Αληθινή Προσευχή (π. Δημητρίου Μπόκου)

Τὴν Δ΄ Κυριακὴ τῶν Νηστειῶν τιμοῦμε τὸν μεγάλο Πατέρα τῆς Ἐκκλησίας Ἰωάννη τὸν Σιναΐτη (ἡγούμενο τοῦ Σινᾶ). Εἶναι ὁ συγγραφέας τῆς «Κλίμακος», τοῦ περίφημου βιβλίου, στὸ ὁποῖο ἐκτίθεται ὁ τρόπος ἀνάβασης στὰ πνευματικὰ σκαλοπάτια τῶν ἀρετῶν.

Ἡ προσευχὴ κατέχει καίρια θέση στὴν κλίμακα αὐτή. Θὰ ἐρανισθοῦμε λοιπὸν ἐλάχιστα ψήγματα ἀπὸ τὴ σοφία τοῦ ἁγίου Ἰωάννου γιὰ τὴν προσευχή, ἡ ὁποία εἶναι «τροφὴ ψυχῆς, νοῦ φωτισμός, ἀπογνώσεως πέλυξ, ἐλπίδος ἀπόδειξις». Καὶ εἶναι πιὸ ἀπαραίτητη γιὰ τὴν ψυχὴ ἀπὸ ὅσο ἡ ἀναπνοὴ γιὰ τὸ σῶμα.

Γιὰ νὰ παραστοῦμε μπροστὰ στὸν Βασιλέα καὶ Θεό μας, λέγει ὁ ἅγιος Ἰωάννης, δὲν πρέπει νὰ πᾶμε ἀπροετοίμαστοι. Βασικὴ προϋπόθεση γιὰ νὰ σταθοῦμε μπροστὰ στὸν Κύριο εἶναι νὰ ἔχουμε τὸν χιτώνα τῆς ψυχῆς ὑφασμένο ὁλόκληρο μὲ τὸ νῆμα τῆς ἀμνησικακίας. Ἀλλιῶς, δὲν θὰ ὠφεληθοῦμε τίποτε ἀπὸ τὴν προσευχή. Καὶ τὸ ὅλο ὕφος τῆς προσευχῆς ἂς εἶναι ἁπλό, ἀποίκιλο, ἀνεπιτήδευτο. Ὁ τελώνης καὶ ὁ ἄσωτος μὲ ἕνα καὶ μόνο λόγο συμφιλιώθηκαν μὲ τὸν Θεό.

Μία εἶναι ἡ ἐξωτερικὴ στάση τῶν προσευχομένων, ἀλλὰ ἡ ἐσωτερικὴ παρουσιάζει πολλὴ ποικιλία καὶ πολλὲς διαφορές. Ἄλλοι μιλοῦν ὅπως στὸν φίλο καὶ κύριό τους, προσευχόμενοι γιὰ βοήθεια τῶν ἄλλων καὶ ὄχι τοῦ ἑαυτοῦ τους. Ἄλλοι ζητοῦν πλοῦτο καὶ δόξα καὶ πολλὴ παρρησία (θάρρος). Ἄλλοι νὰ ἀπαλλαγοῦν ἐντελῶς ἀπὸ τοὺς ἐχθρούς τους. Ἄλλοι νὰ ἀποκτήσουν κάποια τιμή. Ἄλλοι νὰ ἐξαλειφθεῖ τὸ χρέος τους, ἄλλοι νὰ ἐλευθερωθοῦν ἀπὸ τὴ φυλακὴ (τῶν παθῶν), ἄλλοι νὰ συγχωρηθοῦν οἱ ἁμαρτίες τους.

Πρὶν ἀπ’ ὅλα νὰ βάζουμε στὴν προσευχή μας τὴν εἰλικρινῆ εὐχαριστία. Ἔπειτα τὴν ἐξομολόγηση τῶν ἁμαρτιῶν μας μὲ συντριβὴ ψυχῆς καὶ συναίσθηση. Καὶ μετὰ νὰ ἐκθέτουμε τὰ αἰτήματά μας πρὸς τὸν Παμβασιλέα. Αὐτὸς εἶναι ὁ ἄριστος τρόπος προσευχῆς, καθὼς φανέρωσε ἄγγελος Κυρίου σὲ κάποιον ἀδελφό.

Μὴν ἔχεις πολυλογία, γιὰ νὰ μὴ διασκορπιστεῖ ὁ νοῦς σου ψάχνοντας γιὰ λόγια. Ἕνας λόγος τελωνικὸς κίνησε τὴν εὐσπλαχνία τοῦ Θεοῦ. Καὶ ἕνας λόγος πίστεως ἔσωσε τὸν ληστή. Ἡ πολυλογία στὴν προσευχὴ πολλὲς φορὲς προκάλεσε φαντασίες καὶ διάχυση στὸν νοῦ. Ἐνῶ μὲ τὴ μονολογία συνήθως συγκεντρώνεται ὁ νοῦς.

Μὴν παίρνεις πολὺ θάρρος (παρρησία) στὴν προσευχή, ἀκόμα κι ἂν ἔχεις καθαρότητα. Πρόσελθε μᾶλλον μὲ πολλὴ ταπεινοφροσύνη καὶ θὰ ἀποκτήσεις (μπρὸς στὸν Θεό) περισσότερη παρρησία.

Ἀκόμα κι ἂν ἔχεις ἀνέβει ὅλη τὴν κλίμακα τῶν ἀρετῶν, «ὑπὲρ ἀφέσεως ἁμαρτιῶν προσεύχου». Ἄκου τὸν Παῦλο νὰ βοᾶ «περὶ ἁμαρτωλῶν, ὧν πρῶτός εἰμι ἐγώ».

Λάδι καὶ ἁλάτι εἶναι τὸ ἄρτυμα τῶν τροφῶν, ἐνῶ σωφροσύνη καὶ δάκρυα (ἁγνότητα καὶ μετάνοια) εἶναι τὰ φτερὰ τῆς προσευχῆς.

Καλὴ εὐλογημένη ἑβδομάδα! Καλὴ Σαρακοστή!

 

«Ἀντιύλη». Ἱ. Ν. Ἁγ. Βασιλείου, Πρέβεζα

Κόλαση ή Ευλογία (π. Δημητρίου Μπόκου)

Λέει τὸ ἀνέκδοτο, ὅτι μιὰ ἡλικιωμένη κυρία ἀποφάσισε νὰ πληρώσει ἕναν καλὸ ζωγράφο νὰ τῆς φτιάξει τὸ πορτρέτο της. Τοῦ λέει λοιπόν: «Ζωγράφισέ με νὰ φοράω σκουλαρίκια μὲ διαμάντια, περιδέραιο μὲ ζαφείρια, βραχιόλια μὲ σμαράγδια, καρφίτσες μὲ ρουμπίνια καὶ ἕνα χρυσὸ ρολόι Ρόλεξ». «Μὰ ἀφοῦ δὲν φορᾶς τίποτα ἀπὸ ὅλα αὐτά, γιατί νὰ τὸ κάνω αὐτό;» ρωτάει ὁ ζωγράφος. «Τὸ ξέρω», ἀπαντᾶ ἐκείνη. «Σὲ περίπτωση ὅμως ποὺ ἐγὼ πεθάνω πρὶν ἀπὸ τὸν ἄντρα μου, ἐπειδὴ εἶμαι σίγουρη ὅτι θὰ ξαναπαντρευτεῖ, θέλω ἡ καινούργια γυναίκα του νὰ κάνει ἄνω-κάτω τὸ σπίτι ψάχνοντας γιὰ ὅλα αὐτὰ τὰ χρυσαφικὰ καὶ νὰ τοῦ κάνει τὴν ζωὴ μαρτύριο».

Ἀντὶ λοιπὸν νὰ βλέπουμε μόνο τοὺς σταυροὺς ποὺ ἔχουμε ὁ καθένας στὴ ζωή του, ἂς σκεφτοῦμε λίγο σήμερα (Κυριακὴ τῆς Σταυροπροσκυνήσεως) καὶ τοὺς σταυροὺς ποὺ ἐνδεχομένως δημιουργοῦμε ἐμεῖς γιὰ τοὺς ἄλλους ἐνσυνειδήτως. Πράγμα ποὺ σημαίνει ὅτι διακατεχόμαστε ἀπὸ ἀνεπίτρεπτη ἐμπάθεια. Ὁ Χριστιανὸς δὲν μπορεῖ νὰ συμβιβάζεται ἐπ’ οὐδενὶ μὲ τέτοιες πρακτικές. Ἀλλὰ μπορεῖ νὰ συμβαίνει αὐτὸ καὶ ἐν ἀγνοίᾳ μας μὲ τὴν ἀπρόσεκτη συμπεριφορά μας, ποὺ μπορεῖ νὰ ἀποβαίνει φορτικὴ ἢ ἀκόμα καὶ ἀνυπόφορη στοὺς συνανθρώπους μας. Χωρὶς νὰ τὸ καταλαβαίνουμε ἢ νὰ τὸ ἐπιδιώκουμε. Χρειάζεται ἐπαρκὴς ἐγρήγορση καὶ διάκριση ἐκ μέρους μας γιὰ τὶς ἐπιπτώσεις ποὺ μπορεῖ νὰ ἔχει ἡ ὅλη μας διαγωγὴ στοὺς γύρω μας. Εἶναι δυνατὸν ὁ Χριστιανὸς νὰ ἀδιαφορεῖ, ὅταν ὁ τρόπος τῆς βιοτῆς του κάνει μαρτύριο τὴ ζωὴ τῶν ἄλλων; Μπορεῖ ὁ Χριστιανὸς νὰ γίνεται ἡ κόλαση τῶν ἄλλων;

Ὄχι βέβαια!

Ἀντὶ γι’ αὐτὸ ὁ Χριστιανός, ἂν θέλει νὰ εἶναι ἀληθινός, ἐπιλέγει εἴσοδο στὸ ἀντίθετο ρεῦμα. Ἀντὶ νὰ τρέχει μὲ τοὺς πολλοὺς ποὺ δημιουργοῦν σταυροὺς γιὰ τοὺς συνανθρώπους τους, βαδίζει ἀντίστροφα. Ἐπωμίζεται τὸν σταυρὸ τῶν ἄλλων. Κάνει δικό του τὸ πρόβλημα τοῦ ἀδελφοῦ του, ἀναλώνεται ὁ ἴδιος, σὰν ἄλλος Σίμων Κυρηναῖος, στὴν ἄρση τοῦ σταυροῦ τοῦ πλησίον του. Αὐτὸ προϋποθέτει βέβαια πολλὴ δύναμη καὶ αὐταπάρνηση, ἀλλὰ ἔχει καὶ πολλὴ εὐλογία.

Παλιότερα, ποὺ δὲν ὑπῆρχαν οἱ σημερινὲς εὐκολίες, μιὰ ἀνεψιὰ ἀνέλαβε νὰ περιποιεῖται τὴν ὑπέργηρη θεία της. Ἡ δυσοσμία τῆς ἄρρωστης ἁπλωνόταν ὄχι μόνο μέσα στὸ σπίτι, ἀλλὰ ἔβγαινε καὶ στὸν δρόμο. Κάθε νύχτα, τὴν ὥρα ποὺ ἡ κατάκοιτη βυθιζόταν στὸν ὕπνο, ἡ ἀνεψιὰ ἄρχιζε νὰ διαβάζει, γονατιστὴ δίπλα στὸ κρεβάτι, τοὺς Χαιρετισμοὺς τῆς Παναγίας. Καὶ τότε αἰσθανόταν νὰ ἔρχεται μιὰ εὐωδία, ποὺ καθάριζε ἀπὸ τὴ δυσοσμία ὅλο τὸ σπίτι. Μερικὲς φορὲς ἡ εὐωδία ἦταν τόσο δυνατή, ποὺ τὴν ἔπνιγε. Ἀναγκαζόταν νὰ ἀνοίξει τὸ παράθυρο γιὰ νὰ ἀναπνεύσει. Τὴν ἔνιωθαν καὶ οἱ διαβάτες ἀπ’ ἔξω. «Θυμιάζει πάλι ἡ Δεσποινούλα», ἔλεγαν. Μὰ δὲν θυμιάτιζε ἡ εὐλογημένη Δεσποινούλα, ἀλλὰ ἡ Παναγία ἀνταποκρινόταν στὴ μεγάλη θυσία της (π. Στέφ. Ἀναγνωστόπουλος).

Ἀπὸ ἐμᾶς ἐξαρτᾶται νὰ γίνουμε κόλαση ἢ εὐλογία στὴ ζωὴ τοῦ ἀδελφοῦ μας.

Καλὴ εὐλογημένη ἑβδομάδα! Καλὴ Σαρακοστή!

 

«Ἀντιύλη». Ἱ. Ν. Ἁγ. Βασιλείου, Πρέβεζα

Οι εικόνες μιλούν (π. Δημητρίου Μπόκου)

Οἱ ἅγιες εἰκόνες χρησιμοποιοῦνται στοὺς ναοὺς καὶ στὰ σπίτια τῶν Χριστιανῶν, ἐπειδή, ἐκτὸς τῶν ἄλλων, εἶναι καὶ αὐτὲς λόγος Θεοῦ, ἄλλου εἴδους βέβαια. Διδάσκουν καὶ αὐτές, εὐλογοῦν, ἁγιάζουν καὶ ὁδηγοῦν τοὺς ἀνθρώπους στὴ θεογνωσία. Ὁ Θεὸς μιλάει στοὺς ἀνθρώπους ὄχι μόνο μὲ τὸν φυσικὸ λόγο (προφορικὸ καὶ γραπτό), ἀλλὰ καὶ μὲ ὅλα τὰ στοιχεῖα τῆς δημιουργίας του. «Οἱ οὐρανοὶ διηγοῦνται δόξαν Θεοῦ, ποίησιν δὲ χειρῶν αὐτοῦ ἀναγγέλλει τὸ στερέωμα». Ἰδιαιτέρως δέ, μᾶς μιλάει μέσῳ τῶν ἁγίων εἰκόνων, γι’ αὐτὸ καὶ ἡ Ἐκκλησία παρέλαβε, ἀγωνίστηκε, διατήρησε καὶ μᾶς παραδίδει τὴν τιμὴ καὶ προσκύνησή τους (Κυριακὴ τῆς Ὀρθοδοξίας).

Καὶ δὲν εἶναι μόνο βιβλία τῶν ἀγραμμάτων οἱ εἰκόνες, ἀλλὰ ὅλων μας. Μᾶς κηρύττουν πάνω ἀπὸ ὅλα «τὴν ἔνσαρκον τοῦ Θεοῦ Λόγου παρουσίαν». Ὁμολογοῦμε τὴ σάρκωση τοῦ Χριστοῦ μὲ τὸν λόγο, τὴ γραφὴ (τὰ βιβλία), τὸ στόμα, τὴν καρδιά, τὸν νοῦ μας, ἀλλὰ καὶ μὲ τὶς εἰκόνες. Καὶ εἶναι ἀπολύτως νόμιμο αὐτό. Καὶ αὐτονόητο. Διότι, «οὐ τὴν ἀόρατον εἰκονίζω θεότητα, ἀλλ’ εἰκονίζω Θεοῦ τὴν ὁραθεῖσαν σάρκα» (ἅγ. Ἰω. Δαμασκηνός). Τί σημαίνει αὐτό;

Οἱ προφῆτες δὲν εἶδαν ποτὲ τὸ πρόσωπο ἢ κάποιο ὁμοίωμα τοῦ Θεοῦ. Ὁ Μωυσῆς ὑπενθυμίζει στοὺς Ἰσραηλίτες, ὅτι στὸ ὄρος Σινᾶ, μέσα ἀπὸ θύελλα καὶ φωτιά, μίλησε ὁ Θεός, ἀλλὰ δὲν ἔδωσε κανένα ὁμοίωμά του, καμμιά του εἰκόνα. Μόνο τὴ φωνή του ἄκουσαν. Καὶ ἔγινε αὐτό, ἐπειδὴ οἱ Ἰσραηλίτες ἦταν ἄκρως εὐόλισθοι στὴν εἰδωλολατρία ποὺ κατέκλυζε τὰ πάντα γύρω τους (τὸ ἀπέδειξαν ἄλλωστε ἀμέσως μὲ τὴν κατασκευὴ καὶ προσκύνηση τοῦ χρυσοῦ μόσχου).

Δὲν εἶδαν κανένα ὁμοίωμα τοῦ Θεοῦ τὴν ἡμέρα ἐκείνη, ἀλλ’ ἀντιθέτως τοὺς δόθηκε ρητὴ ἐντολὴ νὰ μὴν φτιάξουν κανένα γλυπτὸ ὁμοίωμα ποὺ θὰ τὸ προσκυνοῦσαν γιὰ Θεό. Οὔτε ἀπὸ τὰ ζῶα, οὔτε ἀπὸ τὰ πτηνά, οὔτε ἀπὸ τὰ ἑρπετά, οὔτε ἀπὸ τοὺς ἰχθύες, οὔτε ἀπὸ τὰ ἄστρα τοῦ οὐρανοῦ, τὸν ἥλιο ἢ τὴ σελήνη. Οὔτε «ὁμοίωμα ἀρσενικοῦ ἢ θηλυκοῦ» (Δευτ. 4, 12-19).

Τὰ πράγματα ὅμως ἄλλαξαν.

Ὁ Χριστὸς ἔγινε ἄνθρωπος. Μποροῦμε πλέον νὰ τὸν ζωγραφήσουμε. (Ἂν ὑπῆρχαν φωτογραφικὰ μέσα στὴν ἐποχή του, θὰ μπορούσαμε νὰ ἔχουμε ἀκόμα καὶ φωτογραφία του. Ὁ ἴδιος μᾶς χάρισε τὸ ἅγιο Μανδήλιο μὲ τὴν ἀχειροποίητη μορφή του)! Δὲν ἀπεικονίζουμε τὴν ἀόρατη καὶ ἀπερίγραπτη θεϊκὴ φύση του, ἀλλὰ τὴν ἀνθρώπινη, τὴν ὁρατή, ποὺ τὴν εἴδαμε, τὴν ψηλαφήσαμε, τὴν ἀκούσαμε. Ὁ Χριστὸς γεννήθηκε, γαλουχήθηκε, μεγάλωσε ὅπως ἐμεῖς. Κοπίασε, πείνασε, δίδαξε, θαυματούργησε, ἔκλαψε ὅπως ἐμεῖς. Πόνεσε ψυχικὰ καὶ σωματικὰ πολὺ περισσότερο ἀπὸ ὅ,τι ἐμεῖς. Σταυρώθηκε, πέθανε, θάφτηκε, ἀλλὰ καὶ ἀναστήθηκε καὶ ἀναλήφθηκε στὸν οὐρανό. Τὸν εἴδαμε σὲ ὅλες αὐτὲς τὶς φάσεις τῆς ἐπὶ γῆς ζωῆς του. Γι’ αὐτὸ καὶ τὶς ἀποτυπώνουμε στὶς ἱερές του εἰκόνες.

Φυσικὰ καὶ μποροῦμε νὰ εἰκονίζουμε τὴν Παναγία καὶ τοὺς ἁγίους.

Ἔχουμε λοιπὸν κάθε δικαίωμα νὰ εἰκονίζουμε τὸν Κύριο, ποὺ ὄντας Θεός, ἀόρατος καὶ ἀπερίγραπτος, ἔγινε καὶ ἄνθρωπος ὁρατός. «Ἐσκήνωσεν ἐν ἡμῖν καὶ ἐθεασάμεθα τὴν δόξαν αὐτοῦ» (Ἰω. 1, 14).

Καλὴ εὐλογημένη ἑβδομάδα! Καλὴ Σαρακοστή!

 

«Ἀντιύλη». Ἱ. Ν. Ἁγ. Βασιλείου, Πρέβεζα

Αρχή Νηστείας (π. Δημητρίου Μπόκου)

Ὁ Χριστὸς τονίζει τὴν τεράστια σημασία τῆς συγχώρησης πρὸς τοὺς ἀνθρώπους ποὺ μᾶς ἔφταιξαν καὶ τὴ θεωρεῖ ἀπόλυτη καὶ ἀναντικατάστατη προϋπόθεση γιὰ τὴ δική μας συγχώρηση ἀπὸ τὸν Θεό. Δὲν ὑποτιμᾶ ὅμως καὶ τὰ ἄλλα πνευματικὰ ἀγωνίσματα ποὺ πρέπει νὰ κάνουμε, ξεκινώντας ἀπὸ τὴ νηστεία, γιὰ τὴν ἀποδέσμευσή μας ὄχι μόνο ἀπὸ τὴν εὐχαρίστηση τοῦ φαγητοῦ, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ κάθε ἄλλη σωματικὴ φιληδονία, καὶ ἐπιπλέον ἀπὸ τὶς ζημιογόνες ἐγωκεντρικὲς προσκολλήσεις τῆς ψυχῆς, μὲ κυρίαρχη τὴν ἐπιθυμία γιὰ πλοῦτο καὶ θησαυρισμό, δηλαδὴ τὴ φιλαργυρία, ποὺ εἶναι κατ’ οὐσίαν εἰδωλολατρία. Ἐν ὄψει λοιπὸν τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς, τὰ ἀνωτέρω ζωτικὰ ἀθλήματα πρόκεινται ἀμέσως ἐνώπιόν μας (Κυριακὴ τῆς Τυρινῆς).

Εἴθισται βέβαια νὰ τονίζεται ὅτι ἡ νηστεία μόνο ἀπὸ τροφὲς δὲν ἔχει ἀξία, ἂν δὲν συνοδεύεται ἀπὸ τὴν παράλληλη ἄσκηση ἀποχῆς ἀπὸ κάθε κακία. Προσοχὴ ὅμως ἐδῶ! Ἂς μὴ φτάνουμε κατ’ εὐθείαν στὸ ἄλλο ἄκρο, στὴν πλήρη ἀπαξίωση τῆς νηστείας. «Καλὴ καρδιὰ νὰ ἔχεις, λένε μερικοί. Τί νὰ τὴν κάνεις τὴ νηστεία;» Ἔχει μεγάλη ὅμως ἀξία ἡ νηστεία καὶ καθ’ ἑαυτήν. Οὐσιαστικὰ εἶναι ἡ ἀρχὴ κάθε πνευματικοῦ ἀγώνα. Τὸ πρῶτο βῆμα στὴ σύνολη πνευματικὴ ἄσκηση. Μὲ τὴν ἀποχὴ ἀπὸ τὰ εὐχάριστα φαγητά, μᾶς ἐκπαιδεύει. Μᾶς μαθαίνει πῶς νὰ ἀπέχουμε καὶ ἀπὸ ἄλλες εὐχαριστήσεις. Πῶς νὰ ἔχουμε ὑπὸ ἔλεγχο τὶς ἐπιθυμίες ποὺ μᾶς ὠθοῦν στὴν ἐκτροπὴ ἀπὸ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ. Τὸ πρῶτο μάθημα τοῦ Θεοῦ πρὸς τὸν ἄνθρωπο ἦταν ἡ ἄσκηση τῆς νηστείας. Ὅρισε ἕνα δέντρο στὸν Παράδεισο καὶ εἶπε «οὐ φάγεσθε ἀπ’ αὐτοῦ» (Γεν. 2, 17). Ἀκόμα καὶ ὁ πιὸ ἀδύναμος πνευματικὰ ἄνθρωπος μπορεῖ νὰ καταφέρει σχετικὰ εὔκολα νὰ νηστέψει.

Γι’ αὐτὸ καὶ ὁ Κύριος δὲν παρέλειψε νὰ νομοθετήσει στὸ Εὐαγγέλιό του τὰ τῆς νηστείας. Καὶ ἡ Ἐκκλησία τὴν παρέλαβε καὶ τὴν ἔκαμε ἀρχὴ καὶ βάση τοῦ πνευματικοῦ ἀγώνα, καθορίζοντας πότε καὶ πῶς πρέπει νὰ νηστεύουμε μέσα στὸ λειτουργικὸ ἔτος. Πάνω ὅμως ἀπὸ ὅλους τοὺς περὶ νηστείας κανόνες ποὺ διαμορφώθηκαν ἀπὸ τὴν ἐκκλησιαστικὴ παράδοση, ἡ Ἐκκλησία διὰ τῶν θεοφόρων Πατέρων της ὅρισε ἕναν ἀπαράβατο γενικὸ κανόνα γιὰ τὴ νηστεία.

Ποιὸς εἶναι ὁ κανόνας αὐτός; Τὸ ὅτι δὲν παραδίδεται ἕνας καὶ μόνο τρόπος νηστείας. Ἐπειδὴ δὲν ἔχουν ὅλοι τὴν ἴδια ψυχικὴ καὶ σωματικὴ δύναμη, οἱ ἅγιοι Πατέρες δὲν παρέδωσαν ἕναν ἄκαμπτο κανόνα, μιὰ τυφλὴ γενικὴ συνταγὴ νηστείας, ποὺ νὰ ἰσχύει γιὰ ὅλους ἀναγκαστικά. Ὁ καθένας λοιπὸν νηστεύει

α) ἀνάλογα μὲ τὴν ἡλικία του. Ἀλλιῶς οἱ γέροι, ἀλλιῶς οἱ ἐνήλικες, ἀλλιῶς τὰ παιδιά.

β) ἀνάλογα μὲ τὴν ὑγεία του. Ἀλλιῶς οἱ γεροί, ἀλλιῶς οἱ ἀσθενικοί.

γ) ἀνάλογα μὲ τὴ σωματικὴ ἀντοχὴ καὶ ἰδιοσυγκρασία του. Ἕνα πλῆθος βιολογικοὶ καὶ ψυχολογικοὶ παράγοντες διαμορφώνουν τὴν ἰδιαίτερη φυσικὴ κατάσταση, τὴν κράση τοῦ κάθε ἀνθρώπου.

Μὲ τὸν τρόπο του λοιπὸν ὁ καθένας, μποροῦμε ὅλοι μας κάπως νὰ νηστέψουμε. Ἐκτὸς καὶ δὲν θέλουμε.

Ὅλα εἶναι θέμα δικῆς μας ἐπιλογῆς. Ὁ δικός μας Θεὸς δὲν ἀναγκάζει ποτέ! Προτείνει μόνο.

Καλὴ εὐλογημένη ἑβδομάδα! Καλὴ Σαρακοστή!

 

«Ἀντιύλη». Ἱ. Ν. Ἁγ. Βασιλείου, Πρέβεζα

Η Δευτέρα Παρουσία (π. Δημητρίου Μπόκου)

Ἡ Δευτέρα Παρουσία τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ θὰ εἶναι τὸ συγκλονιστικὸ ἐπιστέγασμα τῆς ἱστορίας τοῦ κόσμου, ἡ τελικὴ ἀποκατάσταση τῆς ὅλης δημιουργίας τοῦ Θεοῦ, ἡ ὁποία μέχρι τὴ στιγμὴ ἐκείνη θὰ συστενάζει καὶ θὰ συνωδίνει μὲ τὸν ἐκπεσόντα στὴν ἁμαρτία ἄνθρωπο. Τὰ πρωτόγνωρα γεγονότα θὰ συγκλονίσουν τὴ σύμπασα κτίση, φυσικὴ καὶ πνευματική, ἀνθρώπους καὶ ἀγγέλους. Ἀκόμα «καὶ αἱ δυνάμεις τῶν οὐρανῶν (οἱ ἀγγελικὲς τάξεις) σαλευθήσονται». Τὰ γεγονότα αὐτὰ θὰ εἶναι ἡ ἀνάσταση τῶν νεκρῶν, ἡ ἀνακαίνιση τοῦ σύμπαντος, ἡ θριαμβευτικὴ παρουσία τοῦ Χριστοῦ καὶ ἡ τελικὴ κρίση τῶν ἀνθρώπων (Κυριακὴ τῆς Ἀπόκρεω).

Θὰ προηγηθοῦν πολλὰ τρομακτικὰ σημεῖα πρὶν ἀπὸ τὴν ἐμφάνιση τοῦ Χριστοῦ, ποὺ θὰ προκαλέσουν μεγάλο φόβο στοὺς ἀνθρώπους. Ἀλλὰ καὶ μεγάλη σύγχυση. Θὰ φανερωθοῦν πολλοὶ ψευδόχριστοι. Ὁ καθένας θὰ διατείνεται ὅτι εἶναι ὁ Χριστός, ὁ Μεσσίας. Θὰ ἐμφανιστοῦν καὶ πολλοὶ ψευδοπροφῆτες, ποὺ θὰ ἰσχυρίζονται ὅτι ξέρουν ποῦ κρύβεται ὁ Χριστός. Θὰ κάνουν καὶ θαύματα, «σημεῖα μεγάλα καὶ τέρατα, ὥστε πλανῆσαι, εἰ δυνατόν, καὶ τοὺς ἐκλεκτούς».

Ὁ Χριστὸς ὅμως προειδοποιεῖ: «Τότε, ἂν σᾶς πεῖ κάποιος: Νά, ἐδῶ εἶναι ὁ Χριστὸς ἢ ἐδῶ, μὴν πιστέψετε. Ἂν σᾶς ποῦν: Νά, εἶναι στὴν ἔρημο, μὴ βγῆτε νὰ τὸν ψάξετε. Ἂν σᾶς ποῦν: Νά, μέσα σὲ κρυφὰ δωμάτια εἶναι κρυμμένος, μὴν πιστέψετε. Γιατί, ὅπως βγαίνει ἡ ἀστραπὴ ἀπὸ τὴν ἀνατολὴ καὶ φαίνεται ἀμέσως ὣς τὴ δύση, ἔτσι θὰ εἶναι καὶ ἡ παρουσία τοῦ Υἱοῦ τοῦ Ἀνθρώπου. Ὁλοφάνερη δηλαδὴ καὶ ἄμεσα ἀντιληπτὴ ἀπὸ ὅλη τὴν οἰκουμένη (Ματθ. 24, 23-27).

Τὸ στοιχεῖο αὐτό, ὅτι ἡ δεύτερη ἐμφάνιση τοῦ Χριστοῦ θὰ εἶναι ἀπολύτως φανερὴ σὲ ὅλους ἀνεξαιρέτως τοὺς ἀνθρώπους, τονίζεται ἰδιαιτέρως. Ὅλες οἱ φυλὲς τῆς γῆς, ὅλοι οἱ λαοί, Χριστιανοὶ καὶ μή, θὰ τὸν ἰδοῦν. Ὁ Χριστὸς θὰ ἔλθει «ἐπὶ τῶν νεφελῶν τοῦ οὐρανοῦ μετὰ δυνάμεως καὶ δόξης πολλῆς». Ἡ θέα του ὅμως δὲν θὰ προκαλέσει τὰ ἴδια συναισθήματα σὲ ὅλους. Δὲν θὰ χαροῦν ὅλοι μὲ τὴν παρουσία του. Ὅσοι ἀρνήθηκαν νὰ τὸν πιστέψουν καὶ τὸν ἀπέρριψαν, θὰ θρηνήσουν βλέποντάς τον καὶ θὰ κλάψουν. «Καὶ τότε κόψονται πᾶσαι αἱ φυλαὶ τῆς γῆς» (Ματθ. 24, 30).

Οἱ Χριστιανοὶ θὰ δοκιμαστοῦν δυνατὰ καὶ μὲ ἄλλους τρόπους πρὶν ἀπὸ τὸ τέλος τοῦ κόσμου. Οἱ ἀντίθεες δυνάμεις, οἱ ἐξουσίες τοῦ σκότους, φυσικὲς καὶ πνευματικές, συνασπισμένες ὑπὸ τὸ «θηρίον», ὅλοι αὐτοὶ «μετὰ τοῦ ἀρνίου πολεμήσουσι, καὶ τὸ ἀρνίον νικήσει αὐτούς, (δι)ὅτι Κύριος κυρίων ἐστί καὶ Βασιλεὺς βασιλέων, καὶ οἱ μετ’ αὐτοῦ κλητοὶ καὶ ἐκλεκτοὶ καὶ πιστοί».

Εἶναι λάθος λοιπὸν νὰ ἑστιάζουμε μόνο στὰ ἐπερχόμενα δεινὰ καὶ νὰ γεμίζουν φόβο καὶ τρόμο οἱ ψυχές μας. Ἂς βλέπουμε ὅτι ὅλα αὐτὰ ὁδηγοῦν στὴν ἐπικείμενη συντριπτικὴ νίκη τοῦ Ἀρνίου. Ὁ δράκοντας, ὁ ἀρχαῖος ὄφις, «ὁ πλανῶν τὴν οἰκουμένην», καὶ τὸ θηρίον καὶ ὁ ψευδοπροφήτης του, θὰ βληθοῦν «εἰς τὴν λίμνην τοῦ πυρὸς τὴν καιομένην ἐν θείῳ» (Ἀποκ. 17, 14. 19, 20. 20, 1, 10).

Ὁ Χριστὸς ἄλλωστε μᾶς λέει, νὰ ἀναθαρρήσουμε καὶ νὰ χαροῦμε γι’ αὐτό. «Ἀνακύψατε καὶ ἐπάρατε τὰς κεφαλὰς ὑμῶν, διότι ἐγγίζει ἡ ἀπολύτρωσις ὑμῶν». Νὰ τὸν περιμένουμε μὲ ἀναπτερωμένο φρόνημα, μὲ τὸ κεφάλι ψηλά. Βαδίζουμε πρὸς τὴν ἀπόλυτη συντριβὴ τοῦ κακοῦ.

Θάρρος! λέει ὁ Χριστός, «ἔρχομαι ταχύ! Ναί, ἔρχου, Κύριε Ἰησοῦ!» (Λουκ. 21, 28. Ἀποκ. 22, 21).

Καλὴ εὐλογημένη ἑβδομάδα! Καλὸ Τριδιο!

 

«Ἀντιύλη». Ἱ. Ν. Ἁγ. Βασιλείου, Πρέβεζα

Το πρώτο βερνίκι (π. Δημητρίου Μπόκου)

Ὁ ἄσωτος υἱὸς σκόρπισε στὴν ἀσωτία ὅλη τὴν περιουσία ποὺ κληρονόμησε ἀπὸ τὸν πατέρα του. Ἀφοῦ ἔφτασε στὸ ἔσχατο σημεῖο ἐξαθλίωσης, συνῆλθε. Συναισθάνθηκε τὸ κατάντημά του καὶ ἀποφάσισε νὰ ἐπιστρέψει στὸν πατέρα του καὶ νὰ ὁμολογήσει μπροστά του: Πατέρα μου, «ἥμαρτον εἰς τὸν οὐρανὸν καὶ ἐνώπιόν σου». Δὲν εἶμαι πιὰ ἄξιος νὰ λέγομαι γιός σου. Σὲ ντρόπιασα. Κάνε με ἁπλὸ ὑπηρέτη σου (Κυριακὴ ΙΖ΄ Λουκᾶ).

Κάποια στιγμὴ τὸ παιδί, τὸ κάθε παιδί, θὰ κάνει τὴ μικρὴ ἢ τὴ μεγάλη του ἐπανάσταση. Θὰ ἐπιδιώξει τὴ διαφοροποίηση ἀπὸ τὸ στάτους κβὸ τῆς πατρικῆς οἰκογένειας, διαρρηγνύοντας καμμιὰ φορὰ καὶ ἐντελῶς τοὺς δεσμούς του μαζί της. Κάποιες φορὲς ἡ ρήξη τροφοδοτεῖται ἀπὸ παθογένειες καὶ δυσλειτουργίες στὴ σχέση γονέων καὶ παιδιῶν, ἄλλες φορὲς ἴσως ὀφείλεται κυρίως στὴν τάση τοῦ νέου ἀνθρώπου νὰ δημιουργήσει τὸ δικό του, διαφορετικὸ ἀπὸ τὰ οἰκογενειακὰ στάνταρ, προφίλ.

Ὁ νέος ἄνθρωπος διαπνέεται ἔντονα ἀπὸ ἀέρα ἐλευθερίας, ποὺ τὸν ὁδηγεῖ κάποτε ἀκόμα καὶ σὲ ἐχθρικὴ στάση πρὸς ὅ,τι τοῦ θυμίζει τὴ ζωή του στὴν πατρικὴ ἑστία. Συνήθως καὶ ἡ σχέση μὲ τὸν Θεὸ ἀνήκει στὶς ἀξίες ποὺ ἀπεμπολεῖ εὔκολα ὁ νέος ἄνθρωπος, στὴν προσπάθειά του νὰ ἀποδεσμευτεῖ ἀπὸ καθετὶ ποὺ τὸν δένει μὲ τὸ παρελθόν. Τὸ περιγράφει ὡραῖα ὁ ποιητής:

«Δὲν θὰ σὲ ποῦμε πιὰ πατέρα,

δὲν θὰ σὲ ποῦμε πλάστη πιά,

ποθοῦμε λευτεριᾶς ἀγέρα,

κοντὰ σὲ σένα εἶν’ ἡ σκλαβιά».

(Γ. Βερίτης, Τρεῖς φωνές).

Ἡ περαιτέρω πορεία τοῦ ἀνθρώπου αὐτοῦ, στὴν πιὸ ἀκραία της ἴσως μορφή, περιγράφεται στὴν παραβολὴ τοῦ ἀσώτου υἱοῦ. Κομβικό της σημεῖο, ἡ στιγμὴ ποὺ ὁ ἄσωτος ἔρχεται «εἰς ἑαυτόν». Ὅταν συναισθάνεται τὴν ἀθλιότητά του.

Μὰ ἐξίσου σπουδαιότατη στιγμὴ εἶναι ἡ ἀπόφασή του νὰ ἐπιστρέψει στὸν πατέρα του. Δὲν τὸ κάνουν ὅλοι αὐτό. Ἀκόμα κι ἂν συναισθάνονται τὸ ἀδιέξοδο τῆς πορείας τους, κάποιοι δὲν ἐπιστρέφουν στὴν πατρική τους ἑστία ποτέ. Ὅταν δὲν θυμοῦνται τίποτε καλὸ ἀπὸ αὐτήν. Ὅταν δὲν ἔχουν βιώσει καμμιὰ ἀγάπη, καμμιὰ ζεστασιὰ στὸ οἰκογενειακὸ περιβάλλον.

Τὸ ἴδιο συμβαίνει καὶ στὴ σχέση τους μὲ τὸν Θεό. Πῶς νὰ τὴν ξαναφτιάξουν, ὅταν αὐτὴ δὲν ἔχει προϋπάρξει ποτέ; Ἀνησυχοῦμε πολὺ οἱ γονεῖς, φυσικὸ εἶναι, ὅταν τὰ παιδιά μας μεγαλώνοντας χαλαρώνουν, φεύγουν ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία, παρεκκλίνουν ἀπὸ τὸν δρόμο τοῦ Θεοῦ. Μᾶς πνίγει ἡ ἀγωνία. Καὶ προσπαθοῦμε μὲ κινήσεις σπασμωδικὲς συνήθως καὶ ἀγχώδεις νὰ τὰ ἐπαναφέρουμε στὸν (καθ’ ἡμᾶς) ἴσιο δρόμο, μὲ ἀποτέλεσμα μηδέν. Τί θὰ μποροῦσε νὰ γίνει;

Λέγει ὁ ἅγιος Παΐσιος: «Τὰ παιδιὰ τὰ καθοδηγοῦμε, πότε αὐστηρὰ πότε μὲ ἐπιείκεια, μέχρι τὸν πρῶτο χρόνο τῆς ἐφηβείας. Μετά, φερμουὰρ (στὸ στόμα). Μετά, νὰ μιλοῦν τὰ γόνατα. Ἂν ποτιστεῖ τὸ ξύλο ἀπὸ τὸ πρῶτο βερνίκι, αὐτὸ τὸ βερνίκι δὲν ἀλλοιώνεται».

Τὸ θέμα λοιπὸν εἶναι τί σχέση ἔχει καλλιεργηθεῖ κατὰ τὰ παιδικὰ χρόνια ἀνάμεσα στὸ παιδὶ καὶ τοὺς γονεῖς, ἀνάμεσα στὸ παιδὶ καὶ τὸν Θεό. Ἂν οἱ γονεῖς τοῦ δώσαμε ἀγάπη σωστή, ἂν τοῦ ἐμπνεύσαμε μιὰ παρόμοια σχέση καὶ μὲ τὸν Θεό, τὸ παιδὶ θὰ ἔχει γέφυρες νὰ ἐπιστρέψει.

Ὁ ἄσωτος ἐπέστρεψε, γιατὶ εἶχε νὰ θυμᾶται βιώματα παιδικά. Ἤξερε ποῦ ἐπιστρέφει. Εἶχε γνωρίσει τὸν πατέρα του ὡς ἀγάπη.

Τὸ πρῶτο βερνίκι λοιπὸν δὲν χάνεται ποτέ.

Καὶ ἂν δὲν τὸ δώσαμε στὰ παιδιά μας, τοὐλάχιστον ἂς μετανοοῦμε. Ἔχει δύναμη πολλὴ ἡ μετάνοια. Διορθώνει πολλὰ στραβὰ πράγματα.

Καλὴ εὐλογημένη ἑβδομάδα! Καλὸ Τριῴδιο!

 

«Ἀντιύλη». Ἱ. Ν. Ἁγ. Βασιλείου, Πρέβεζα

Η ευθύνη των Χριστιανών (π. Δημητρίου Μπόκου)

Ὁ τελώνης καὶ ὁ φαρισαῖος εἶναι οἱ δυὸ ἐμβληματικότερες ἴσως μορφὲς στὴ διδασκαλία τοῦ Χριστοῦ. Ἀποτυπώνουν δυὸ ὁριακές, διαμετρικὰ ἀντιμέτωπες μεταξύ τους, καταστάσεις τῆς ἀνθρώπινης ψυχῆς. Τοῦ ὕψους καὶ τοῦ βάθους. Δυὸ καταστάσεις ποὺ ἡ ἔννοιά τους κινεῖται μὲ ἀνεστραμμένο τρόπο. Αὐτὸ ποὺ ὑψώνεται καὶ φαίνεται σπουδαῖο καὶ τρανὸ στὰ ἀνθρώπινα μάτια, εἶναι κατ’ οὐσίαν μηδαμινὸ γιὰ τὸν Θεὸ καὶ ἀπορριπτέο. Καὶ ἀντιστρόφως. Τὸ χαμηλὸ καὶ ἀσήμαντο γιὰ τὸν κόσμο μπορεῖ νὰ πάρει ἀπροσμέτρητες διαστάσεις στὰ μάτια τοῦ Θεοῦ.

Τί εἴμαστε οἱ σημερινοὶ Χριστιανοί; Φαρισαῖοι ἢ τελῶνες; Γιὰ τὴν ἀκρίβεια, θὰ λέγαμε καὶ τὸ ἕνα καὶ τὸ ἄλλο, ἢ μᾶλλον οὔτε τὸ ἕνα οὔτε τὸ ἄλλο. Γιατὶ ἔχουμε πάρει κάτι ἀπὸ τὸν καθένα καὶ μάλιστα τὸ κακὸ καὶ ὄχι τὸ καλό. Πήραμε τὴν καύχηση τοῦ φαρισαίου χωρὶς τὶς ἀρετές του καὶ τὶς ἁμαρτίες τοῦ τελώνη χωρὶς τὴ μετάνοιά του. Καὶ τὴν καύχηση μὲν τοῦ φαρισαίου εὔκολα μπορεῖ νὰ τὴν ἀποκτήσει ὁ καθένας, ἀλλὰ τὶς ἁμαρτίες τοῦ τελώνη; Εἴμαστε τόσο ἁμαρτωλοί;

Ἂς μὴν ἀνατρέξουμε αὐτὴ τὴ φορὰ στὶς προσωπικές μας ἁμαρτίες. Ἂς σταθοῦμε στὴ συλλογικὴ ἁμαρτία μας. Στὸν τόπο μας συντελέστηκε τὶς μέρες αὐτὲς ἕνα φριχτὸ ἀνοσιούργημα. Ψηφίστηκε νομοσχέδιο ποὺ δίνει τὴ δυνατότητα γάμου σὲ ὁμοφυλόφιλα ζευγάρια. Ἂν καὶ ὁ νόμος τοῦ Θεοῦ τοποθετεῖ τὴν ὁμοφυλοφιλία «εἰς πάθη ἀτιμίας», στὶς αἰσχρότερες ἁμαρτίες (Ρωμ. 1, 26), ὁ ἄνθρωπος ὕψωσε θρασεῖα τὴ φωνή του ὑποστηρίζοντας τὸ ἀντίθετο. Ἀπὸ ἐπίσημα καὶ μὴ στόματα διαφημίστηκε τὸ σκοτάδι γιὰ φῶς. Μὲ ἀναισχυντία εἰπώθηκε ὅτι ἡ σχέση αὐτὴ δὲν εἶναι ἁμαρτία. Ὅτι δὲν ἔχει δίκιο, ὅτι λέει ψέματα ὁ Θεός. Βλασφημήθηκε ἔτσι τὸ Ἅγιο Πνεῦμα. Τὸ φῶς τοῦ Θεοῦ, ἡ ἀλήθεια, παρουσιάστηκε σὰν σκοτάδι, μεσαίωνας!

Ἀλλοίμονο ὅμως σ’ αὐτοὺς ποὺ λένε τὸ κακὸ καλὸ καὶ τὸ καλὸ κακό. «Οὐαὶ οἱ λέγοντες τὸ πονηρὸν καλὸν καὶ τὸ καλὸν πονηρόν, οἱ τιθέντες τὸ σκότος φῶς καὶ τὸ φῶς σκότος, …τὸ γλυκὺ πικρὸν καὶ τὸ πικρὸν γλυκύ» (Ἡσ. 5, 20). Μὰ θὰ πεῖ κανείς, οἱ ἄρχοντες τὸ ψήφισαν, ὄχι ὁ λαός. Ναί, μὰ οἱ ἄρχοντες ποὺ ἔστειλε ἐκεῖ μὲ τὴν παντοδύναμη ψῆφο του ὁ λαός. Οἱ ἄρχοντες τὸ ψήφισαν μὲ τὴν ἀνοχὴ τοῦ λαοῦ. Οἱ ἄρχοντες, μὲ τὴν παθητικὴ στάση, τὴν ἀδιαφορία τοῦ λαοῦ. Οἱ ἄρχοντες, μὲ τὴ συμφωνία τελικὰ τοῦ λαοῦ, ποὺ δὲν τοὺς «ἔκραξε» καὶ δὲν τοὺς ἀνακάλεσε στὶς εὐθύνες τους. Μὲ τὸ χέρι τῶν ἀρχόντων του συνυπέγραψε καὶ ὁ λαός. Ἁμάρτησε ὅλος ὁ λαός.

Οἱ ἄνθρωποι εἶναι ἐλεύθεροι νὰ ἁμαρτάνουν, μὰ πρέπει νὰ σκέφτονται πολὺ σοβαρὰ ὅταν νομοθετοῦν ἐνάντια στὸν Θεὸ καὶ μετακινοῦν τὰ «ὅρια αἰώνια, ἃ ἔθεντο οἱ πατέρες» τους (Παρ. 22, 28). Λέει ὁ ἅγιος Παΐσιος: «Ὅταν παραβαίνει ἕνας ἄνθρωπος μιὰ ἐντολὴ τοῦ Εὐαγγελίου, εὐθύνεται μόνο αὐτός. Ὅταν ὅμως κάτι ποὺ ἀντίκειται στὶς ἐντολὲς τοῦ Εὐαγγελίου γίνεται ἀπὸ τὸ κράτος νόμος, τότε ἔρχεται ἡ ὀργὴ τοῦ Θεοῦ σὲ ὅλο τὸ ἔθνος, γιὰ νὰ παιδαγωγηθεῖ».

Οἱ Χριστιανοὶ εἴμαστε συνυπεύθυνοι, συνεργοί, συνυπαίτιοι μὲ τὸν ὑπόλοιπο λαὸ καὶ τοὺς ἄρχοντες, στὸν βαθμὸ ποὺ τηρήσαμε τὴν ἴδια στάση μ’ αὐτοὺς καὶ δὲν διαχωρίσαμε τὴ θέση μας. Οἱ εὐθύνες μας εἶναι βαρύτατες σὲ ὅλο τὸ σῶμα τῆς Ἐκκλησίας. Ἀπὸ τὶς κεφαλές, ἐπισκόπους, ἱερεῖς μας, μέχρι τὸν τελευταῖο πιστό. Γιὰ τὴ σύμπλευση ἐν πολλοῖς μαζί τους. Γιὰ τὰ μασημένα λόγια, γιὰ τὸν διστακτικό, φοβισμένο, ὑστερόβουλο, εὐθυνόφοβο, μπερδεμένο καὶ ὄχι ξεκάθαρο τελικὰ τρόπο μας.

Μετανοοῦμε καθόλου γι’ αὐτό; Ἢ δὲν νιώθουμε κἂν τέτοια ἀνάγκη;

Ἡ τελωνικὴ ταπείνωση ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, ἔστω καὶ τώρα, δὲν εἶναι ἄσκοπη.

Καλὴ εὐλογημένη ἑβδομάδα! Καλὸ μήνα! Καλὸ Τριδιο!

 

«Ἀντιύλη». Ἱ. Ν. Ἁγ. Βασιλείου, Πρέβεζα

Θέμα εμπιστοσύνης (π. Δημητρίου Μπόκου)

Πολλὲς ἀρετὲς ἔδειξε ἡ Χαναναία (εἰδωλολάτρισσα) γυναίκα, ποὺ ζήτησε βοήθεια ἀπὸ τὸν Χριστό, ἐπειδὴ ἡ κόρη της βασανιζόταν σκληρὰ ἀπὸ δαιμόνιο. Ταπεινώθηκε μπροστά του, ἀποδεχόμενη τὴν «προσβολὴ» τοῦ Χριστοῦ ὅτι αὐτὴ δὲν ἀνήκει στὰ ἐκλεκτὰ παιδιὰ τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ εἶναι μόνο ἕνα σκυλάκι. Κυνάριο. Δὲν ἀγανάκτησε. Δὲν ἀπελπίστηκε. Δὲν πρόβαλε ἀπαιτήσεις καὶ δικαιώματα στὸν Χριστό. Ζήτησε τὸ ἐλάχιστο. Μερικὰ ψίχουλα. Ὡς ὁ ἔσχατος τῶν ἀνθρώπων. Καὶ παρὰ τὴν «ἀπόρριψή» της ἀπὸ τὸν Χριστό, δὲν ἔχασε τὴν ὑπομονή, τὴν ἐλπίδα καὶ τὴν πίστη της, ὅτι θὰ πετύχει τὸ ζητούμενο. Καὶ ὁ Χριστὸς ποὺ ἔπραττε τὰ πάντα γιὰ νὰ διδάξει καὶ νὰ ὠφελήσει, τὴ βράβευσε. Ὄχι μὲ λίγα ψίχουλα, ἀλλὰ μὲ πλήρη ἱκανοποίηση τοῦ αἰτήματός της (Κυριακὴ ΙΖ΄ Ματθαίου).

Τί ὑπέροχο πράγμα νὰ ἐπαινεῖ κάποιον ὁ ἴδιος ὁ Χριστός! Νὰ ἀξιολογεῖ ἐκεῖνος τὴ συμπεριφορά μας, νὰ τὴ ζυγίζει μὲ τὰ δικά του μέτρα καὶ νὰ τὴ βρίσκει ἀξιέπαινη. Νὰ τὴν ἀποδεικνύει σύμφωνη μὲ ὅσα ἐκεῖνος ὁρίζει καὶ νομοθετεῖ.

Ἀπὸ ὅλες τὶς ἀρετὲς τῆς Χαναναίας ὁ Χριστὸς ἀναφέρθηκε στὴ μεγάλη της πίστη. «Ὦ γύναι, μεγάλη σου ἡ πίστις! Γενηθήτω σοι ὡς θέλεις». Στάθηκε στὴν πίστη, γιατὶ τὴ θεωρεῖ θεμέλιο ὅλων τῶν ἄλλων ἀρετῶν. Ἡ πίστη προϋποθέτει γνωριμία μὲ τὸν Θεό. Πῶς νὰ πιστέψεις σὲ κάτι ποὺ δὲν γνωρίζεις; Πῶς νὰ ἐμπιστευθεῖς κάποιον ποὺ σοῦ εἶναι ἄγνωστος; Πίστη εἶναι ἡ ἐμπιστοσύνη στὸ πρόσωπο τοῦ Θεοῦ. Ὄχι μιὰ θεωρητικὴ ἁπλῶς παραδοχή, ἕνα λογικὸ ἐπιχείρημα ποὺ θέλει νὰ μᾶς πείσει γιὰ τὴν ὕπαρξή του. Καὶ ἡ ἐμπιστοσύνη στὸ πρόσωπό του βαθαίνει ἀπὸ τὴ σχέση μας μαζί του. Καὶ ἡ σχέση προάγεται καὶ ἀναπτύσσεται, ὅσο περισσότερο τηροῦμε τὶς ἐντολές του. Εἶναι τρόπος ζωῆς ποὺ μᾶς φέρνει ὅλο καὶ ἐγγύτερα πρὸς αὐτόν. Δὲν θὰ τὸν γνωρίσουμε μὲ θεωρητικὲς ἀναζητήσεις μόνο, ἂν δὲν φροντίζουμε νὰ εὐθυγραμμίζεται καὶ ἡ ζωή μας μὲ τὸν τρόπο ποὺ μᾶς ὑποδεικνύει ἡ διδασκαλία του.

Ἡ Χαναναία εἶχε βαθειὰ ἐμπιστοσύνη στὸν Θεό. Ἂν καὶ ὁ Θεὸς τὴν ὑπέβαλε σὲ δοκιμασία, καὶ ἡ φτωχὴ γυναίκα συνάντησε «τοῖχο» στὸ ἐπίμονο αἴτημά της καὶ βίωσε ἀρχικὰ τὴν ἀπόρριψη ἐκ μέρους του, δὲν κάμφθηκε οὔτε στὸ ἐλάχιστο. Ἤξερε ὅτι βρισκόταν μπρὸς στὴ μέγιστη εὐσπλαχνία. Εἶχε μπροστά της αὐτὸν ποὺ ἦταν τὸ μέγα ἔλεος. Δὲν ἀπελπίστηκε. Ἡ πίστη της δὲν κλονίστηκε καθόλου, ἀλλὰ ἐπέμενε κρούοντας τὴ θύρα. Ἦταν σίγουρη ὅτι «τῷ κρούοντι ἀνοιγήσεται». Θὰ ἔφτανε σίγουρα καὶ σ’ αὐτὴν κάτι ἀπὸ τὸ περίσσευμα τῆς θείας ἀγάπης. Καὶ δὲν διαψεύστηκε.

Πολλὲς φορὲς βρισκόμαστε στὴ θέση τῆς Χαναναίας. Ἡ ζωή μας εἶναι γεμάτη προβλήματα. Οἱ δυσκολίες της μᾶς ὑπερβαίνουν. Βλέπουμε κλειστοὺς τοὺς ὁρίζοντες γύρω μας. Βιώνουμε τὴν ἔσχατη δυσπραγία. Ἡ ψυχή μας βρίσκεται σὲ τρομερὴ δυσθυμία, σὲ ἀπελπισία καὶ ἀπογοήτευση. Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος βίωσε μιὰ παρόμοια κατάσταση. «Τὰ καλὰ χάθηκαν, λέει, ἔμειναν γυμνὰ τὰ κακά. Ἀρμενίζω μέσα στὴ νύχτα. Πουθενὰ φῶς. “Χριστὸς καθεύδει”».

Νιώθουμε κάποτε νὰ μᾶς ἔχει ἐγκαταλείψει ἀκόμα καὶ ὁ Θεός. Νὰ μὴν ἀπαντάει στὰ αἰτήματά μας. Ἐκεῖ ὅμως χρειάζεται ἡ ἀπόλυτη ἐμπιστοσύνη μας στὸ πρόσωπό του. Ἂς ἐπιμένουμε. Μὴν ἀπελπιζόμαστε. Ὁ Χριστὸς μπορεῖ νὰ φαίνεται ὅτι κοιμᾶται στὴν πρύμνη τοῦ πλοίου μας. Στὴν πραγματικότητα ὅμως εἶναι μαζί μας. Δὲν μᾶς χάνει ποτὲ ἀπὸ τὰ μάτια του.

Καὶ ἀρκεῖ ἕνα βλέμμα του στὴν ἀγριεμένη θάλασσα, γιὰ νὰ γίνει «γαλήνη μεγάλη» (Μάρκ. 4, 35-41).

Καλὴ εὐλογημένη ἑβδομάδα!

 

«Ἀντιύλη». Ἱ. Ν. Ἁγ. Βασιλείου, Πρέβεζα

Σοφία ή πανουργία; (π. Δημητρίου Μπόκου)

Ἡ ὀψιμότητα τοῦ Πάσχα φέτος μετατοπίζει αἰσθητὰ καὶ τὴν ἔναρξη τοῦ Τριῳδίου καὶ τῆς Μεγάλης Σαρακοστῆς, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ μὴν ἐπαρκοῦν πλέον τὰ κανονισμένα ἀναγνώσματα τῶν Κυριακῶν τοῦ Λουκᾶ. Γιὰ τὶς ἑπόμενες τρεῖς Κυριακὲς λοιπόν, καταφεύγουμε στὰ πλεονάζοντα γιὰ τὸν σκοπὸ αὐτὸ ἀναγνώσματα τῶν Κυριακῶν τοῦ Ματθαίου.

Ἔτσι, σήμερα (Κυριακὴ ΙΕ΄ Ματθαίου), βλέπουμε κάποιον νομικό, γνώστη δηλαδή, ἑρμηνευτὴ καὶ διδάσκαλο τοῦ μωσαϊκοῦ νόμου, νὰ θέτει ἕνα ἐρώτημα στὸν Χριστό: Ποιὰ εἶναι ἡ μεγαλύτερη ἐντολὴ κατὰ τὸν μωσαϊκὸ νόμο; Ὁ νομικὸς ὑπέβαλε στὸν Χριστὸ τὴν ἐρώτηση «πειράζων αὐτόν». Ὁ Χριστὸς ἀπάντησε ἀμέσως ὅτι πρώτη σὲ σπουδαιότητα ἐντολὴ εἶναι ἡ ἀγάπη πρὸς τὸν Θεὸ καὶ δεύτερη ἰσάξιά της ἡ ἀγάπη πρὸς τὸν συνάνθρωπο.

Ἡ ἐνέργεια τοῦ νομικοῦ ἐντάσσεται στὴ γενικότερη καὶ ἀπὸ κοινοῦ προσπάθεια τῶν Φαρισαίων, τῶν Ἡρωδιανῶν, τῶν Σαδδουκαίων, τῶν ἀρχιερέων, τῶν γραμματέων καὶ τῶν νομικῶν, «ὅπως παγιδεύσωσιν ἐν λόγῳ» τὸν Χριστό. Ἐπιστρατεύτηκαν ὅλοι γιὰ νὰ πιάσουν «ἀδιάβαστο» τὸν νομοδότη καὶ νομοθέτη.

Ὁ Χριστὸς βέβαια, ποὺ γνωρίζει ὅλων τοὺς διαλογισμούς, φανέρωνε τὶς πλεκτάνες τους. «Τί με πειράζετε, ὑποκριταί;» ἔλεγε. Τοὺς ἀποκαλοῦσε εὐθέως ὑποκριτές, ἐπειδὴ κάτω ἀπὸ τὰ ἀθῶα δῆθεν ἐρωτήματα ἔκρυβαν πανουργία. Τὴν πονηρή τους πρόθεση νὰ τὸν παγιδεύσουν. Μέσα στὴν ἀλαζονεία τῆς «σοφίας» τους, πιστεύοντας ὅτι κατέχουν σὲ βάθος τὰ πράγματα, προσπαθοῦσαν νὰ τὸν ὑποβάλουν σὲ ἐξετάσεις. Ἔλπιζαν νὰ τὸν «στριμώξουν» μὲ τὰ παιδαριώδη τεχνάσματα τῆς ὑπερτιμημένης τους λογικῆς καὶ νὰ τὸν ἀποδείξουν ἀναξιόπιστο στὰ μάτια τοῦ λαοῦ. Μὰ ὁ Χριστὸς διέφευγε πανεύκολα τὶς παγίδες τους. Ὁ δημιουργὸς τοῦ νόμου μποροῦσε ποτὲ νὰ εἶναι ἀδαὴς σὲ ὅσα ὁ ἴδιος νομοθέτησε;

Ἐν συνεχείᾳ ὁ Χριστὸς ἀντέστρεψε τὰ πράγματα. Πέρασε στὴν ἀντεπίθεση. Ὥστε θεωρεῖστε σοφοὶ καὶ ἔξυπνοι; Νὰ σᾶς ρωτήσω κι ἐγὼ λοιπὸν κάτι. Τί γνώμη ἔχετε γιὰ τὸν Μεσσία ποὺ περιμένετε, δηλαδὴ τὸν Χριστό; Τίνος θὰ εἶναι υἱὸς (ἀπόγονος); Τοῦ Δαυΐδ, ἀπάντησαν ἐκεῖνοι. Τότε γιατί ὁ Δαυΐδ, μιλώντας μὲ τὸν φωτισμὸ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, τὸν ἀποκαλεῖ Κύριό του; Λέει ὁ Δαυΐδ σὲ ἕναν ψαλμὸ (109, 1): Εἶπε ὁ Κύριος (ὁ Θεὸς) στὸν Κύριό μου (τὸν Μεσσία-Χριστό), κάθισε στὰ δεξιά μου μέχρι νὰ βάλω τοὺς ἐχθρούς σου ὑποπόδιο στὰ πόδια σου. Συνεπῶς, ἂν ὁ Δαυΐδ τὸν ὀνομάζει Κύριο, πῶς γίνεται νὰ εἶναι υἱός του; (Ἄρα ὁ Χριστὸς δὲν εἶναι μόνο υἱὸς τοῦ Δαυΐδ, ἀλλὰ καὶ τοῦ Θεοῦ. Καὶ ὡς Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, εἶναι Κύριος τοῦ Δαυΐδ).

Ἀπὸ τοὺς «σοφοὺς» ἑρμηνευτὲς τοῦ νόμου κανένας δὲν μπόρεσε νὰ ἀπαντήσει οὔτε λέξη στὸν Χριστό. Καὶ μιὰ καὶ ἀποστομώθηκαν ἔτσι, δὲν ξανατόλμησαν ἀπὸ ἐκείνη τὴν ἡμέρα νὰ τὸν ξαναρωτήσουν τίποτε. «Φάσκοντες (ἰσχυριζόμενοι ὅτι) εἶναι σοφοὶ ἐμωράνθησαν» (Ρωμ. 1, 22).

Ἀλλὰ τὸ ἴδιο γίνεται καὶ σήμερα. «Ὅλος ὁ σύγχρονος πολιτισμὸς εἶναι στραμμένος ἐναντίον τοῦ Χριστοῦ. Ὅλες οἱ μοντέρνες ἐπιστῆμες συναγωνίζονται ποιὰ θὰ καταφέρει τὸ ἰσχυρότερο χτύπημα στὴ διδαχὴ τοῦ Χριστοῦ, …νομίζοντας ὅτι χωρὶς τὸν Χριστὸ μποροῦμε νὰ κάνουμε τὰ πάντα» (ἅγ. Νικόλαος Βελιμίροβιτς).

Ξεχνοῦν ὅτι ὁ Χριστὸς παίζει τοὺς «σοφοὺς» στὰ δάχτυλά του (Α΄ Κορ. 3, 19).

Καλὴ εὐλογημένη ἑβδομάδα!

 

«Ἀντιύλη». Ἱ. Ν. Ἁγ. Βασιλείου, Πρέβεζα

Δόξα τῷ Θεῷ για όλα! (π. Δημητρίου Μπόκου)

Δέκα λεπροὺς θεράπευσε κάποτε ὁ Χριστός. Μόνο ἕνας ὅμως ἐπέστρεψε νὰ τοῦ πεῖ εὐχαριστῶ. Καὶ αὐτὸς δὲν ἦταν κἂν ἀπὸ τὸν ἐκλεκτὸ λαὸ τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ «ἀλλογενής», ἕνας Σαμαρείτης. Ὁ Χριστὸς ἐπισήμανε τὸ γεγονός, δείχνοντας ὅτι δίνει μεγάλη σημασία στὸ εἶδος συμπεριφορᾶς ποὺ υἱοθετοῦμε ἀπέναντί του (Κυριακὴ ΙΒ΄ Λουκᾶ). Γιατί ἄραγε;

Ἔχει νὰ κερδίσει κάτι ἀπὸ μᾶς; Περιμένει νὰ τοῦ προσφέρουμε κάτι ποὺ τοῦ λείπει; Ὄχι βέβαια! «Οἱ εὐχαριστίες τῶν ἀνθρώπων δὲν θὰ κάνουν σπουδαιότερο τὸν Θεό, δὲν θὰ τὸν κάνουν πιὸ δυνατό, πιὸ ἔνδοξο, πιὸ πλούσιο ἢ πιὸ ζωντανό. Ὅλα αὐτὰ θὰ τὰ ἀποκτήσουν οἱ ἄνθρωποι. Ἡ εὐγνωμοσύνη τῶν ἀνθρώπων δὲν θὰ προσθέσει τίποτα στὴν εἰρήνη καὶ τὴ μακαριότητα τοῦ Θεοῦ, θὰ προσθέσει τὰ χαρακτηριστικὰ αὐτὰ ὅμως στοὺς ἀνθρώπους. Ἡ εὐχαριστία καὶ ἡ δοξολογία πρὸς τὸν Θεὸ δὲν θ’ ἀλλάξει σὲ τίποτα τὴν ὕπαρξή Του, θ’ ἀλλάξει ὅμως κάτι στὴν ὕπαρξη τοῦ ἀνθρώπου.

Ὁ Θεὸς δὲν ἔχει ἀνάγκη τὴν εὐγνωμοσύνη μας, οὔτε καὶ τὶς προσευχές μας. Ὁ ἴδιος ὁ Κύριος εἶπε: ‘‘Οἶδε γὰρ ὁ Πατὴρ ὑμῶν ὧν χρείαν ἔχετε πρὸ τοῦ ὑμᾶς αἰτῆσαι αὐτὸν’’ (Ματθ. 6, 8). Καὶ ὅμως δίδαξε τοὺς μαθητές του ὅτι πρέπει πάντοτε νὰ προσεύχονται καὶ μάλιστα νὰ μὴν ἀποθαρρύνονται, ἂν τυχὸν οἱ προσευχὲς δὲν εἰσακούονται ἀμέσως (Λουκ. 18, 1). Ὁ Θεὸς δὲν ἔχει ἀνάγκη τὶς προσευχές μας, μᾶς προτρέπει ὅμως νὰ προσευχόμαστε. Δὲν ἔχει ἀνάγκη τὴν εὐγνωμοσύνη μας, ἀλλὰ τὴν ἀπαιτεῖ ἀπὸ μᾶς» (ἅγ. Νικόλαος Βελιμίροβιτς). Γιατί ἄραγε;

Ἐπειδὴ ἡ εὐχαριστιακὴ σχέση εἶναι ἡ μόνη ἀληθινὴ σχέση μὲ τὸν Θεό. Ὅ,τι καὶ ἂν συμβαίνει στὴ ζωή μας, λύπη ἢ χαρά, εἶναι δευτερεῦον καὶ ἀσήμαντο μπρὸς σ’ αὐτὸ ποὺ ἔκανε ὁ Θεὸς γιὰ μᾶς. Ποιὸ εἶναι αὐτό; «Σύ, ἐκ τοῦ μὴ ὄντος εἰς τὸ εἶναι ἡμᾶς παρήγαγες». Καὶ δὲν ἀρκέστηκε μόνο νὰ μᾶς φέρει στὴν ὕπαρξη. Ἀλλὰ καὶ ὅταν ἐμεῖς παραστρατήσαμε καὶ πέσαμε, Ἐκεῖνος δὲν σταμάτησε νὰ κάνει τὰ πάντα, μέχρι νὰ μᾶς ἀνεβάσει πάλι στὸν οὐρανὸ καὶ νὰ μᾶς χαρίσει τὴ μέλλουσα Βασιλεία του. Γιὰ ὅλα αὐτὰ τὸν εὐχαριστοῦμε, εἴτε τὰ γνωρίζουμε εἴτε ὄχι, γιὰ ὅλες τὶς φανερές, ἀλλὰ καὶ ἀφανεῖς εὐεργεσίες ποὺ ἔκανε σὲ μᾶς. Ἐπειδὴ ὅλα ὅσα ἐπιτρέπει ὁ Θεὸς στὴ ζωή μας, εἴτε εὐχάριστα εἴτε δυσάρεστα, εἶναι γιὰ τὴν πνευματική μας ὠφέλεια καὶ σωτηρία.

Καὶ εἶναι αὐτονόητο βέβαια νὰ τὸν εὐχαριστοῦμε γιὰ τὶς χαρές μας, πράγμα ποὺ καὶ αὐτὸ συνήθως τὸ ξεχνᾶμε. Ἀλλὰ πολὺ περισσότερη ἀξία ἔχει νὰ τὸν εὐχαριστοῦμε καὶ νὰ τὸν δοξάζουμε στὶς λύπες καὶ τὰ βάσανα. Νὰ λέμε συνεχῶς «δόξα τῷ Θεῷ πάντων ἕνεκεν». Γιὰ ὅλα (ἅγ. Ἰω. Χρυσόστομος).

Μὰ δὲν φτάνει οὔτε αὐτό. Ἡ καθημερινή μας εὐχαριστία πρέπει νὰ ἐκβάλλει πάντα στὴ Θεία Εὐχαριστία. Μὲ ἄλλα λόγια: Δὲν ὑπάρχει τίποτε ἀνώτερο νὰ προσφέρουμε στὸν Θεό, ἀπ’ τὸ νὰ καταθέτουμε τὴν ἀτομικὴ μικρή μας εὐχαριστία ὅλοι μαζὶ στὸν βωμὸ μιᾶς ὑπέρτατης, ὑπὲρ τοῦ κόσμου παντός, κοινῆς προσφορᾶς «κατὰ πάντα καὶ διὰ πάντα», ὑμνώντας, εὐλογώντας καὶ εὐχαριστώντας τὸν Κύριο ὑπὲρ «τοῦ σταυροῦ, τοῦ τάφου, τῆς τριημέρου ἀναστάσεως, τῆς εἰς οὐρανοὺς ἀναβάσεως, τῆς ἐκ δεξιῶν καθέδρας, τῆς δευτέρας καὶ ἐνδόξου πάλιν παρουσίας» του.

Νιώθεις ἄραγε τὴν ἀνάγκη νὰ εὐχαριστεῖς τὸν Θεὸ γιὰ ὅλα αὐτὰ «ἐν παντὶ καιρῷ»;

Καλὴ εὐλογημένη ἑβδομάδα!

 

«Ἀντιύλη». Ἱ. Ν. Ἁγ. Βασιλείου, Πρέβεζα