀφορμὴ γιὰ νὰ μεγαλύνει τὸν Θεό. Ὦ, ἂν ἦταν δυνατὸν νὰ γνωρίζουμε καὶ ἂν μπορούσαμε νὰ καταγράψουμε ὅλες τὶς φορὲς ποὺ ἡ Παναγία μεγάλυνε τὸν Θεό, σὲ ὅλη τὴν διάρκεια τῆς ζωῆς της, ὦ, πόσα πολλὰ βιβλία θὰ χρειαζόμασταν! Ἀλλὰ ἔστω καὶ μὲ τὴν μία αὐτὴ δοξολογία, τὴν ὁποία ἐκείνη ἐξέφρασε στὴν συγγενῆ της, Ἐλισάβετ, τὴν μητέρα τοῦ ἁγίου Προφήτου καὶ Προδρόμου Ἰωάννου, κάθε χριστιανὸς μπορεῖ νὰ ἐκτιμήσει πόσο εὐῶδες καὶ θεάρεστο ἄνθος ἦταν ἡ παναγία ψυχή της!
Αὐτὸ δὲν εἶναι παρὰ ἕνα ψῆγμα χρυσοῦ ἀπὸ τὴν ψυχὴ τῆς Θεοτόκου, τὸ ὁποῖο ἔχει φθάσει σ’ ἐμᾶς μέσῳ τοῦ Εὐαγγελίου. Ὑπῆρξαν ἀναρίθμητα τέτοια ψήγματα στὴν διάρκεια τῆς ζωῆς τῆς Ὑπερευλογημένης Θεοτόκου! Ἀκόμη καὶ προτοῦ ἀκούσει τὸ Εὐαγγέλιο ἀπὸ τὰ χείλη τοῦ Υἱοῦ της, ἐκείνη γνώριζε, πῶς νὰ μιλᾶ μὲ τὸν Θεὸ καὶ νὰ Τὸν δοξάζει σύμφωνα μὲ τὸ δίδαγμα τοῦ Εὐαγγελίου. Αὐτὴ ἡ γνώση ἦλθε σ’ αὐτὴν ἀπὸ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, ἡ χάρις τοῦ ὁποίου ἐκχεόταν ἀκαταπαύστως ἐντός της σὰν τὸ καθαρὸ νερὸ μέσα σ’ ἕνα καθαρὸ δοχεῖο. Ἡ ψυχή της μεγάλυνε τὸν Θεὸ μὲ ὕμνους σὲ ὅλη τὴν ζωή της καί, συνακολούθως, ὁ Θεὸς μεγάλυνε αὐτὴν ὑπεράνω τῶν Χερουβείμ καὶ τῶν Σεραφείμ. Ἔτσι καὶ στὴν περίπτωσή μας: παρ’ ὅτι εἴμαστε μικροὶ καὶ ἁμαρτωλοί, ὁ ἴδιος ὁ Θεὸς θὰ μεγαλύνει στὴν Βασιλεία Του ἐμᾶς ποὺ μεγαλύνουμε τὴν Θεοτόκο, ἐὰν ἀσκηθοῦμε νὰ γεμίζουμε τὸν σύντομο βίο μας μὲ τὴν ἐξύμνηση καὶ δοξολογία τοῦ Θεοῦ στὰ ἔργα, στὰ λόγια, στὶς σκέψεις καὶ στὶς δεήσεις μας.
Ὦ Παναγία, Πάναγνη καὶ Ὑπερευλογημένη, κάλυψέ μας κάτω ἀπ’ τὶς φτεροῦγες τῶν πρεσβειῶν σου.
Σοὶ καὶ τῷ Υἱῷ σου πρέπει πᾶσα δόξα, τιμὴ καὶ προσκύνησις εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.
https://paterikos.blogspot.com/

Οι κακοί γεωργοί (π. Δημητρίου Μπόκου)

Στην πολυσήμαντη παραβολή του αμπελώνος ο Χριστός μίλησε για κακούς γεωργούς, που αντί να αποδώσουν τη σοδειά στον κύριό τους, κακοποίησαν και θανάτωσαν τους δούλους του και τον υιό του. Οικειοποιήθηκαν τον αμπελώνα για να τον εκμεταλλεύονται αυτοί όπως ήθελαν. Έτσι ο ιδιοκτήτης αφαίρεσε από αυτούς τον αμπελώνα για να τον δώσει σε άλλους γεωργούς, παραδίδοντας τους κακούς γεωργούς στον θάνατο (Κυριακή ΙΓ΄ Ματθαίου).

Η παραβολή ειπώθηκε για τους Εβραίους που απέρριψαν τον Χριστό και έγιναν ανάξιοι να κατέχουν τον αμπελώνα του Θεού. Ο Χριστός τους προειδοποίησε ξεκάθαρα. «Γι’ αυτό θα αφαιρεθεί από σας η Βασιλεία του Θεού και θα δοθεί σε έθνος που θα παράγει (έργα αγαθά, δηλαδή) τους καρπούς της Βασιλείας του Θεού». Οι αρχιερείς και οι Φαρισαίοι άκουσαν την παραβολή, κατάλαβαν «ότι περί αυτών λέγει» και δρομολόγησαν τη θανάτωσή του για να κληρονομήσουν αυτοί τον αμπελώνα. Παρ’ ελπίδα όμως η κληρονομιά χάθηκε οριστικά από τα χέρια τους.

Το γεγονός είχε ήδη προβλεφθεί από τον προφήτη Ησαΐα. «Αμπελών εγενήθη τω ηγαπημένω εν κέρατι, εν τόπω πίονι». Σε καλό, όμορφο τόπο, στη γόνιμη ψηλή κορφή ενός λόφου, ο επουράνιος γεωργός, ο Κύριος, έφτιαξε τον αμπελώνα του. Τον ασφάλισε με φράχτη και τάφρο γύρω του, να μην τον πνίγουν οι πλημμύρες, φύτεψε τα καλά κλήματα Σωρήχ, έχτισε στο μέσον πύργο και πατητήρι και περίμενε να κάνει σταφύλια. Αλλά δυστυχώς ο αμπελώνας «εποίησεν ακάνθας».

Τί άλλο να κάνω για τον αμπελώνα μου, που δεν το έκανα ήδη; ρωτάει ο Κύριος. Έκανα τα πάντα γι’ αυτόν. Και αντί να μου κάνει σταφύλια, έκανε αγκάθια! Να λοιπόν, τί θα κάνω στον αμπελώνα μου. Θα βγάλω τον φράχτη του και θα γκρεμίσω τον τοίχο του, ώστε να είναι εκτεθειμένος σε διαρπαγή και καταπάτημα. Θα τον εγκαταλείψω, δεν θα τον κλαδέψω, δεν θα τον σκάψω, θα διατάξω τα σύννεφα να μη ρίξουν επάνω του βροχή. Ώστε να ανεβούν τα αγκάθια και να τον πνίξουν, να γίνει χέρσος, ακαλλιέργητος τόπος. Ο αμπελώνας μου ήταν ο αγαπημένος μου λαός, «νεόφυτον ηγαπημένον», τα τρυφερά βλαστάρια της φυλής του Ιούδα. Περίμενα να καρποφορήσει δικαιοσύνη και αυτός καρποφόρησε παρανομία και αδικία (Ησ. 5, 1-7).

Έτσι, οι κακοί γεωργοί που σταύρωσαν τον Υιό θανατώθηκαν και ο τόπος τους λεηλατήθηκε, καταπατήθηκε και ερήμωσε. Τα προβλεπόμενα όμως από την παραβολή του Χριστού δεν τελείωσαν ακόμα, γιατί το τέλος όλων των κακών γεωργών συντελείται οριστικά όταν φτάνει «η ώρα του θερίσαι», στους έσχατους χρόνους.

Θερίζεται τότε η γη από τον Κύριο. Εμφανίζεται όμως και ένας άγγελος με κοφτερό δρεπάνι, ενώ άλλος άγγελος κραυγάζει: «Πέμψον σου το δρέπανον το οξύ και τρύγησον τους βότρυας της αμπέλου της γης». Ο άγγελος ρίχνει το δρεπάνι του στη γη, τρυγά τον αμπελώνα της και ρίχνει τα σταφύλια (όλους τους αμαρτωλούς) στο μεγάλο πατητήρι του θυμού του Θεού. Το πατητήρι πατιέται και βγαίνει αίμα τόσο πολύ, που ανεβαίνει ως τα χαλινάρια των ίππων, σε απόσταση 1600 σταδίων (πάνω από 300 χιλιόμετρα) (Αποκ. 14, 14-20).

Συμβολική η εικόνα, αλλά συγκλονιστικά τα προαγγελλόμενα!

Θεία Κοινωνία (Αγίου Ιωάννη Χρυσοστόμου)

Και σαν έρθει η στιγμή της θείας Κοινωνίας και πρόκειται να πλησιάσεις την αγία Τράπεζα, πίστευε ακλόνητα πως εκεί είναι παρών ο Χριστός, ο Βασιλιάς των όλων. Όταν δεις τον ιερέα να σου προσφέρει το σώμα και το αίμα του Κυρίου, μη νομίσεις ότι ο ιερέας το κάνει αυτό, αλλά πίστευε ότι το χέρι που απλώνεται είναι του Χριστού. Αυτός που λάμπρυνε με την παρουσία Του την τράπεζα του Μυστικού Δείπνου, Αυτός και τώρα διακοσμεί την Τράπεζα της θείας Λειτουργίας. Παραβρίσκεται πραγματικά και εξετάζει του καθενός την προαίρεση και παρατηρεί ποιος πλησιάζει με ευλάβεια ταιριαστή στο άγιο Μυστήριο, ποιος με πονηρή συνείδηση, με σκέψεις βρωμερές και ακάθαρτες, με πράξεις μολυσμένες.

Αναλογίσου, λοιπόν, κι εσύ ποιο ελάττωμά σου διόρθωσες, ποιαν αρετή κατόρθωσες, ποιαν αμαρτία έσβησες με την εξομολόγηση, σε τί έγινες καλύτερος. Αν η συνείδησή σου σε πληροφορεί ότι φρόντισες αρκετά για την επούλωση των ψυχικών σου τραυμάτων, αν έκανες κάτι περισσότερο από τη νηστεία, κοινώνησε με φόβο Θεού. Αλλιώς, μείνε μακριά από τα άχραντα Μυστήρια. Και όταν καθαριστείς απ’ όλες τις αμαρτίες σου, τότε να πλησιάσεις.

Να προσέρχεστε, λοιπόν, στη θεία Κοινωνία με φόβο και τρόμο, με συνείδηση καθαρή, με νηστεία και προσευχή. Χωρίς να θορυβείτε, χωρίς να ποδοπατάτε και να σπρώχνετε τους διπλανούς σας. Γιατί αυτό αποτελεί τη μεγαλύτερη τρέλα και τη χειρότερη περιφρόνηση των θείων Μυστηρίων.

Πες μου, άνθρωπε, γιατί κάνεις θόρυβο; Γιατί βιάζεσαι; Σε πιέζει τάχα η ανάγκη να κάνεις τις δουλειές σου; Και σου περνάει άραγε, την ώρα που πας να κοινωνήσεις, η σκέψη ότι έχεις δουλειές; Έχεις μήπως την αίσθηση ότι είσαι πάνω στη γη; Νομίζεις ότι βρίσκεσαι μαζί με ανθρώπους και όχι με τους χορούς των αγγέλων; Μα κάτι τέτοιο είναι δείγμα πέτρινης καρδιάς.

Ο Μακαρισμός της Θεοτόκου (π. Δημητρίου Μπόκου)

Σε κάθε γιορτή της Παναγίας διαβάζεται το Ευαγγέλιο για τις δύο αδελφές, Μάρθα και Μαρία, που φιλοξένησαν κάποτε τον Χριστό. Η Μάρθα είχε καταπιαστεί με την ετοιμασία του φαγητού, ενώ η Μαρία καθόταν και άκουε τον Χριστό. Στο παράπονο της Μάρθας για την απραξία της Μαρίας, ο Χριστός απάντησε ότι η Μαρία διάλεξε το σωστό και έκανε αυτό που ήταν πιο αναγκαίο από όλα. Άκουε τον λόγο του Θεού.

Μετά από αυτό και άλλα παρόμοια περιστατικά, μια γυναίκα από το πλήθος που άκουε τον Χριστό, μακάρισε τη μητέρα που τον κυοφόρησε στην κοιλιά της και τον θήλασε στο στήθος της, δηλαδή την Παναγία (Απόδοση Κοιμήσεως Θεοτόκου).

Ήδη ο Γαβριήλ είναι ο πρώτος που εξυμνεί και μακαρίζει την Παναγία κατά τη στιγμή του Ευαγγελισμού. «Χαίρε, Κεχαριτωμένη, ο Κύριος μετά σου. Ευλογημένη συ εν γυναιξίν».

Αμέσως μετά η Ελισάβετ, στον έκτο μήνα κυοφορίας του Προδρόμου, επαναλαμβάνει τα ίδια λόγια. «Ευλογημένη συ εν γυναιξί και ευλογημένος ο καρπός της κοιλίας σου». Είσαι μακάρια, ευτυχισμένη, γιατί πίστεψες ότι θα εκπληρωθούν όσα ειπώθηκαν για σένα από τον Κύριο.

Και η Παναγία απάντησε: Ναι, πράγματι χαίρομαι πάρα πολύ για όλα αυτά. «Ιδού γαρ από του νυν μακαριούσι με πάσαι αι γενεαί». Προφητεύει ότι θα είναι η πιο ευτυχισμένη γυναίκα του κόσμου και θα την καλοτυχίζουν όλες οι ανθρώπινες γενιές. Πράγμα που όντως συμβαίνει, χιλιάδες χρόνια τώρα, μια και όλοι επαναλαμβάνουμε τα λόγια της άγνωστης γυναίκας: «Μακαρία η γαστήρ η χωρήσασα Χριστόν».

Και ο Χριστός; Πώς στέκεται απέναντι στη Μητέρα του; «Υιοπρεπώς». Επί γης την έχει παντού και πάντα δίπλα του, μαζί του. Την αξιώνει να δει πρώτη από όλους την Ανάστασή του, να τον υποδεχθεί λαμπρό, αναστημένο, ένδοξο. Και τη συνδοξάζει κατά την πάνσεπτη Κοίμησή της, παραλαμβάνοντας στον ουρανό την παναγία ψυχή της «ταις αγίαις αυτού χερσί», αλλά και το «θεοδόχον σώμα» της μετά από τρεις ημέρες, αποδίδοντας πάντα «το σέβας τη εμψύχω κιβωτώ».

Μα ο Χριστός έκανε και κάτι περισσότερο ακόμα, για χάρη μας. Όταν η γυναίκα από το πλήθος μακάρισε τη Μητέρα του, ο Χριστός της είπε: Δεν έχεις άδικο. Έτσι ακριβώς είναι, όπως το λες. Αλλά κι εσύ μπορείς να είσαι εξ ίσου καλότυχη με τη Μητέρα μου. Πώς; Αν ακούς τον λόγο του Θεού και τον τηρείς. Και κάθε άνθρωπος που θα το κάνει αυτό, θα είναι μακάριος σαν τη Μητέρα μου.

Ο Χριστός συμφωνεί ότι η Μητέρα του είναι όντως καλότυχη, μακάρια. Μα όχι μόνο επειδή τον γέννησε. Αλλά επειδή άκουε τον λόγο του Θεού και τον τηρούσε πάντα προσεκτικά, «συμβάλλουσα εν τη καρδία αυτής». Είχε γεννήσει τον Χριστό στην καρδιά της, προτού τον κυοφορήσει στην κοιλιά της. Τον γέννησε κατά σάρκα, γιατί συγγένεψε μαζί του πρώτα εξόχως κατά πνεύμα.

Και όταν κάποτε η Μητέρα του και τα (νομιζόμενα ως) αδέλφια του (παιδιά του Ιωσήφ) τον αναζήτησαν, και λόγω του πλήθους δεν μπορούσαν να τον πλησιάσουν, ο Χριστός είπε το συγκλονιστικό: Για ποια μητέρα και αδέλφια μου μιλάτε; Μα εσείς όλοι που με ακούτε, είστε η μητέρα μου και τα αδέλφια μου. Κάθε άνθρωπος που κάνει το θέλημα του Θεού, είναι αδελφός μου και αδελφή μου και μητέρα μου, γιατί μου επιτρέπει να γεννηθώ στην καρδιά του.

Δεν είναι η σαρκική συγγένεια το πρώτιστο που μετράει. Στην Παναγία βέβαια συνέβη διπλό το θαυμάσιο.

Γι’ αυτό και εξαιρέτως η Παναγία είναι η μόνη που μακαρίζεται διττώς, για την απόλυτα μοναδική, κατά σάρκα και κατά πνεύμα, συγγένεια μαζί του.

Ἂν ἡ ψυχὴ γλιστρᾶ στὸ κακό, τί παιδεύεις τὸ σῶμα;

Μὴ μοῦ πῆς ὅτι τόσες μέρες νήστεψα, τὸ καὶ τὸ, δὲν ἔφαγα, κρασὶ δὲν ἤπια, στὰ λουτρὰ δὲν πῆγα.

Ἀλλὰ δεῖξε μου ἄν, ἐνῷ ἤσουν ὀξύθυμος, ἔγινες πράος, κι ἂν ἔγινες φιλάνθρωπος ἐνῷ ἤσουν πετρόκαρδος!

Ἂν μεθᾶς μὲ τὴν ὀργή, τί βασανίζεις τὸ στομάχι σου;

Ἂν φωλιάζη μέσα σου ὁ φθόνος κι ἡ πλεονεξία, τί ὠφέλεια ἔχεις ποὺ πίνεις μονάχα νερό;

Δὲν σ’ ἐρωτῶ λοιπὸν τί λογῆς τραπέζι στρώνεις, ἀλλ’ ἂν ἄλλαξες ψυχή!…

Ἂν ἡ ψυχὴ γλιστρᾶ στὸ κακό, τί παιδεύεις τὸ σῶμα;»

Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος

Το μήνυμα της Παναγίας (π. Δημητρίου Μπόκου)

Ένας πατέρας έφερε το παιδί του στον Χριστό, λέγοντάς του ότι σεληνιάζεται. Ο Χριστός έδειξε ότι το παιδί διακατεχόταν από δαιμόνιο. Δεν το επηρέαζε σε τίποτε η σελήνη ή τα άστρα, όπως νόμιζαν και νομίζουν πολλές φορές οι άνθρωποι. Και φυσικά ο Χριστός θεράπευσε το παιδί, επιτιμώντας και βγάζοντας το δαιμόνιο. Στους μαθητές του, που απέτυχαν να βγάλουν το πονηρό πνεύμα, καταλόγισε έλλειψη πίστης, προσευχής και νηστείας (Κυριακή Ι΄ Ματθαίου).

Το δυναμικό αυτό τρίπτυχο (πίστη, προσευχή, νηστεία), είναι κάτι που δεν ηχεί ευχάριστα στα αυτιά μας σήμερα. Απαιτεί προϋποθέσεις που δεν είμαστε διατεθειμένοι να παράσχουμε. Κατ’ αρχήν ο άνθρωπος δεν ικανοποιείται με την πίστη. Θέλει βεβαιότητες ατράνταχτες, σιγουριά ψηλαφητή για το καθετί. Αγκιστρώνεται πιο πολύ στη λογική του, δέχεται συνήθως μόνο ό,τι αυτή μπορεί να επεξηγήσει. Πραγματικότητες πέραν της λογικής, όπως ο Θεός, γίνονται αποδεκτές με αγνωστικισμό, μια και δεν υπάρχουν γι’ αυτές λογικές, δηλαδή αναντίρρητες, αποδείξεις. Δεν επιστρατεύεται η πίστη πουθενά. Εφαρμόζεται ο κανόνας, «για όσα δεν μπορούμε να μιλήσουμε, καλύτερα να μένουμε σιωπηλοί». Η λογική αποθεώνεται, η πίστη περιφρονείται.

Η προσευχή προϋποθέτει μετατόπιση του κέντρου από τον άνθρωπο στον Θεό. Έρχεται μετά την πίστη, αλλά θέλει επιπλέον και κόπο. Δεν είναι μόνο να ψελλίσουμε κάποια λόγια στον Θεό. Είναι να μεταβάλουμε τη ζωή μας ολόκληρη σε προσευχή αδιάλειπτη. Σε μια σχέση ευχαριστίας και δοξολογίας προς τον Θεό για όλα. Κάτι, που θα μπορούσε να προκύψει και να κρατηθεί σε αδιάπτωτη ένταση μόνο από μια βαθειά αγάπη, έναν μανικό έρωτα για τον Θεό, που θα υποσκέλιζε κάθε έρωτα για καθετί κοσμικό. Που θα μετέθετε την επιθυμία μας στο «όντως εφετόν», στο μόνο που πραγματικά αξίζει ν’ αγαπηθεί, που θα έβλεπε το παν, την απόλυτη χαρά στον Χριστό.

Η νηστεία πάλι σημαίνει άσκηση. Σωματική και πνευματική. Θέλει κόπο κι αυτή, και μάλιστα πολύ, γιατί μας φέρνει σε κόντρα με ό,τι μάθαμε πολύ καλά από τα γεννοφάσκια μας: Να απολαμβάνουμε. Πασχίσαμε για έναν πολιτισμό, που έγινε μεν πελώριος για να καλύψει κάθε μας ανάγκη, αλλά το νόημά του συρρικνώνεται σε τρεις μόλις λεξούλες: Απόλαυσε τη στιγμή. Μην πάει χαμένο ούτε λεπτό. Μην πεις ποτέ όχι σε επιθυμία σου. Έχουμε τα μέσα πλέον να δίνουμε στον εαυτό μας την κάθε απόλαυση. Έννοιες, όπως άσκηση, μέτρο, περιορισμός επιθυμιών, προσφορά στον άλλο, έχουν χάσει για μας λίγο-πολύ το νόημά τους. Προέχει πάντα η άμεση ικανοποίηση, η άμεση κατανάλωση, η γεύση της στιγμής. Τα θέλουμε όλα και μάλιστα αμέσως!

Η Παναγία μας όμως, που σε λίγο γιορτάζει, μας στέλνει ένα μήνυμα πολύ διαφορετικό. Δεν επιδίωξε για το πρόσωπό της τίποτε από όσα επιθυμούμε εμείς. Το θέλημά της ήταν πάντα στραμμένο στον Θεό. Άφησε στην άκρη κάθε δική της επιθυμία. Κανόνας της, εφ’ όρου ζωής, ήταν ο αρχικός της λόγος, «ιδού η δούλη Κυρίου». Αν και μπορούσε, ως Μητέρα του Θεού, να έχει τα πάντα, δεν ζήτησε για τον εαυτό της τίποτε. Επέλεξε ισόβια άσκηση, έζησε ταπεινή και αφανής. Υπήρξε τέλεια, η μόνη αναμάρτητη μεταξύ των ανθρώπων, και όμως, χωρίς να το έχει ανάγκη, προσευχόταν και νήστευε μέχρι την τελευταία της στιγμή, ακόμα και όταν είχε λάβει ήδη από τον πρωτοστάτη αρχάγγελο το μήνυμα για την ένδοξη μετάστασή της «γήθεν προς ουρανόν».

Ο Χριστός, όσο ζούσε επί γης, νήστευε και προσευχόταν. Η Παναγία το ίδιο.

Εμείς; Γιατί να θεωρούμε λάθος και ζημία μας έναν τέτοιο τρόπο ζωής;

Πρώτα Κοινωνεί η Ψυχή και Μετά το Σώμα…

«Όταν τελείται η Θεία Λειτουργία, ο ίδιος ο Χριστός Λειτουργεί, δανειζόμενος το στόμα και το σώμα του εκάστοτε ιερέως!

Ο Χριστός είναι ο προσφέρων και ο προσφερόμενος.

Δεν θυσιάζει ο ιερέας τον Χριστό, αλλά ο Χριστός αυτοθυσιάζεται.

Δεν Λειτουργεί ο ιερέας με την βοήθεια του Χριστού, αλλά ο Χριστός Λειτουργεί με την βοήθεια του ιερέα.

Η Θεία Λειτουργία γίνεται εις ανάμνηση της Γεννήσεως, Σταυρώσεως, Αναστάσεως και Αναλήψεως του Κυρίου!

Πρώτα Κοινωνεί η Ψυχή και Μετά το Σώμα…

Χωρίς Θεία Κοινωνία δεν μπορεί το σώμα μας να γίνει απαθές.

Εάν κάποιος δεν Κοινωνεί συνεχώς και τακτικά, δεν μπορεί να νικήσει τους εχθρούς (Δαίμονες) και φυσικά δεν θα μπορέσει να προοδεύσει πνευματικά.

Ακούω μερικούς να λένε:

Να εγώ κοινώνησα και δεν αισθάνομαι τίποτα…

Οι αλλαγές που γίνονται μέσα μας, είναι αργές και μυστικές διότι η πίστη μας είναι μικρή.

Ο πρώτος λογισμός που θα έχουμε, αμέσως μετά την Θεία Κοινωνία, θα φανερώσει τι Χάρη λάβαμε, και ποιος είναι ο καρπός του ποιο μεγάλου Δώρου, επί της γης.

Εάν ο πρώτος λογισμός που θα φυτρώσει στη διάνοια είναι ταπεινός, είναι απόκτημα της αυτομεψίας, είναι γέννημα της αυτογνωσίας, τότε καλώς κοινωνήσαμε.

Διαφορετικά μπορεί κάποιος να κοινωνήσει, αλλά ο Χριστός να εξέλθει από αυτόν αμέσως.

Όταν κοινωνούμε, η Θεία Κοινωνία, ο Χριστός δηλαδή, δεν πηγαίνει στο στομάχι, πηγαίνει στην ψυχή.

Η Θεία Κοινωνία μολονότι είναι άρτος και οίνος, μετουσιώνεται σε Σώμα και Αίμα του Χριστού, που είναι πνεύμα, δεν περιέχει υλικά συστατικά, για αυτό πηγαίνει κατευθείαν στην ψυχή.

Τρέφει την ψυχή, η οποία χαριτώνεται, αγιάζει και θεώνεται.

Αυτή η Χάρη του Αγίου Πνεύματος στη συνέχεια μεταδίδεται, και σε όλα τα κύτταρα του σώματος.

Έτσι πρώτα κοινωνεί η ψυχή και μετά το σώμα.

Αγιάζει δηλαδή και το σώμα και η ψυχή!

+Γέροντας Εφραίμ,

Ιεράς Σκήτεως Αποστόλου Ανδρέα, Άγιον Όρος.