Αθανασία χωρίς τον Χριστό (π. Δημητρίου Μπόκου)

Αθανασία! Η λέξη που γοητεύει, μαγεύει και αιχμαλωτίζει κάθε ύπαρξη. Που περικλείει την πεμπτουσία της ζωής, το βαθύτερό της νόημα, τον απώτερο σκοπό κάθε νοήμονος όντος. Πράγμα που φαίνεται στην έμφυτη, ενστικτώδη, άμεση απώθηση του θανάτου που ενυπάρχει ισχυρή μέσα μας. Στον μύχιο πόθο για ζωή, ατέλειωτη ζωή, μακράν οδύνης, πόνου και στεναγμού, που κρύβεται στον καθένα μας. Στην επιθυμία να πάμε όλοι στον παράδεισο και κανένας στην κόλαση.

Τί είναι όμως ο παράδεισος και τί η κόλαση; Ας ανιχνεύσουμε το νόημά τους μέσα από την κλασική παραβολή του Χριστού, με την οποία ανοίγει ο υπέροχος μεγάλος κύκλος των εορτών του Πάσχα, το ευλογημένο Τριώδιο (Κυριακή Τελώνου και Φαρισαίου).

Δυο άνθρωποι διαμετρικά αντίθετοι τίθενται επί σκηνής, ο φαρισαίος και ο τελώνης. Πρότυπο αρετής ο φαρισαίος, κλασικό παράδειγμα αμαρτωλού και διεφθαρμένου ανθρώπου ο τελώνης. Παρά την αρετή του όμως ο φαρισαίος, απορρίπτεται. Κατόρθωσε να μεταστρέψει την αρετή, από μέσο κοινωνίας και βαθύτατης σχέσης με τον Θεό, σε όργανο αυτοδικαίωσής του. Περιεχόμενο της ύπαρξής του έκανε τον εαυτό του. Γέμισε με το εγώ του. Ήθελε και αυτός να ζήσει αιώνια, αλλά για να αυτοθαυμάζεται. Και να τον θαυμάζουν οι πάντες. Ήθελε ένα άπειρο, μια αιωνιότητα, μια αθανασία γεμάτη αποκλειστικά με τον εαυτό του.

Λέει όμως ο σοφός άγιος Ιουστίνος Πόποβιτς, ότι ένα τέτοιο άπειρο, δίχως τον Χριστό, θα ήταν ένα άπειρο μαρτύριο για το πνεύμα του ανθρώπου. «Η κόλαση δεν είναι τίποτε άλλο από το άπειρο χωρίς τον Χριστό, από αθανασία χωρίς τον Χριστό. Το να ζεις αθανάτως χωρίς τον Κύριο»! Αυτή ακριβώς η κατάσταση είναι ό,τι ονομάζουμε αιώνια μαρτύρια της κόλασης. Ο τόπος και ο τρόπος, όπου «ο άνθρωπος συνεχώς και αιωνίως βιώνει τον εαυτό του μόνον ως εαυτό, εκεί που η αθανασία και η αιωνιότητά του πληρούνται μόνον με (τον) εαυτό (του)». Τέλεια μόνωση δηλαδή. Χωρίς καμμιά σχέση (και μάλιστα αγάπης) με κανέναν. Αιώνια πλήξη, δυστυχία, κόλαση!

Ενώ ο Χριστιανός;

«Ο Χριστιανός δεν επιζητεί μια ομιχλώδη, αφηρημένη υπερβατικότητα, ένα έρημο άπειρο, αλλά το άπειρο που είναι πλήρες Χριστού», γεμάτο από την άρρητη θεανθρώπινη τελειότητα. «Όλοι οι κόσμοι, όλη η αθανασία και η αιωνιότητα του Χριστιανού πληρούνται με τον θαυμαστό Κύριο Ιησού Χριστό και μέσα σε αυτά βιώνει διαρκώς τους αθανάτους ευαγγελισμούς και τις αιώνιες χαρμονές του Χριστού». Αυτό είναι παράδεισος και αιώνια ευφροσύνη.

Η άσκηση λοιπόν της αρετής δεν είναι για αυτοδικαίωση, αλλά για το αντίθετο ακριβώς. «Ο Χριστιανός ζει, πραγματικά και χαρμόσυνα, ως άνθρωπος που με τον Χριστό αναστήθηκε εκ των νεκρών», δηλαδή «που εξηγέρθη από τον τάφο του εγώ και της περιχαρακώσεως σε αυτό, που κατανίκησε όλους τους θανάτους και εισήλθε στην καινή, ευρεία, θεανθρώπινη ζωή, στην οποία ζεις με τις αθάνατες θείες δυνάμεις του Αναστάντος και Αειζώου (Χριστού)».

Παράδεισος σημαίνει το να ζεις με τον Χριστό. Να αποζητάς δηλαδή όλα εκείνα που «ο Κύριος έχει και προσφέρει στους πιστούς Του… Να κάνεις τη δική Του αγάπη δική σου, τη δική Του δικαιοσύνη, την αλήθεια, …την ανάσταση, την ανάληψη δικά σου, με άλλα λόγια να κάνεις δικό σου ολόκληρο το Ευαγγέλιό Του, και ολόκληρη την θεανθρώπινη ζωή Του» (Αγ. Ιουστίνος Πόποβιτς, Δογματική, σ. 235).

Παράδεισος είναι το να μη ζεις για τον εαυτό σου. Να μπορείς να λες: «Ζω δε ουκέτι εγώ, ζη δε εν εμοί Χριστός» (Γαλ. 2, 20).

Ο Μέγας Βασίλειος παιδαγωγών ως νομικός επιστήμονας. Μεγάλη η συμβολή του στην νομική επιστήμη και το δίκαιο.

Μέγας Βασίλειος ο ουρανοφάντωρ, μεγάλος πατέρας της ορθοδοξίας, ένας από τους τρείς Ιεράρχας. Ο Μέγας Βασίλειος στον σύντομο βίο του επί της γης άφησε πλούσιο έργο. Δεν αναφερόμαστε μόνο στο φιλανθρωπικό του έργο, την περίφημη και ξακουστή Βασιλειάδα, που ανακούφισε χιλιάδες ανθρώπους πεινώντες και αρρώστους. Αναφερόμαστε και στο πνευματικό-συγγραφικό έργο που κατέλειπε αναχωρώντας για τας αιωνίους μονάς σε ηλικία μόλις 49 ετών.

Είναι γνωστό ότι ο Μέγας Βασίλειος, όπως και οι δυο άλλοι Ιεράρχες, έλαβε πολύπλευρη μόρφωση. Σπούδασε όλες τις επιστήμες της εποχής του. Μεταξύ των επιστημών που σπούδασε περιλαμβάνεται και η δικηγορία, την οποία άσκησε όσα χρόνια ήταν λαϊκός. Παράλληλα δίδασκε και την ρητορική τέχνη. Την περίοδο αυτή συνέγραψε τρία πολύ υπέροχα ασκητικά συγγράμματα: “όροι κατά πλάτος”, “όροι κατ’ επιτομήν” και “όροι Ηθικοί”. Στο πρώτο έργο διαπραγματεύεται τα γενικά προβλήματα του μοναχικού βίου. Στο δεύτερο έργο αναφέρεται σε γενικά προβλήματα αλλά και σε ζητήματα εφαρμογής εις την πράξη της ορθοδόξου διδασκαλίας της Εκκλησίας από τους μοναχούς και τις μοναχές. Τέλος, στους “όρους Ηθικούς” περιέχονται κείμενά της Αγίας Γραφής, τα οποία αναφέρονται στον πνευματικό και ηθικό βίο των Χριστιανών.

Ο Μέγας Βασίλειος, πριν εισέλθει στις τάξεις του Ιερού κλήρου συνέγραψε 99  κανόνες οι οποίοι αργότερα επικυρώθηκαν δια του Β’ κανόνος της Πενθέκτης Οικουμενικής Συνόδου, η οποία συνεκλήθη το 691 μ.Χ. στην Κωνσταντινούπολη. Θα αναφερθούμε περιληπτικά, για λόγους ευνόητους, στους κανόνες αυτούς. Αυτοί οι κανόνες δεν είναι ένα «Ποινικό Δίκαιο για τους αμαρτωλούς», αλλά μια σειρά διατάξεων που προτείνουν επιτίμια για την παιδαγωγική αντιμετώπιση των μετανοούντων πιστών από τους πνευματικούς. Οι πνευματικοί, δεχόμενοι την εξομολόγηση των πιστών, επιβάλλουν κάποια επιτίμια (αν, όταν και στον βαθμό που το κρίνουν σκόπιμο) προκειμένου να βοηθήσουν τους μετανοούντες να κατανοήσουν τα σφάλματά τους και να εκφράσουν τη μετάνοιά του γι’ αυτά. Οι κανόνες αυτοί δεν έχουν τον απόλυτο χαρακτήρα των ποινικών διατάξεων, αλλά είναι ενδεικτικοί του μεγέθους των αμαρτημάτων στα οποία αναφέρονται. Ο Μέγας Βασίλειος, παρά το ότι δεν γράφει με νομικό πνεύμα τους ‘’όρους Ηθικούς’’, αλλά με πνεύμα πατρικό, αφήνει το αποτύπωμα της λεπτής, δίκαιης και διακριτικής νομικής του σκέψης. Διαφαίνεται και ο σεβασμός του στον θεσμό της οικογένειας και σε άλλες αξίες.

Στον πρώτο κανόνα, ορίζει με σαφήνεια και καταπληκτική πληρότητα τα μεγάλα «εκκλησιαστικά αμαρτήματα» τα οποία είναι οι  αιρέσεις, τα εκκλησιαστικά σχίσματα και οι παρασυναγωγές εντός του εκκλησιαστικού σώματος.

Στον όγδοο κανόνα οριοθετεί και διακρίνει τον «ακούσιο φόνο» από τον «εκούσιο» δηλαδή κάνει λόγο για την ανθρωποκτονία εκ προθέσεως, την ανθρωποκτονία εξ’ αμελείας Η δε αναφορά του στα “εμβρυοκτόνα δηλητήρια” συνδέεται προφανώς με τα αδικήματα της «ετεραμβλώσεως» και «αυταμβλώσεως». Αξιοσημείωτο είναι επίσης ότι ο Μέγας Βασίλειος, συλλαμβάνει και τη σημερινή θεωρία του “ενδεχόμενου δόλου” για τον οποίο ορίζει ότι “αν κάποιος προσφέρει σε άλλο πρόσωπο “περίεργον φάρμακον” για να τον ελκύσει σε σαρκικό έρωτα και το άτομο αυτό αποθάνει, τότε ο προσφέρων το φάρμακο, είναι υπεύθυνος για τον θάνατο του προσώπου, όπως εκείνος που διαπράττει ανθρωποκτονία εκ προθέσεως με ευθύ δόλο’’.

Στον  δεύτερο κανόνα του κάνει λόγο για τα αδικήματα της αμβλώσεως, εκτρώσεως. Δυστυχώς στην σημερινή εποχή, νομικά, τα αδικήματα αυτά θεωρούνται νόμιμα, δεν διώκονται νομικά. Το κυοφορούμενο έμβρυο δεν έχει ζωή;; Έχει…

Ο τέταρτος κανόνας του ασχολείται με τους δίγαμους και τρίγαμους και ακολουθώντας παλαιότερους πατέρες αποδέχεται μόνο την μονογαμία και απορρίπτει με κάθε τρόπο την διγαμία και τριγαμία, αποδεχόμενος σε ειδικές μόνο περιπτώσεις κατ’ οικονομία την διγαμία για να μη θεωρηθεί μοιχεία ο δεύτερος γάμος.

Στον έβδομο κανόνα ο Άγιος Βασίλειος αναφέρεται στις ακόλαστες και ανήθικες σαρκικές  πράξεις της  «αρσενοκοιτίας» και της «κτηνοβασίας», τις οποίες εξομοιώνει με την ανθρωποκτονία εκ προθέσεως. Οι τελέσαντες τα ανωτέρω παραπτώματα εν αγνοία τους είναι άξιοι συγχωρήσεως μετά από τριάντα χρόνια ειλικρινούς μετανοίας.

Στον όγδοο κανόνα ο σεπτός Ιεράρχης αναφέρεται στους λόγους διαζυγίου. Πρόβλημα, θα έλεγα, λίαν έντονο των ημερών μας. Απασχολεί την κοινωνία και θλίβει τον Κύριο. Αναφέρει ο νομομαθής Ιεράρχης ως λόγους διαζυγίου την πορνεία, την μοιχεία, αλλά  και την διγαμία, για την οποία ομιλεί στον ΙΒ’ (δωδέκατο) κανόνα του.

Ο ενδέκατος κανόνας αναφέρεται σε ένα πολύ λεπτό θέμα του ποινικού δικαίου και για τη σημερινή εποχή, το θέμα της διακρίσεως, το οποίο αφορά την δύσκολη διάκριση ανάμεσα στο αδίκημα της θανατηφόρου σωματικής βλάβης και της ανθρωποκτονίας εκ προθέσεως.

Ένα από τα σοβαρά θέματα που απασχολούν τη σημερινή κοινωνία είναι και το θέμα της τοκογλυφίας. Πολλοί συνάνθρωποί μας έχασαν τις περιουσίες τους από αδίστακτους και σκληρούς τοκογλύφους. Στο ζήτημα αυτό αναφέρεται στον δέκατο τέταρτο κανόνα ο Μ. Βασίλειος γράφοντας ότι ο τοκογλύφος μπορεί να γίνει ιερέας αν το άδικο κέρδος το μοιράσει στους πτωχούς.

Σύμφωνα με τον εικοστό πρώτο Κανόνα ο νομομαθής Ιεράρχης ορίζει ότι αν νυμφευμένος άνδρας αμαρτήσει με άλλη νυμφευμένη γυναίκα λογίζεται ως πόρνος και τιμωρείται βαρύτερα από έναν άνδρα ανύπαντρο. Στην άποψη αυτή καταλήγει γιατί ο ανύπανδρος αναγκάζεται προς το πορνεύειν εξ αιτίας της φυσικής επιθυμίας του, ενώ ο παντρεμένος έχει ως  παρηγοριά της φυσικής επιθυμίας την νόμιμη γυναίκα του.

Στο αδίκημα της απαγωγής αναφέρεται ο εικοστός δεύτερος κανόνας του Αγίου, ορίζοντας ότι τιμωρούνται όλοι όσοι απαγάγουν γυναίκες είτε ελεύθερες είτε «προμνηστευμένες». Κατά κανόνα όμως γίνονται δεκτοί εις μετάνοια εκείνοι που αποδίδουν τις γυναίκες αυτές στους άνδρες ή τους γονείς τους.

Ο εικοστός τρίτος κανόνας εισάγει την απαγόρευση να νυμφεύεται κάποιος την αδελφή της θανούσης γυναικός του. Το ίδιο να ισχύει και για την γυναίκα να μη μπορεί να παντρευτεί τον αδελφό του αποθανόντος ανδρός της.

Ο τριαντακοστός τρίτος κανόνας αναφέρεται στο αδίκημα της «ἑκθέσεως» σε κίνδυνο ζωής και αναφέρεται στο παιδί που εγκαταλείπεται στο δρόμο από την μητέρα του μετά την γέννησή του.

Το ζήτημα της εκούσιας απαγωγής απασχολεί τον Ιεράρχη στον ΛΗ’ (τριακοστό όγδοο) κανόνα αναφέροντας ότι οι γυναίκες που ακολουθούν τον άνδρα που αγαπούν παρά τη θέληση των γονέων θεωρούνται ως πόρνες. Αν οι γονείς δώσουν την συγκατάθεσή τους η έγγαμη συμβίωση θεωρείται νόμιμη. Η εκκλησία διακηρύσσει «ευχαί γονέων στηρίζουσι θεμέλια οίκων» (ακολουθία του μυστηρίου του γάμου).

Ως νομομαθής ο Μ. Βασίλειος αναφέρεται  στα όρια της νόμιμης άμυνας κανόνας, τεσσαρακοστός τρίτος την οποία δεν συγχωρεί ως πράξη όταν είναι δυσανάλογα υπερβολική από την επίθεση που δέχεται ο αμυνόμενος, ο οποίος τιμωρείται με ελαττωμένη ποινή.

Το πρόβλημα του ακούσιου φόνου, απασχολεί τον Ιεράρχη εις τον    πεντηκοστό έβδομο κανόνα που ορίζει ότι εκείνος που προκαλεί ακούσιο φόνο, για δέκα έτη απέχει από το μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας. Αυτά ισχύουν για τους λαϊκούς, για τους κληρικούς είναι πιο αυστηρά τα πράγματα. Αυτόν τον κανόνα πρέπει να προσέξουν οι κληρικοί που οδηγούν. Ανά πάσα στιγμή είναι δυνατόν να προκαλέσουν ακούσιο φόνο και να μη δύνανται να εκτελέσουν τα ιερατικά τους καθήκοντα. Δέχεται ο ιερός πατήρ, ως ελαφρυντικό την έμπρακτο μετάνοια του διαπράξαντος ακούσιο φόνο.

Για ζητήματα που είναι ακραιφνώς πνευματικά ο Μ. Βασίλειος ορίζει ο επίορκος να απέχει για μια δεκαετία από την Θεία Κοινωνία. Την ίδια δε ποινή επιβάλλει εξηκοστός έκτος κανόνας και στον τυμβωρύχο.

Ο δε εξηκοστός έβδομος κανόνας επιλαμβάνεται του ζητήματος της αιμομιξίας μεταξύ των αδελφών, την οποία χαρακτηρίζει απερίφραστα ως έγκλημα. Θεωρεί επίσης ότι “αδελφομιξία” υφίσταται και στην περίπτωση των ετεροθαλών αδελφών. Το ίδιο μάλιστα επιτίμιο εφαρμόζει ο ιερός πατήρ και σε εκείνους που έχουν ερωτικές σχέσεις με την μητριά τους.

Για τα οριζόμενα από νομική επιστήμη «κωλύματα γάμου» ο Ιεράρχης ορίζει ότι απαγορεύεται ο γάμος ως δευτέρου βαθμού συγγενείας εξ αίματος του ενός των συζύγων με δευτέρου βαθμού εξ αίματος συγγενείας του ετέρου συζύγου. Το κώλυμα υπάρχει και μετά την λύση ή ακύρωση του γάμου, εάν συμβεί δεν θεωρείται μοιχεία.

Ο ογδοηκοστός πρώτος κανόνας ορίζει ότι όποιοι «εξ ανάγκης και εκ βασάνων φρικτών» αρνήθηκαν την πίστη τους εις τον Χριστόν  μπορούν και πρέπει να αντιμετωπιστούν από την Εκκλησία με περισσότερη αγάπη και πνεύμα συγχωρήσεως. Ενώ είναι ασυγχώρητοι και παντελώς εκτός του σώματος της Εκκλησίας όσοι χωρίς βάσανα, χωρίς ανάγκη αλλά με ιδιοτέλεια και σκοπιμότητα πρόδωσαν την πίστη τους στον Κύριο και έγιναν αρνησίθρησκοι  και επίορκοι.

Ο 90ός κανόνας ασχολείται με ένα το ιδιαίτερο εκκλησιαστικό αδίκημα, την σιμωνία (φιλαργυρία των κληρικών). Επαινεί την αφιλαργυρία και ανιδιοτέλεια των ιερέων εκείνων  που τελούν τα μυστήρια χωρίς να απαιτούν από τους πιστούς χρήματα για να επιτελέσουν τα ιερατικά τους καθήκοντα. Γι’ αυτό θεωρεί μέγα αμάρτημα την φιλαργυρία, την δε σιμωνία των κληρικών χαρακτηρίζει ως ειδωλολατρία και βαρεία εκτροπή.

Από τα παραπάνω αναφερόμενα, πιστεύουμε ότι, βγαίνει αβίαστα το συμπέρασμα ότι ό Άγιος Βασίλειος είναι ένας σύγχρονος νομικός που δείχνει τον σωστό δρόμο σε ποινικολόγους και νομικούς του αστικού δικαίου. Τέτοιους δασκάλους χρειαζόμαστε, τέτοιους νομικούς απαιτεί η κοινωνία για να λειτουργήσουν οι θεσμοί της πολιτείας και της κοινωνίας προς τον ορθό δρόμο. Το αστικό και ποινικό δίκαιο σέβεται τους κανόνες αυτούς και αυτό αποτελεί πολύτιμη και ανεκτίμητη παρακαταθήκη του αγίου ανδρός.

Τέτοιοι δάσκαλοι χρειάζονται για τα παιδιά μας. Τέτοιοι δάσκαλοι είναι  κοινωνική και εθνική ανάγκη να στελεχώσουν και να διδάξουν τα Ελληνόπουλα. Στη σημερινή εποχή της απαξίωσης των ιερών και των οσίων της φυλής και του Ελληνικού γένους είναι πολλαπλώς χρήσιμο να υπάρξουν φωτισμένοι δάσκαλοι να ανάψουν την φλόγα της Ορθόδοξης πίστης, των υψηλών ιδανικών και εθνικών οραμάτων για να μη πορευτούμε άδοντες και χαίροντες στον σύγχρονο μεσαίωνα της ηθικής παρακμής και λατρείας της σάρκας και του χρήματος. Να ανακοπεί η πορεία, συν Θεώ, προς την εκσυγχρονισμένη ειδωλολατρία.

 

Μυργιώτης  Παναγιώτης, Μαθηματικός

Ο Μεγάλος Αγιασμός των Θεοφανείων

Ο Μεγάλος Αγιασμός τελείται κάθε χρόνο την 5η και 6η Ιανουαρίου. Πολλοί είναι αυτοί οι οποίοι ρωτούν αν ὁ Αγιασμός αυτός πίνεται, χρησιμοποιείται για ραντισμό, φυλάσσεται στα σπίτια και αν αντικαθιστά τη θεία Κοινωνία ….
Πιο κάτω παραθέτουμε κάποιες απαντήσεις τού μακαριστού Μητροπολίτου Πατρών κυρού Νικοδήμου σε σχετικά ερωτήματα και στη συνέχεια αναφέρουμε κάποιες επιπρόσθετες διευκρινήσεις
Υπάρχει διαφορά ανάμεσα στο Μεγάλο Αγιασμό που τελείται την παραμονή των Θεοφανείων και εκείνον της κύριας ημέρας της εορτής;
Ο Μεγάλος Αγιασμός που τελείται την παραμονή των Θεοφανείων και ανήμερα της εορτής είναι ακριβώς ο ίδιος.
Εσφαλμένα κάποιοι θεωρούν ότι δήθεν τελείται την παραμονή ο «μικρός Αγιασμός» και την επόμενη ο «Μέγας». Καί στις δύο περιπτώσεις τελείται ο Μεγάλος Αγιασμός. Μικρός Αγιασμός τελείται την πρώτη μέρα κάθε μήνα, καθώς και εκτάκτως όταν το ζητούν οι χριστιανοί σε διάφορες περιστάσεις (εγκαίνια οικιών, καταστημάτων και ιδρυμάτων, σε θεμελίωση κτισμάτων κ.λπ.). Ο Μεγάλος Αγιασμός τελείται μόνο δύο φορές το χρόνο (την 5η και 6η Ιανουαρίου) στο Ναό.

2. Πού φυλάσσεται ο Μέγας Αγιασμός και για ποιό λόγο;
Ο Μεγάλος Αγιασμός φυλάσσεται όλο το χρόνο στο Ναό. Φυλάσσεται όχι άνευ λόγου. Καί ο λόγος δεν είναι άλλος, παρά για να «μεταλαμβάνεται» από τους πιστούς υπό ορισμένες συνθήκες και προϋποθέσεις. Συνηθισμένη είναι η περίπτωση που αφορά στους διατελούντες υπό επιτίμιο του Πνευματικού, που εμποδίζει τη συμμετοχή τους στη Θεία Κοινωνία, για ορισμένο καιρό, και είθισται να δίδεται σε αυτούς, για ευλογία και παρηγοριά τους, Μέγας Αγιασμός. Κανένα κώλυμα δεν υφίσταται προς τούτο, εφ’ όσον μάλιστα βρίσκονται «εν μετανοία και εξομολογήσει».
Απαραίτητα όμως πρέπει να συνειδητοποιούν ότι ο Μέγας Αγιασμός δεν υποκαθιστά ούτε αντικαθιστά τη Θεία Κοινωνία του Σώματος και του Αίματος του Χριστού, για την οποία οφείλουν με τη μετάνοια να προετοιμάζονται, για να απαλλαγούν από τα κωλύματα της αμαρτίας, ώστε να αξιωθούν να κοινωνήσουν το ταχύτερο.

3. Μπορεί ο Μέγας Αγιασμός να φυλάσσεται στο σπίτι και να πίνουν απ’ αυτόν σε καιρό ασθένειας ή για αποτροπή βασκανίας και κάθε σατανικής ενέργειας;
Η απάντηση είναι θετική. Παρέχεται απ’ αυτό τούτο το ιερό κείμενο της Ακολουθίας του Μεγάλου Αγιασμού, που προβλέπει «ίνα πάντες οι αρυόμενοι και μεταλαμβάνοντες έχοιεν αυτό (το ηγιασμένον ύδωρ…) προς ιατρείαν παθών, προς αγιασμόν οίκων, προς πάσαν ωφέλειαν επιτήδειον», και δη και «δαίμοσιν ολέθριον, ταίς εναντίαις δυνάμεσιν απρόσιτον» (πρβλ. και τη συναφή ευχή σε βασκανία· «φυγάδευσαν και απέλασαν πάσαν διαβολικήν ενέργειαν, πάσαν σατανικήν έφοδον και πάσαν επιβουλήν… και οφθαλμών βασκανίαν των κακοποιών ανθρώπων»).
Αναντίρρητα χειραγωγείται με τον τρόπο αυτό ο πιστός να αποφεύγει άλλες διεξόδους («ξόρκια», μαγείες και άλλες μεθοδείες του πονηρού), και να καταφεύγει στα έγκυρα «αγιάσματα» της Εκκλησίας, όπως είναι ο Μέγας Αγιασμός, αλλά και ο «μικρός» λεγόμενος Αγιασμός, ως συνειδητό μέλος της Εκκλησίας, της ταμειούχου της θείας χάριτος, και μέτοχος των αγιαστικών της μέσων. Προϋποτίθεται βέβαια ότι στις οικίες όπου φυλάσσεται ο Μέγας Αγιασμός, και το καντήλι θα ανάβει και θα καίει επιμελώς, και η ευλάβεια θα υπάρχει στα μέλη της οικογενείας, τους συζύγους και τα παιδιά, και θα αποφεύγεται κάθε αιτία που αποδιώχνει τη θεία χάρη (όπως βλασφημίες ή άλλες ασχημοσύνες).

4. Ποιά η σχέση νηστείας και Μεγάλου Αγιασμού;
Η ιστορική αρχή του Μεγάλου Αγιασμού είναι η εξής: Στην αρχαία Εκκλησία την παραμονή των Θεοφανείων -όπως την παραμονή του Πάσχα και της Πεντηκοστής- γινόταν η βάπτιση των Κατηχουμένων, δηλ. των νέων χριστιανών. Τα μεσάνυχτα τελούνταν ο αγιασμός του ύδατος για την τελετή του Βαπτίσματος· τότε εισήχθη η συνήθεια -όπως μας πληροφορεί ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος- οι χριστιανοί να παίρνουν από το αγιασμένο νερό και να πίνουν ή να το μεταφέρουν στα σπίτια τους για ευλογία και να το διατηρούν ολόκληρο το χρόνο• «Διά τούτο και εν μεσονυκτίω κατά την εορτήν ταύτην άπαντες υδρευσάμενοι, οίκαδε τα νάματα αποτίθενται, και εις ενιαυτόν ολόκληρον φυλάττουσιν» (Λόγος εις το άγιον βάπτισμα του Σωτήρος· ΡG 49, 366).
Αργότερα όμως, σε καιρούς λειτουργικής παρακμής, η ακολουθία του Αγιασμού απομονώθηκε από αυτή του Βαπτίσματος, παρόλο που διατήρησε πολλά στοιχεία του. Παρέμεινε η συνήθεια ώστε οι πιστοί να παίρνουν από το αγιασμένο νερό «προς αγιασμόν οίκων», όπως αναφέρει η καθαγιαστική ευχή του Μεγάλου Αγιασμού.
Νωρίς επίσης επικράτησε η συνήθεια της νηστείας πριν από την εορτή των Θεοφανείων, για δύο λόγους:
Πρώτο, οι δύο μεγάλες εορτές των Χριστουγέννων και των Θεοφανείων στην αρχαία Εκκλησία ήταν ενωμένες σε μία, αυτή των Θεοφανείων ή Επιφανείων, που τελούταν την 6η Ιανουαρίου (συνήθεια που διατηρείται στην Αρμενική Εκκλησία μέχρι σήμερα)· όμως ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος (4ος αι.) χώρισε τις δύο γιορτές και όρισε η μεν Γέννηση του Χριστού να γιορτάζεται την 25η Δεκεμβρίου, η δε Βάπτιση και φανέρωση της αγίας Τριάδας την 6η Ιανουαρίου. Πριν από κάθε Δεσποτική εορτή προηγούνταν νηστεία για την ψυχική και σωματική κάθαρση των πιστών. Ας θυμηθούμε πως η νηστεία έχει μέσα της το στοιχείο του πένθους για τις αμαρτίες. Έτσι όταν χώρισαν οι δύο εορτές, η νηστεία που προηγούνταν ακολούθησε την εορτή των Χριστουγέννων· γι’ αυτό η Εκκλησία όρισε να νηστεύουμε μόνο την παραμονή των Θεοφανείων σαν προετοιμασία για την εορτή, και όχι περισσότερες ημέρες, γιατί βρισκόμαστε σε εορταστική περίοδο, το άγιο Δωδεκαήμερο.
Και δεύτερο· αρχαία συνήθεια ήταν επίσης αυτοί που θα βαπτίζονταν να νηστεύουν και μαζί με αυτούς οι Ανάδοχοι, οι συγγενείς, αλλά και άλλοι χριστιανοί οι οποίοι τηρούσαν εθελοντικά νηστεία «υπέρ των βαπτιζομένων». Δεν ήταν λοιπόν δύσκολο στη συνείδηση των χριστιανών να συνδεθούν η πόση του αγιασμού και η νηστεία, χωρίς να υπάρχει αιτιώδης σχέση μεταξύ αυτών.
Έτσι λοιπόν, μεταφέροντας το ζήτημα στη σημερινή εποχή μπορούμε να πούμε ότι οι τακτικώς μεταλαμβάνοντες των αγίων Μυστηρίων και τηρούντες τις νηστείες της Εκκλησίας μας, όπως και της 5ης Ιανουαρίου, είναι ήδη έτοιμοι ώστε να πιούν από το Μεγάλο Αγιασμό της 5ης και 6ης Ιανουαρίου. Σε άλλη περίπτωση, ενδείκνυται να τελούν σχετική νηστεία, όπως ορίζει σ’ αυτούς ο Πνευματικός τους.
Τέλος όσοι εκτάκτως πίνουν από το Μεγάλο Αγιασμό που φυλάσσουν στο σπίτι τους, σε ώρες ασθενειών και κινδύνων κ.λπ., μετά ή άνευ νηστείας, ας μην υστερούν στην πνευματική νηστεία απέχοντες «από παντός μολυσμού σαρκός τε και πνεύματος, επιτελούντες αγιωσύνην εν φόβω Θεού» (Β΄ Κορ. 7,1).

Επιπρόσθετες διευκρινήσεις

1. Οι πιστοί που κοινωνούν την παραμονή ή την ημέρα των Θεοφανείων, πίνουν στην συνέχεια αγιασμό και μετά παίρνουν αντίδωρο.

2. Ο μεγάλος αγιασμός ραντίζεται μόνο την παραμονή και την ημέρα των Θεοφανείων.

3. Οι πιστοί μπορούν να πίνουν αγιασμό κατά τη διάρκεια του χρόνου εφόσον προηγείται μια ημέρα νηστείας αυστηρής ή όπως τους καθορίζει ο πνευματικός. Το ίδιο ισχύει και γι’ αυτούς που δεν έχουν ευλογία από τον πνευματικό να κοινωνήσουν.

4. Ο Μέγας Αγιασμός σε καμία περίπτωση δεν δύναται να υποκαταστήσει τη μετάληψη του Σώματος και Αίματος του Κυρίου στο Μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας. Δεν θεωρείται υποκατάστατο, ούτε όμοιο και ισότιμο. Απλώς δίδεται ως μία παρηγοριά στους χριστιανούς που δεν μπορούν να κοινωνήσουν και για να ενισχυθούν στον αγώνα τους για την μετάνοια.

5. Όσοι εκτάκτως πίνουν από το Μεγάλο Αγιασμό, που φυλάσσουν στο σπίτι τους, σε ώρες ασθενειών και κινδύνων μετά ή άνευ νηστείας, ας μην υστερούν στην πνευματική νηστεία «απέχοντες από παντός μολυσμού σαρκός τε και πνεύματος, επιτελούντες αγιωσύνην εν φόβω Θεού».

Η Μεγαλύτερη Θεοφάνεια (π. Δημητρίου Μπόκου)

Διανύουμε το μεσοδιάστημα μεταξύ των δύο μεγάλων εορτών, των Χριστουγέννων και των Θεοφανείων. Στην ουσία η μια εορτή είναι συνέχεια της άλλης. Και αρχικά εορταζόντουσαν σαν μία εορτή. Είναι οι δυο όψεις της μιας, μεγάλης και συγκλονιστικής θεοφάνειας. Φανερώνουν στον κόσμο το ανεπανάληπτο μυστήριο, που προϋπήρχε «κεκρυμμένον» απαρχής, «προ πάντων των αιώνων», στη βουλή του Θεού. Και συνοψίζεται στις λέξεις: «Θεός εφανερώθη εν σαρκί».

Στο μεταίχμιο των δύο εορτών βλέπουμε, στη μεν πρώτη νήπιο, στη δε δεύτερη πλήρη άνδρα τον Χριστό, «τον εκ τελείου τέλειον επιφανέντα Θεόν ημών». Στην πρώτη ο αστήρ, οι άγγελοι, οι ποιμένες, οι μάγοι διασαλπίζουν τη Γέννηση, την είσοδο του Θεού στον κόσμο. Στη δεύτερη ο Πρόδρομος προετοιμάζει τον δρόμο του Χριστού και τον βαπτίζει στον Ιορδάνη, ώστε η Αγία Τριάδα, με «φωνήν εξ ουρανού», να σφραγίσει επίσημα την πρώτη πανηγυρική της φανέρωση στον κόσμο. «Τριάδος η φανέρωσις εν Ιορδάνη γέγονε» (η΄ ωδή Φώτων). «Η της Τριάδος εφανερώθη προσκύνησις». «Επεφάνης σήμερον τη οικουμένη» (Κυριακή προ των Φώτων).

Η μεγάλη θεοφάνεια Χριστουγέννων και Φώτων είναι γεγονός πρωτοφανές, μοναδικό, ανεπανάληπτο στην παγκόσμια ιστορία. Ανώτερο και από την Ανάσταση. Υποδείγματα για την δεύτερη είχαν δοθεί πολλά. Για τη Γέννηση κανένα. Αναστάσεις ανθρώπων είχαν λάβει χώρα και άλλοτε. Δεν ήταν κάτι εντελώς άγνωστο στους ανθρώπους, αν και όσοι αναστήθηκαν είχαν πάλι προθεσμία ζωής, πέθαναν ξανά. Όμως γέννηση εκ παρθένου δεν είχε γνωρίσει ο κόσμος ποτέ. Μ’ αυτήν διανοίγεται ο δρόμος για την είσοδο του Θεού στον κόσμο και φανερώνεται το ασύλληπτο, εξωπραγματικό, άγνωστο μέχρι τότε μυστήριο του Τριαδικού Θεού.

Η προσέγγιση στο μεγάλο αυτό μυστήριο γίνεται μόνο με την πίστη. «Διά πίστεως η γνώσις. Και πίστεως άνευ, γνώναι αυτόν ουκ έσται». Αδύνατο να γνωρίσουμε τον Θεό χωρίς πίστη. Και η πίστη δεν είναι απλώς θέμα μυαλού. Αλλά τρόπος ζωής κατά τις εντολές του Θεού, πράγμα που μας φέρνει βαθμηδόν σε μετοχή του τρόπου ζωής του Θεού. Καμμιά λογική διεργασία δεν μπορεί να μας δώσει πείρα της Αναστάσεως. Μόνο η πίστη. Και αν η Ανάσταση γνωρίζεται μόνο διά της πίστεως, «πώς η Γέννησις του Θεού Λόγου λογισμοίς καταλαμβάνεται;» Είναι δυνατόν να κατανοήσουμε τη θεία Γέννηση με λογικούς συνειρμούς; Όχι βέβαια! Αφού η Γέννηση είναι μυστήριο «πολλώ μείζον και απείρως μείζον και ασυγκρίτως» μεγαλύτερο από την Ανάσταση. Είναι η μεγαλύτερη θεοφάνεια. «Θεός Κύριος και επέφανεν ημίν».

Η πίστη μας παύει να είναι θεωρητική, μόνο όταν μας ωθεί να συμπάσχουμε πραγματικά με τον Χριστό. Όταν μας δίνει την τόλμη να ριχνόμαστε στους κινδύνους γι’ αυτόν, να μετέχουμε στο πάθος του, να υπομένουμε κι εμείς πάθη γι’ αυτόν. Αν δεν πιστεύαμε, δεν θα πάσχαμε. Η πίστη ότι θα συμβασιλεύσουμε με τον Χριστό, μας κάνει να πορευόμαστε την ίδια οδό όπως Εκείνος, από τη Γέννηση ως την Ανάσταση.

Να γινόμαστε κι εμείς Χριστοί.

(Αγ. Ιω. Χρυσοστόμου, Εις την προς Φιλιππησίους επιστολήν, Ομιλία ια΄, PG 62, 265-266).

Λίγες σκέψεις γύρω από την ευλογία της μνημόνευσης…

Υπάρχουν κάτι χαρτάκια που μοιάζουν μικρά, μα κουβαλούν κόσμους ολόκληρους. Είναι εκείνα που αφήνουμε στο Άγιο Θυσιαστήριο, γραμμένα με χέρι που πολλές φορές τρέμει, μα με καρδιά που πονά και ελπίζει.

Πίσω από κάθε όνομα κρύβεται μια ιστορία μια πληγή που δεν φαίνεται, ένας σταυρός που δεν ξέρουμε πόσο βαραίνει, ένα αίτημα που δεν τολμά κανείς να πει φωναχτά.

Και όμως… εκεί, στην αγκαλιά της Θείας Λειτουργίας, όλα χωρούν.
Κι ο Χριστός, ο μόνος που ξέρει τα βάθη, τα παίρνει κι αθόρυβα τα κάνει φως.

Μην ξεχνάς λοιπόν να τους γράφεις…
Όσους αγαπάς, όσους πονούν, όσους κουράστηκαν.
Και βάλε, αν θέλεις, κι εκείνον που έγινε στήριγμά σου στον δρόμο τον πνευματικό, εκείνον που σε βάπτισε στην πίστη, κι εκείνον που σε δυσκολεύει γιατί κι αυτός έχει ανάγκη από μνήμη αγάπης, περισσότερο ίσως κι από όλους.

Δεν είναι απλές λέξεις σε ένα χαρτί είναι θέσεις σε ένα «καράβι» που σαλπάρει προς το έλεος του Θεού.

Και δεν είναι ωραίο να φεύγει μισοάδειο…

Όσο σκοτάδι απλώνει ο πειρασμός, τόσο εμείς απαντούμε με φως,
όσο σηκώνει ο κόσμος θλίψη, τόσο εμείς υψώνουμε προσευχή.
Γιατί η μνημόνευση δεν είναι απλώς μια πράξη είναι πρόσκληση.
«Έλα, Κύριε… φόρεσέ μας λίγη από τη δική Σου χαρά.»

Κι Εκείνος, ως πάντοτε, απαντά με εκείνο το τρυφερό, σιωπηλό
«Καλώς ήρθες παιδί μου… εδώ δεν είναι τόπος θανάτου, αλλά Ζωής».

Με ευλάβεια για όσα κουβαλούν αυτά τα χαρτάκια,
και με εμπιστοσύνη στον Μόνο που μπορεί να τα γλυκάνει όλα.

Περί του ακατάληπτου μυστηρίου της Θείας Κοινωνίας

Διηγήθη ο Αββάς Δανιήλ ο από την Φάραν, ότι είπεν ο πατήρ ημών, ο Αββάς Αρσένιος δια κάποιον σκητιώτην, ότι κατά την πράξιν ήτο μέγας, εις δε την πίστιν απλοϊκός και έσφαλλεν από άγνοιαν και έλεγεν: Δεν είναι πραγματικώς ο άρτος τον οποίον μεταλαμβάνομεν σώμα Χριστού αλλά αντίτυπον.

Και ήκουσαν δύο γέροντες ότι λέγει αυτόν τον λόγον, και γνωρίζοντες ότι ήτο μέγας εις την αρετήν, εσκέφθησαν ότι με ακακίαν και απλότητα λέγει και ήλθαν προς αυτόν και του λέγουν: Αββά, ακούσαμεν δια κάποιον λόγον άπιστον. Διότι λέγει ότι ο άρτος όπου μεταλαμβάνομεν δεν είναι πραγματικώς σώμα Χριστού αλλά είναι αντίτυπον.

Λέγει ο γέρων: Εγώ είμαι όπου λέγω αυτό. Οι δε τον παρακαλούσαν λέγοντες, μη πιστεύης έτσι Αββά αλλά όπως παρέδωσεν η καθολική εκκλησία διότι ημείς πιστεύομεν, ότι αυτός ο άρτος, σώμα είναι του Χριστού και το ποτήριον αυτό είναι το αίμα του Χριστού κατά αλήθειαν και όχι αντίτυπον. Αλλά όπως εις την αρχήν αφού έλαβε χώμα από την γήν έπλασε τον άνθρωπον κατ’ εικόνα του, και δεν ημπορεί κανείς να είπη ότι δεν είναι εικόνα του Θεού, αν και είναι ακατανόητος έτσι ο άρτος, τον οποίον είπεν ότι σώμα μου είναι, πιστεύομεν ότι αυτός κατά αλήθειαν σώμα είναι Χριστού.

Ο δε γέρων είπεν εάν δεν πεισθώ από γεγονός, δεν βεβαιώνομαι.

Οι δε του είπαν. Ας παρακαλέσωμεν τον Θεόν την εβδομάδα αυτήν δια το μυστήριον τούτο, και πιστεύομεν ότι ο Θεός θα μας φανερώση.

Ο δε γέρων μετά χαράς εδέχθη τούτο και παρεκάλει τον Θεόν, λέγων. Κύριε συ γνωρίζεις ότι όχι από κακίαν απιστώ αλλά δια να πλανηθώ από άγνοιαν, φανέρωσε μοι Κύριε Ιησού Χριστέ.

Αφού δε επήγαν εις τα κελλία των οι γέροντες, παρεκάλουν τον Θεόν και αυτοί, λέγοντες: Κύριε Ιησού Χριστέ, φανέρωσε εις τον γέροντα το μυστήριον τούτο, δια να πιστεύση και μη χάση τον κόπο του.

Και εισήκουσεν ο Θεός και των δύο και αφού συνεπληρώθη η εβδομάδα, ήλθον την Κυριακήν εις την εκκλησίαν, και εστάθησαν μαζί οι τρεις μόνοι εις ένα μαξιλάρι, εις το μέσον δε ήτο ο γέρων.

Ηνοίχθησαν δε αυτών οι οφθαλμοί και όταν ετέθη ο άρτος εις την Αγίαν Τράπεζαν, εφαίνετο μόνο εις τους τρείς ωσάν παιδίον και καθώς άπλωσεν ο ιερεύς το χέρι να κόψη τον άρτον, ιδού άγγελος Κυρίου κατέβη από τον ουρανόν κρατών μαχαίρι και έσφαξε το παιδίον και άδειασε το αίμα του εις το ποτήριον. Όταν δε έκοψεν ο ιερεύς εις μικράν τεμάχια τον άρτον, και ο άγγελος έκοπτεν από το παιδίον μικρά μέρη και όταν προσήλθον να λάβουν από άγια, εδόθη εις τον γέροντα μόνον κρέας κρέας αιματωμένον.

Και ιδών εφοβήθη και εφώναξε λέγων: Πιστεύω Κύριε, ότι ο άρτος σώμα σου είναι και το ποτήριον αίμα σου είναι.

Και αμέσως το εις το χέρι του κρέας έγινεν άρτος κατά το μυστήριον εμετάλαβεν ευχαριστών τον Θεόν.

Και του λέγουν οι γέροντες: Ο Θεός γνωρίζει την ανθρώπινη φύσιν ότι δεν μπορεί να φάγη κρέατα ωμά και δια τούτον μετέβαλε το σώμα του εις άρτον και το αίμα του εις οίνον, εις τους δεχομένους με πίστιν.

Και ευχαρίστησαν τον Θεόν δια τον γέροντα, ότι δεν άφησε να χάση τους κόπους του και ανεχώρησαν οι τρεις μετά χαράς εις τα κελλία των.

Το Πλεονέκτημα της Απόγνωσης (π. Δημητρίου Μπόκου)

Βαίνων ο Χριστός μετά πλήθους πολλού προς το σπίτι του αρχισυναγώγου Ιαείρου, για να θεραπεύσει την ετοιμοθάνατη κόρη του, συναντά καθ’ οδόν την αιμορροούσα γυναίκα, που υποκινούμενη από την έσχατη ελπίδα της, τον πλησιάζει κρυφά και αγγίζει την άκρη του ιματίου του, υποκλέπτοντας έτσι την πολυπόθητη ίαση (Κυριακή Ζ΄ Λουκά).

Η αιμορροούσα ήταν ένας άνθρωπος απελπισμένος. Είχε εξαντλήσει, για να βρει την υγεία της, όλη της την περιουσία και όλα τα ανθρώπινα μέσα, που όχι μόνο δεν την ωφέλησαν καθόλου, αλλά και επιδείνωσαν κατά πολύ την κατάστασή της. Δεν ήξερε πια τί άλλο να πράξει. Είχε φτάσει σε έσχατη απόγνωση. Και τότε άκουσε «περί του Ιησού». Ο Χριστός έγινε η τελευταία της ελπίδα. Με αυτό το φρόνημα τον πλησίασε.

Η στάση της κρύβει κάτι συγκλονιστικό. «Ένα σκάνδαλο εκπλήξεως». Διακηρύττει ότι «η αλήθεια είναι να φτάσεις στην απόγνωση και να μην έχεις καμμιά ελπίδα, παρά μόνο στον Χριστό». Η αιμορροούσα σώθηκε, όταν «της έμεινε μόνο μία ελπίδα, να πάει και να ακουμπήσει το κράσπεδο του Χριστού» (π. Βασίλειος Γοντικάκης).

Η πικρή αλήθεια είναι, ότι αν ο άνθρωπος ελπίζει στον εαυτό του, στις δικές του δυνάμεις, όσο σκληρά και αν παλέψει, δεν θα νικήσει τις παγίδες και τους πειρασμούς του πονηρού. Πρέπει να διώξει από μέσα του κάθε έπαρση. Να αναγνωρίσει την έσχατη αδυναμία του, να απελπισθεί από τον εαυτό του, να τον ρίψει ενώπιον του Θεού, να ακουμπήσει στα πόδια του, να ταπεινωθεί. Από Εκείνον και μόνο να περιμένει τη σωτηρία, όπως μας δείχνει εύστοχα ο άγιος Σιλουανός.

Νεαρός δόκιμος ακόμη, δοκιμάσθηκε επί πολύ από τους δαίμονες. Έζησε ένα μαρτύριο, που καμμιά ανθρώπινη δύναμη δεν μπορεί να αντέξει. Η φρίκη της απελπισίας, η δαιμονική απόγνωση ότι δεν θα σωθεί, τον είχαν κατακυριεύσει. «Ο Θεός είναι αδυσώπητος», σκέφτηκε. Αμέσως ένα αίσθημα τέλειας εγκατάλειψης βύθισε την ψυχή του για μια ώρα περίπου σε σκότος απερίγραπτης αγωνίας. Πηγαίνοντας όμως στον Εσπερινό, είδε δεξιά της Ωραίας Πύλης ζωντανό τον Χριστό, στον τόπο της εικόνας του. Όλη του η ύπαρξη, σώμα και ψυχή, γέμισε από τη φωτιά της χάρης του Αγίου Πνεύματος.

Και όμως, ο δαιμονικός πόλεμος συνεχίσθηκε για άλλα δεκαπέντε χρόνια μετά. Αποκαμωμένος ο άγιος λέει: «Κύριε, βλέπεις ότι θέλω να προσευχηθώ με καθαρό νου, αλλά οι δαίμονες δεν με αφήνουν. Δίδαξέ με τί πρέπει να κάνω για να μη με ενοχλούν». Και ακούει μέσα του την απάντηση: «Οι υπερήφανοι πάντοτε ούτως υποφέρουν εκ των δαιμόνων». «Κύριε, τί πρέπει να κάνω για να ταπεινωθεί η ψυχή μου;» Και η απάντηση του Θεού: «Κράτει τον νουν σου εις τον άδην και μη απελπίζου».

Ο Χριστός τον απέσπασε από τη δαιμονική απόγνωση, ρίχνοντάς τον σε μια απόγνωση «ετέρου είδους»: Ότι «δέον να ενδυθή την ταπείνωσιν». Να απελπισθεί ότι θα σωθεί με τη δική του δύναμη, δεκαπέντε χρόνια σκληρής άσκησης δεν το κατάφεραν άλλωστε, αφού «η ρίζα πασών των αμαρτιών και ο σπόρος του θανάτου τυγχάνει η υπερηφάνεια». Να θεωρεί τον εαυτό του άξιο μόνο για τον άδη, όχι ικανό να νικήσει τους δαίμονες (Αρχιμ. Σωφρονίου, Ο Γέρων Σιλουανός, εκδ. Ορθόδοξος Κυψέλη, Θεσσαλονίκη, 1973, σ. 24-26. 42-46).

Σωτήρια λοιπόν αυτή η άλλη απόγνωση, όταν δηλαδή κάποιος απελπίζεται εντελώς ότι θα σωθεί από μόνος του, ταπεινούμενος έτσι πλήρως και περιμένοντας από τον Θεό τη σωτηρία του.

Από το Γεροντικόν

Διηγήθη ο Αββάς Δανιήλ ο από την Φάραν, ότι είπεν ο πατήρ ημών, ο Αββάς Αρσένιος δια κάποιον σκητιώτην, ότι κατά την πράξιν ήτο μέγας, εις δε την πίστιν απλοϊκός και έσφαλλεν από άγνοιαν και έλεγεν: Δεν είναι πραγματικώς ο άρτος τον οποίον μεταλαμβάνομεν σώμα Χριστού αλλά αντίτυπον.

Και ήκουσαν δύο γέροντες ότι λέγει αυτόν τον λόγον, και γνωρίζοντες ότι ήτο μέγας εις την αρετήν, εσκέφθησαν ότι με ακακίαν και απλότητα λέγει και ήλθαν προς αυτόν και του λέγουν: Αββά, ακούσαμεν δια κάποιον λόγον άπιστον. Διότι λέγει ότι ο άρτος όπου μεταλαμβάνομεν δεν είναι πραγματικώς σώμα Χριστού αλλά είναι αντίτυπον.

Λέγει ο γέρων: Εγώ είμαι όπου λέγω αυτό. Οι δε τον παρακαλούσαν λέγοντες, μη πιστεύης έτσι Αββά αλλά όπως παρέδωσεν η καθολική εκκλησία διότι ημείς πιστεύομεν, ότι αυτός ο άρτος, σώμα είναι του Χριστού και το ποτήριον αυτό είναι το αίμα του Χριστού κατά αλήθειαν και όχι αντίτυπον. Αλλά όπως εις την αρχήν αφού έλαβε χώμα από την γήν έπλασε τον άνθρωπον κατ’ εικόνα του, και δεν ημπορεί κανείς να είπη ότι δεν είναι εικόνα του Θεού, αν και είναι ακατανόητος έτσι ο άρτος, τον οποίον είπεν ότι σώμα μου είναι, πιστεύομεν ότι αυτός κατά αλήθειαν σώμα είναι Χριστού.

Ο δε γέρων είπεν εάν δεν πεισθώ από γεγονός, δεν βεβαιώνομαι.

Οι δε του είπαν. Ας παρακαλέσωμεν τον Θεόν την εβδομάδα αυτήν δια το μυστήριον τούτο, και πιστεύομεν ότι ο Θεός θα μας φανερώση.

Ο δε γέρων μετά χαράς εδέχθη τούτο και παρεκάλει τον Θεόν, λέγων. Κύριε συ γνωρίζεις ότι όχι από κακίαν απιστώ αλλά δια να πλανηθώ από άγνοιαν, φανέρωσε μοι Κύριε Ιησού Χριστέ.

Αφού δε επήγαν εις τα κελλία των οι γέροντες, παρεκάλουν τον Θεόν και αυτοί, λέγοντες: Κύριε Ιησού Χριστέ, φανέρωσε εις τον γέροντα το μυστήριον τούτο, δια να πιστεύση και μη χάση τον κόπο του.

Και εισήκουσεν ο Θεός και των δύο και αφού συνεπληρώθη η εβδομάδα, ήλθον την Κυριακήν εις την εκκλησίαν, και εστάθησαν μαζί οι τρεις μόνοι εις ένα μαξιλάρι, εις το μέσον δε ήτο ο γέρων.

Ηνοίχθησαν δε αυτών οι οφθαλμοί και όταν ετέθη ο άρτος εις την Αγίαν Τράπεζαν, εφαίνετο μόνο εις τους τρείς ωσάν παιδίον και καθώς άπλωσεν ο ιερεύς το χέρι να κόψη τον άρτον, ιδού άγγελος Κυρίου κατέβη από τον ουρανόν κρατών μαχαίρι και έσφαξε το παιδίον και άδειασε το αίμα του εις το ποτήριον.

Όταν δε έκοψεν ο ιερεύς εις μικράν τεμάχια τον άρτον, και ο άγγελος έκοπτεν από το παιδίον μικρά μέρη και όταν προσήλθον να λάβουν από άγια, εδόθη εις τον γέροντα μόνον κρέας κρέας αιματωμένον.

Και ιδών εφοβήθη και εφώναξε λέγων: Πιστεύω Κύριε, ότι ο άρτος σώμα σου είναι και το ποτήριον αίμα σου είναι.

Και αμέσως το εις το χέρι του κρέας έγινεν άρτος κατά το μυστήριον εμετάλαβεν ευχαριστών τον Θεόν.

Και του λέγουν οι γέροντες: Ο Θεός γνωρίζει την ανθρώπινη φύσιν ότι δεν μπορεί να φάγη κρέατα ωμά και δια τούτον μετέβαλε το σώμα του εις άρτον και το αίμα του εις οίνον, εις τους δεχομένους με πίστιν.

Και ευχαρίστησαν τον Θεόν δια τον γέροντα, ότι δεν άφησε να χάση τους κόπους του και ανεχώρησαν οι τρεις μετά χαράς εις τα κελλία των.

ΜΝΗΜΟΣΥΝΟ ΥΠΕΡ ΠΑΝΤΩΝ ΤΩΝ ΒΟΡΕΙΟΗΠΕΙΡΩΤΩΝ ΤΩΝ ΚΟΙΜΗΘΕΝΤΩΝ Η ΑΠΩΛΕΣΘΕΝΤΩΝ ΚΑΤΑ ΤΑ ΔΥΣΚΟΛΑ ΧΡΟΝΙΑ ΤΟΥ ΑΘΕΙΣΤΙΚΟΥ ΚΑΘΕΣΤΩΤΟΣ ΤΟΥ ΕΜΒΕΡ ΧΟΤΖΑ

ΠΡΟΣΚΛΗΣΗ ΓΙΑ ΠΡΟΣΕΥΧΗ

Αγαπητοί μου αδελφοί, επειδή πολλές φορές κατά το μυστήριο της εξομολόγησης άκουσα ότι κατά τα δύσκολα χρόνια της αθεϊστικής περιόδου του Εμβέρ Χότζα, πολλοί συνάνθρωποι μας εκοιμήθησαν ή απωλέσθησαν χωρίς ουδεμίαν εκκλησιαστικήν ακολουθίαν νεκρωσίμου πομπής, για τον λόγο αυτό την Κυριακή 5 Οκτωβρίου 2025 το πρωί κατα την θεία Λειτουργία θα διαβάσουμε στον Ιερό Ναό Αγίου Ελευθερίου οδού Αχαρνών ΚΟΙΝΟΝ ΜΝΗΜΟΣΥΝΟΝ για όλους αυτούς τους αδελφούς μας.

Παρακαλούνται όλοι οι εκ της Βορείου Ηπείρου προερχόμενοι και εγκαταβιούντες πλέον στην Αθήνα να προσέλθουν στην θεία Λειτουργία ώστε να ενώσουμε τις προσευχές μας υπερ αναπαύσεως τους και να αποδώσουμε έστω και καθυστερημένα τις δέουσες εκκλησιαστικές τιμές.
Όλοι οι συγγενείς μπορούν από νωρίς την Κυριακή ή απο την παραμονή να φέρουν φωτογραφίες γονέων, παππούδων, γιαγιάδων και συγγενών τους,  τις οποίες θα τοποθετήσουν σε τραπέζια εντός του σολέα του ναού μας.

Παρακαλούμε διαδώστε το μήνυμα αυτό σε ολους τους βορειοηπειρώτες.

Μετά πολλών ευχών και ευλογιών
Πρωτ. Θεμιστοκλής Χριστοδούλου, Προϊστάμενος του Ιερού Ναου Αγ. Ελευθερίου οδού Αχαρνών

Οι Σταυρωτές του Χριστού (π. Δημητρίου Μπόκου)

Η Ύψωση του Τιμίου Σταυρού είναι εορτή που υπαγορεύθηκε από ιστορικά γεγονότα. Την πρώτη φορά, όταν βρέθηκε επί του Γολγοθά από την αγία Ελένη. Τη δεύτερη, όταν ο αυτοκράτορας Ηράκλειος, νικώντας τους Πέρσες που είχαν κυριεύσει τους Αγίους Τόπους, τον επανέφερε από την Περσία, όπου είχε μεταφερθεί ως λάφυρο (Εορτή Υψώσεως Τιμίου Σταυρού).

Είναι ανάγκη όμως η Ύψωση αυτή να γίνεται κυρίως μέσα μας. Όπως η Παναγία αναδείχθηκε μυστικός παράδεισος, κήπος δηλαδή όπου βλάστησε ο Χριστός, «υφ’ ου το του Σταυρού ζωηφόρον εν γη πεφυτούργηται δένδρον», έτσι και η ψυχή μας πρέπει να μετατραπεί «εις γην αγαθήν», σε εύφορο και γόνιμο κήπο, όπου μυστικά θα καλλιεργείται το σωτηριώδες δένδρο του Σταυρού. Να ανήκουμε κι εμείς σ’ αυτούς, που «εν καρδία καλή και αγαθή» καρποφορούν με υπομονή όλα τα καλά που έρρευσαν από το ευλογημένο ξύλο του Σταυρού.

Αλλιώς μπορεί να συγκαταριθμηθούμε στους σταυρωτές του Χριστού. Όπως τότε σταύρωσαν τον Χριστό άνθρωποι δήθεν ευσεβείς, έτσι και τώρα και σε κάθε εποχή, ο Χριστός σταυρώνεται από τους δήθεν Χριστιανούς. Οι άρχοντες των Ιουδαίων, γραμματείς και φαρισαίοι, αρχιερείς και πρεσβύτεροι, συμπράττοντας με την κοσμική εξουσία των Ρωμαίων, έκαμαν τα πάντα ώστε να ανεβάσουν τον Χριστό επί του Σταυρού, συμπαρασύροντας στις ενέργειές τους και τους ευσεβείς δήθεν όχλους, που λίγο νωρίτερα επευφημούσαν τον Χριστό ως βασιλέα.

Η τραγική ειρωνεία είναι ότι όλοι τους θεωρούσαν ότι πράττουν το σωστό. Ότι σταυρώνοντας τον Χριστό, φονεύοντάς τον με τον χειρότερο θάνατο, όχι μόνο δεν διαπράττουν κανένα έγκλημα, καμμιά αμαρτία, αλλά και ότι προσφέρουν με τον τρόπο αυτόν λατρεία στον Θεό. Αυτό δηλαδή ακριβώς που είχε προφητεύσει ο Χριστός για όλους τους μελλοντικούς μάρτυρές του, ότι «πας ο αποκτείνας υμάς δόξη λατρείαν προσφέρειν τω Θεώ» (Ιω. 16, 2), συνέβη πρώτα στον ίδιο τον Χριστό.

Γαντζωμένοι στην άποψη ότι εφαρμόζουν τον θεϊκό τους νόμο οι θρησκευτικοί άρχοντες των Ιουδαίων, καταδίκασαν σε θάνατο τον Χριστό με την κατηγορία της βλασφημίας κατά του Θεού. Διότι, όχι μόνο καταργούσε την αργία του Σαββάτου, κάνοντας θαύματα την ημέρα αυτή, αλλά και έλεγε ότι έχει Πατέρα τον ίδιο τον Θεό, «ίσον εαυτόν ποιών τω Θεώ». Κατά τον νόμο τους έπρεπε να πεθάνει, διότι «εαυτόν Θεού Υιόν εποίησεν» (Ιω. 5, 18. 19, 7).

Αλλά και πάλι αυτά ήταν μόνο η πρόφαση για να καταδικάσουν τον Χριστό. Η αληθινή αιτία ήταν η προσκόλλησή τους στη (θρησκευτική) εξουσία, η σύμπραξή τους με την κοσμική (ρωμαϊκή) εξουσία, η άρνησή τους να αποχωρισθούν, χάριν του Χριστού, τα κεκτημένα που τους προσπόριζαν δόξα, δύναμη και πλούτο.

Όπως συμβαίνει και σε κάθε εποχή. Πολλοί άνθρωποι, απλοί Χριστιανοί, σταυρώνουμε με τις πράξεις μας τον Χριστό. Αλλά και πολλοί θρησκευτικοί ταγοί σταυρώνουν τον Χριστό. Εκμεταλλεύονται τη θέση τους για ίδιον όφελος, συμπλέοντας συνήθως με την εκάστοτε κοσμική εξουσία. Με αποκορύφωμα το παπικό παράδειγμα, που επί αιώνες ανέδειξε τον θρησκευτικό αρχηγό σε κρυφό ή και φανερό πλανητάρχη του κόσμου.

Υψώνεται στην ψυχή μας ο Σταυρός; Ή με τον τρόπο μας κι εμείς σταυρώνουμε τον Χριστό;