Η Δευτέρα Παρουσία (π. Δημητρίου Μπόκου)

Ἡ Δευτέρα Παρουσία τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ θὰ εἶναι τὸ συγκλονιστικὸ ἐπιστέγασμα τῆς ἱστορίας τοῦ κόσμου, ἡ τελικὴ ἀποκατάσταση τῆς ὅλης δημιουργίας τοῦ Θεοῦ, ἡ ὁποία μέχρι τὴ στιγμὴ ἐκείνη θὰ συστενάζει καὶ θὰ συνωδίνει μὲ τὸν ἐκπεσόντα στὴν ἁμαρτία ἄνθρωπο. Τὰ πρωτόγνωρα γεγονότα θὰ συγκλονίσουν τὴ σύμπασα κτίση, φυσικὴ καὶ πνευματική, ἀνθρώπους καὶ ἀγγέλους. Ἀκόμα «καὶ αἱ δυνάμεις τῶν οὐρανῶν (οἱ ἀγγελικὲς τάξεις) σαλευθήσονται». Τὰ γεγονότα αὐτὰ θὰ εἶναι ἡ ἀνάσταση τῶν νεκρῶν, ἡ ἀνακαίνιση τοῦ σύμπαντος, ἡ θριαμβευτικὴ παρουσία τοῦ Χριστοῦ καὶ ἡ τελικὴ κρίση τῶν ἀνθρώπων (Κυριακὴ τῆς Ἀπόκρεω).

Θὰ προηγηθοῦν πολλὰ τρομακτικὰ σημεῖα πρὶν ἀπὸ τὴν ἐμφάνιση τοῦ Χριστοῦ, ποὺ θὰ προκαλέσουν μεγάλο φόβο στοὺς ἀνθρώπους. Ἀλλὰ καὶ μεγάλη σύγχυση. Θὰ φανερωθοῦν πολλοὶ ψευδόχριστοι. Ὁ καθένας θὰ διατείνεται ὅτι εἶναι ὁ Χριστός, ὁ Μεσσίας. Θὰ ἐμφανιστοῦν καὶ πολλοὶ ψευδοπροφῆτες, ποὺ θὰ ἰσχυρίζονται ὅτι ξέρουν ποῦ κρύβεται ὁ Χριστός. Θὰ κάνουν καὶ θαύματα, «σημεῖα μεγάλα καὶ τέρατα, ὥστε πλανῆσαι, εἰ δυνατόν, καὶ τοὺς ἐκλεκτούς».

Ὁ Χριστὸς ὅμως προειδοποιεῖ: «Τότε, ἂν σᾶς πεῖ κάποιος: Νά, ἐδῶ εἶναι ὁ Χριστὸς ἢ ἐδῶ, μὴν πιστέψετε. Ἂν σᾶς ποῦν: Νά, εἶναι στὴν ἔρημο, μὴ βγῆτε νὰ τὸν ψάξετε. Ἂν σᾶς ποῦν: Νά, μέσα σὲ κρυφὰ δωμάτια εἶναι κρυμμένος, μὴν πιστέψετε. Γιατί, ὅπως βγαίνει ἡ ἀστραπὴ ἀπὸ τὴν ἀνατολὴ καὶ φαίνεται ἀμέσως ὣς τὴ δύση, ἔτσι θὰ εἶναι καὶ ἡ παρουσία τοῦ Υἱοῦ τοῦ Ἀνθρώπου. Ὁλοφάνερη δηλαδὴ καὶ ἄμεσα ἀντιληπτὴ ἀπὸ ὅλη τὴν οἰκουμένη (Ματθ. 24, 23-27).

Τὸ στοιχεῖο αὐτό, ὅτι ἡ δεύτερη ἐμφάνιση τοῦ Χριστοῦ θὰ εἶναι ἀπολύτως φανερὴ σὲ ὅλους ἀνεξαιρέτως τοὺς ἀνθρώπους, τονίζεται ἰδιαιτέρως. Ὅλες οἱ φυλὲς τῆς γῆς, ὅλοι οἱ λαοί, Χριστιανοὶ καὶ μή, θὰ τὸν ἰδοῦν. Ὁ Χριστὸς θὰ ἔλθει «ἐπὶ τῶν νεφελῶν τοῦ οὐρανοῦ μετὰ δυνάμεως καὶ δόξης πολλῆς». Ἡ θέα του ὅμως δὲν θὰ προκαλέσει τὰ ἴδια συναισθήματα σὲ ὅλους. Δὲν θὰ χαροῦν ὅλοι μὲ τὴν παρουσία του. Ὅσοι ἀρνήθηκαν νὰ τὸν πιστέψουν καὶ τὸν ἀπέρριψαν, θὰ θρηνήσουν βλέποντάς τον καὶ θὰ κλάψουν. «Καὶ τότε κόψονται πᾶσαι αἱ φυλαὶ τῆς γῆς» (Ματθ. 24, 30).

Οἱ Χριστιανοὶ θὰ δοκιμαστοῦν δυνατὰ καὶ μὲ ἄλλους τρόπους πρὶν ἀπὸ τὸ τέλος τοῦ κόσμου. Οἱ ἀντίθεες δυνάμεις, οἱ ἐξουσίες τοῦ σκότους, φυσικὲς καὶ πνευματικές, συνασπισμένες ὑπὸ τὸ «θηρίον», ὅλοι αὐτοὶ «μετὰ τοῦ ἀρνίου πολεμήσουσι, καὶ τὸ ἀρνίον νικήσει αὐτούς, (δι)ὅτι Κύριος κυρίων ἐστί καὶ Βασιλεὺς βασιλέων, καὶ οἱ μετ’ αὐτοῦ κλητοὶ καὶ ἐκλεκτοὶ καὶ πιστοί».

Εἶναι λάθος λοιπὸν νὰ ἑστιάζουμε μόνο στὰ ἐπερχόμενα δεινὰ καὶ νὰ γεμίζουν φόβο καὶ τρόμο οἱ ψυχές μας. Ἂς βλέπουμε ὅτι ὅλα αὐτὰ ὁδηγοῦν στὴν ἐπικείμενη συντριπτικὴ νίκη τοῦ Ἀρνίου. Ὁ δράκοντας, ὁ ἀρχαῖος ὄφις, «ὁ πλανῶν τὴν οἰκουμένην», καὶ τὸ θηρίον καὶ ὁ ψευδοπροφήτης του, θὰ βληθοῦν «εἰς τὴν λίμνην τοῦ πυρὸς τὴν καιομένην ἐν θείῳ» (Ἀποκ. 17, 14. 19, 20. 20, 1, 10).

Ὁ Χριστὸς ἄλλωστε μᾶς λέει, νὰ ἀναθαρρήσουμε καὶ νὰ χαροῦμε γι’ αὐτό. «Ἀνακύψατε καὶ ἐπάρατε τὰς κεφαλὰς ὑμῶν, διότι ἐγγίζει ἡ ἀπολύτρωσις ὑμῶν». Νὰ τὸν περιμένουμε μὲ ἀναπτερωμένο φρόνημα, μὲ τὸ κεφάλι ψηλά. Βαδίζουμε πρὸς τὴν ἀπόλυτη συντριβὴ τοῦ κακοῦ.

Θάρρος! λέει ὁ Χριστός, «ἔρχομαι ταχύ! Ναί, ἔρχου, Κύριε Ἰησοῦ!» (Λουκ. 21, 28. Ἀποκ. 22, 21).

Καλὴ εὐλογημένη ἑβδομάδα! Καλὸ Τριδιο!

 

«Ἀντιύλη». Ἱ. Ν. Ἁγ. Βασιλείου, Πρέβεζα

Το πρώτο βερνίκι (π. Δημητρίου Μπόκου)

Ὁ ἄσωτος υἱὸς σκόρπισε στὴν ἀσωτία ὅλη τὴν περιουσία ποὺ κληρονόμησε ἀπὸ τὸν πατέρα του. Ἀφοῦ ἔφτασε στὸ ἔσχατο σημεῖο ἐξαθλίωσης, συνῆλθε. Συναισθάνθηκε τὸ κατάντημά του καὶ ἀποφάσισε νὰ ἐπιστρέψει στὸν πατέρα του καὶ νὰ ὁμολογήσει μπροστά του: Πατέρα μου, «ἥμαρτον εἰς τὸν οὐρανὸν καὶ ἐνώπιόν σου». Δὲν εἶμαι πιὰ ἄξιος νὰ λέγομαι γιός σου. Σὲ ντρόπιασα. Κάνε με ἁπλὸ ὑπηρέτη σου (Κυριακὴ ΙΖ΄ Λουκᾶ).

Κάποια στιγμὴ τὸ παιδί, τὸ κάθε παιδί, θὰ κάνει τὴ μικρὴ ἢ τὴ μεγάλη του ἐπανάσταση. Θὰ ἐπιδιώξει τὴ διαφοροποίηση ἀπὸ τὸ στάτους κβὸ τῆς πατρικῆς οἰκογένειας, διαρρηγνύοντας καμμιὰ φορὰ καὶ ἐντελῶς τοὺς δεσμούς του μαζί της. Κάποιες φορὲς ἡ ρήξη τροφοδοτεῖται ἀπὸ παθογένειες καὶ δυσλειτουργίες στὴ σχέση γονέων καὶ παιδιῶν, ἄλλες φορὲς ἴσως ὀφείλεται κυρίως στὴν τάση τοῦ νέου ἀνθρώπου νὰ δημιουργήσει τὸ δικό του, διαφορετικὸ ἀπὸ τὰ οἰκογενειακὰ στάνταρ, προφίλ.

Ὁ νέος ἄνθρωπος διαπνέεται ἔντονα ἀπὸ ἀέρα ἐλευθερίας, ποὺ τὸν ὁδηγεῖ κάποτε ἀκόμα καὶ σὲ ἐχθρικὴ στάση πρὸς ὅ,τι τοῦ θυμίζει τὴ ζωή του στὴν πατρικὴ ἑστία. Συνήθως καὶ ἡ σχέση μὲ τὸν Θεὸ ἀνήκει στὶς ἀξίες ποὺ ἀπεμπολεῖ εὔκολα ὁ νέος ἄνθρωπος, στὴν προσπάθειά του νὰ ἀποδεσμευτεῖ ἀπὸ καθετὶ ποὺ τὸν δένει μὲ τὸ παρελθόν. Τὸ περιγράφει ὡραῖα ὁ ποιητής:

«Δὲν θὰ σὲ ποῦμε πιὰ πατέρα,

δὲν θὰ σὲ ποῦμε πλάστη πιά,

ποθοῦμε λευτεριᾶς ἀγέρα,

κοντὰ σὲ σένα εἶν’ ἡ σκλαβιά».

(Γ. Βερίτης, Τρεῖς φωνές).

Ἡ περαιτέρω πορεία τοῦ ἀνθρώπου αὐτοῦ, στὴν πιὸ ἀκραία της ἴσως μορφή, περιγράφεται στὴν παραβολὴ τοῦ ἀσώτου υἱοῦ. Κομβικό της σημεῖο, ἡ στιγμὴ ποὺ ὁ ἄσωτος ἔρχεται «εἰς ἑαυτόν». Ὅταν συναισθάνεται τὴν ἀθλιότητά του.

Μὰ ἐξίσου σπουδαιότατη στιγμὴ εἶναι ἡ ἀπόφασή του νὰ ἐπιστρέψει στὸν πατέρα του. Δὲν τὸ κάνουν ὅλοι αὐτό. Ἀκόμα κι ἂν συναισθάνονται τὸ ἀδιέξοδο τῆς πορείας τους, κάποιοι δὲν ἐπιστρέφουν στὴν πατρική τους ἑστία ποτέ. Ὅταν δὲν θυμοῦνται τίποτε καλὸ ἀπὸ αὐτήν. Ὅταν δὲν ἔχουν βιώσει καμμιὰ ἀγάπη, καμμιὰ ζεστασιὰ στὸ οἰκογενειακὸ περιβάλλον.

Τὸ ἴδιο συμβαίνει καὶ στὴ σχέση τους μὲ τὸν Θεό. Πῶς νὰ τὴν ξαναφτιάξουν, ὅταν αὐτὴ δὲν ἔχει προϋπάρξει ποτέ; Ἀνησυχοῦμε πολὺ οἱ γονεῖς, φυσικὸ εἶναι, ὅταν τὰ παιδιά μας μεγαλώνοντας χαλαρώνουν, φεύγουν ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία, παρεκκλίνουν ἀπὸ τὸν δρόμο τοῦ Θεοῦ. Μᾶς πνίγει ἡ ἀγωνία. Καὶ προσπαθοῦμε μὲ κινήσεις σπασμωδικὲς συνήθως καὶ ἀγχώδεις νὰ τὰ ἐπαναφέρουμε στὸν (καθ’ ἡμᾶς) ἴσιο δρόμο, μὲ ἀποτέλεσμα μηδέν. Τί θὰ μποροῦσε νὰ γίνει;

Λέγει ὁ ἅγιος Παΐσιος: «Τὰ παιδιὰ τὰ καθοδηγοῦμε, πότε αὐστηρὰ πότε μὲ ἐπιείκεια, μέχρι τὸν πρῶτο χρόνο τῆς ἐφηβείας. Μετά, φερμουὰρ (στὸ στόμα). Μετά, νὰ μιλοῦν τὰ γόνατα. Ἂν ποτιστεῖ τὸ ξύλο ἀπὸ τὸ πρῶτο βερνίκι, αὐτὸ τὸ βερνίκι δὲν ἀλλοιώνεται».

Τὸ θέμα λοιπὸν εἶναι τί σχέση ἔχει καλλιεργηθεῖ κατὰ τὰ παιδικὰ χρόνια ἀνάμεσα στὸ παιδὶ καὶ τοὺς γονεῖς, ἀνάμεσα στὸ παιδὶ καὶ τὸν Θεό. Ἂν οἱ γονεῖς τοῦ δώσαμε ἀγάπη σωστή, ἂν τοῦ ἐμπνεύσαμε μιὰ παρόμοια σχέση καὶ μὲ τὸν Θεό, τὸ παιδὶ θὰ ἔχει γέφυρες νὰ ἐπιστρέψει.

Ὁ ἄσωτος ἐπέστρεψε, γιατὶ εἶχε νὰ θυμᾶται βιώματα παιδικά. Ἤξερε ποῦ ἐπιστρέφει. Εἶχε γνωρίσει τὸν πατέρα του ὡς ἀγάπη.

Τὸ πρῶτο βερνίκι λοιπὸν δὲν χάνεται ποτέ.

Καὶ ἂν δὲν τὸ δώσαμε στὰ παιδιά μας, τοὐλάχιστον ἂς μετανοοῦμε. Ἔχει δύναμη πολλὴ ἡ μετάνοια. Διορθώνει πολλὰ στραβὰ πράγματα.

Καλὴ εὐλογημένη ἑβδομάδα! Καλὸ Τριῴδιο!

 

«Ἀντιύλη». Ἱ. Ν. Ἁγ. Βασιλείου, Πρέβεζα

Η ευθύνη των Χριστιανών (π. Δημητρίου Μπόκου)

Ὁ τελώνης καὶ ὁ φαρισαῖος εἶναι οἱ δυὸ ἐμβληματικότερες ἴσως μορφὲς στὴ διδασκαλία τοῦ Χριστοῦ. Ἀποτυπώνουν δυὸ ὁριακές, διαμετρικὰ ἀντιμέτωπες μεταξύ τους, καταστάσεις τῆς ἀνθρώπινης ψυχῆς. Τοῦ ὕψους καὶ τοῦ βάθους. Δυὸ καταστάσεις ποὺ ἡ ἔννοιά τους κινεῖται μὲ ἀνεστραμμένο τρόπο. Αὐτὸ ποὺ ὑψώνεται καὶ φαίνεται σπουδαῖο καὶ τρανὸ στὰ ἀνθρώπινα μάτια, εἶναι κατ’ οὐσίαν μηδαμινὸ γιὰ τὸν Θεὸ καὶ ἀπορριπτέο. Καὶ ἀντιστρόφως. Τὸ χαμηλὸ καὶ ἀσήμαντο γιὰ τὸν κόσμο μπορεῖ νὰ πάρει ἀπροσμέτρητες διαστάσεις στὰ μάτια τοῦ Θεοῦ.

Τί εἴμαστε οἱ σημερινοὶ Χριστιανοί; Φαρισαῖοι ἢ τελῶνες; Γιὰ τὴν ἀκρίβεια, θὰ λέγαμε καὶ τὸ ἕνα καὶ τὸ ἄλλο, ἢ μᾶλλον οὔτε τὸ ἕνα οὔτε τὸ ἄλλο. Γιατὶ ἔχουμε πάρει κάτι ἀπὸ τὸν καθένα καὶ μάλιστα τὸ κακὸ καὶ ὄχι τὸ καλό. Πήραμε τὴν καύχηση τοῦ φαρισαίου χωρὶς τὶς ἀρετές του καὶ τὶς ἁμαρτίες τοῦ τελώνη χωρὶς τὴ μετάνοιά του. Καὶ τὴν καύχηση μὲν τοῦ φαρισαίου εὔκολα μπορεῖ νὰ τὴν ἀποκτήσει ὁ καθένας, ἀλλὰ τὶς ἁμαρτίες τοῦ τελώνη; Εἴμαστε τόσο ἁμαρτωλοί;

Ἂς μὴν ἀνατρέξουμε αὐτὴ τὴ φορὰ στὶς προσωπικές μας ἁμαρτίες. Ἂς σταθοῦμε στὴ συλλογικὴ ἁμαρτία μας. Στὸν τόπο μας συντελέστηκε τὶς μέρες αὐτὲς ἕνα φριχτὸ ἀνοσιούργημα. Ψηφίστηκε νομοσχέδιο ποὺ δίνει τὴ δυνατότητα γάμου σὲ ὁμοφυλόφιλα ζευγάρια. Ἂν καὶ ὁ νόμος τοῦ Θεοῦ τοποθετεῖ τὴν ὁμοφυλοφιλία «εἰς πάθη ἀτιμίας», στὶς αἰσχρότερες ἁμαρτίες (Ρωμ. 1, 26), ὁ ἄνθρωπος ὕψωσε θρασεῖα τὴ φωνή του ὑποστηρίζοντας τὸ ἀντίθετο. Ἀπὸ ἐπίσημα καὶ μὴ στόματα διαφημίστηκε τὸ σκοτάδι γιὰ φῶς. Μὲ ἀναισχυντία εἰπώθηκε ὅτι ἡ σχέση αὐτὴ δὲν εἶναι ἁμαρτία. Ὅτι δὲν ἔχει δίκιο, ὅτι λέει ψέματα ὁ Θεός. Βλασφημήθηκε ἔτσι τὸ Ἅγιο Πνεῦμα. Τὸ φῶς τοῦ Θεοῦ, ἡ ἀλήθεια, παρουσιάστηκε σὰν σκοτάδι, μεσαίωνας!

Ἀλλοίμονο ὅμως σ’ αὐτοὺς ποὺ λένε τὸ κακὸ καλὸ καὶ τὸ καλὸ κακό. «Οὐαὶ οἱ λέγοντες τὸ πονηρὸν καλὸν καὶ τὸ καλὸν πονηρόν, οἱ τιθέντες τὸ σκότος φῶς καὶ τὸ φῶς σκότος, …τὸ γλυκὺ πικρὸν καὶ τὸ πικρὸν γλυκύ» (Ἡσ. 5, 20). Μὰ θὰ πεῖ κανείς, οἱ ἄρχοντες τὸ ψήφισαν, ὄχι ὁ λαός. Ναί, μὰ οἱ ἄρχοντες ποὺ ἔστειλε ἐκεῖ μὲ τὴν παντοδύναμη ψῆφο του ὁ λαός. Οἱ ἄρχοντες τὸ ψήφισαν μὲ τὴν ἀνοχὴ τοῦ λαοῦ. Οἱ ἄρχοντες, μὲ τὴν παθητικὴ στάση, τὴν ἀδιαφορία τοῦ λαοῦ. Οἱ ἄρχοντες, μὲ τὴ συμφωνία τελικὰ τοῦ λαοῦ, ποὺ δὲν τοὺς «ἔκραξε» καὶ δὲν τοὺς ἀνακάλεσε στὶς εὐθύνες τους. Μὲ τὸ χέρι τῶν ἀρχόντων του συνυπέγραψε καὶ ὁ λαός. Ἁμάρτησε ὅλος ὁ λαός.

Οἱ ἄνθρωποι εἶναι ἐλεύθεροι νὰ ἁμαρτάνουν, μὰ πρέπει νὰ σκέφτονται πολὺ σοβαρὰ ὅταν νομοθετοῦν ἐνάντια στὸν Θεὸ καὶ μετακινοῦν τὰ «ὅρια αἰώνια, ἃ ἔθεντο οἱ πατέρες» τους (Παρ. 22, 28). Λέει ὁ ἅγιος Παΐσιος: «Ὅταν παραβαίνει ἕνας ἄνθρωπος μιὰ ἐντολὴ τοῦ Εὐαγγελίου, εὐθύνεται μόνο αὐτός. Ὅταν ὅμως κάτι ποὺ ἀντίκειται στὶς ἐντολὲς τοῦ Εὐαγγελίου γίνεται ἀπὸ τὸ κράτος νόμος, τότε ἔρχεται ἡ ὀργὴ τοῦ Θεοῦ σὲ ὅλο τὸ ἔθνος, γιὰ νὰ παιδαγωγηθεῖ».

Οἱ Χριστιανοὶ εἴμαστε συνυπεύθυνοι, συνεργοί, συνυπαίτιοι μὲ τὸν ὑπόλοιπο λαὸ καὶ τοὺς ἄρχοντες, στὸν βαθμὸ ποὺ τηρήσαμε τὴν ἴδια στάση μ’ αὐτοὺς καὶ δὲν διαχωρίσαμε τὴ θέση μας. Οἱ εὐθύνες μας εἶναι βαρύτατες σὲ ὅλο τὸ σῶμα τῆς Ἐκκλησίας. Ἀπὸ τὶς κεφαλές, ἐπισκόπους, ἱερεῖς μας, μέχρι τὸν τελευταῖο πιστό. Γιὰ τὴ σύμπλευση ἐν πολλοῖς μαζί τους. Γιὰ τὰ μασημένα λόγια, γιὰ τὸν διστακτικό, φοβισμένο, ὑστερόβουλο, εὐθυνόφοβο, μπερδεμένο καὶ ὄχι ξεκάθαρο τελικὰ τρόπο μας.

Μετανοοῦμε καθόλου γι’ αὐτό; Ἢ δὲν νιώθουμε κἂν τέτοια ἀνάγκη;

Ἡ τελωνικὴ ταπείνωση ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, ἔστω καὶ τώρα, δὲν εἶναι ἄσκοπη.

Καλὴ εὐλογημένη ἑβδομάδα! Καλὸ μήνα! Καλὸ Τριδιο!

 

«Ἀντιύλη». Ἱ. Ν. Ἁγ. Βασιλείου, Πρέβεζα

Θέμα εμπιστοσύνης (π. Δημητρίου Μπόκου)

Πολλὲς ἀρετὲς ἔδειξε ἡ Χαναναία (εἰδωλολάτρισσα) γυναίκα, ποὺ ζήτησε βοήθεια ἀπὸ τὸν Χριστό, ἐπειδὴ ἡ κόρη της βασανιζόταν σκληρὰ ἀπὸ δαιμόνιο. Ταπεινώθηκε μπροστά του, ἀποδεχόμενη τὴν «προσβολὴ» τοῦ Χριστοῦ ὅτι αὐτὴ δὲν ἀνήκει στὰ ἐκλεκτὰ παιδιὰ τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ εἶναι μόνο ἕνα σκυλάκι. Κυνάριο. Δὲν ἀγανάκτησε. Δὲν ἀπελπίστηκε. Δὲν πρόβαλε ἀπαιτήσεις καὶ δικαιώματα στὸν Χριστό. Ζήτησε τὸ ἐλάχιστο. Μερικὰ ψίχουλα. Ὡς ὁ ἔσχατος τῶν ἀνθρώπων. Καὶ παρὰ τὴν «ἀπόρριψή» της ἀπὸ τὸν Χριστό, δὲν ἔχασε τὴν ὑπομονή, τὴν ἐλπίδα καὶ τὴν πίστη της, ὅτι θὰ πετύχει τὸ ζητούμενο. Καὶ ὁ Χριστὸς ποὺ ἔπραττε τὰ πάντα γιὰ νὰ διδάξει καὶ νὰ ὠφελήσει, τὴ βράβευσε. Ὄχι μὲ λίγα ψίχουλα, ἀλλὰ μὲ πλήρη ἱκανοποίηση τοῦ αἰτήματός της (Κυριακὴ ΙΖ΄ Ματθαίου).

Τί ὑπέροχο πράγμα νὰ ἐπαινεῖ κάποιον ὁ ἴδιος ὁ Χριστός! Νὰ ἀξιολογεῖ ἐκεῖνος τὴ συμπεριφορά μας, νὰ τὴ ζυγίζει μὲ τὰ δικά του μέτρα καὶ νὰ τὴ βρίσκει ἀξιέπαινη. Νὰ τὴν ἀποδεικνύει σύμφωνη μὲ ὅσα ἐκεῖνος ὁρίζει καὶ νομοθετεῖ.

Ἀπὸ ὅλες τὶς ἀρετὲς τῆς Χαναναίας ὁ Χριστὸς ἀναφέρθηκε στὴ μεγάλη της πίστη. «Ὦ γύναι, μεγάλη σου ἡ πίστις! Γενηθήτω σοι ὡς θέλεις». Στάθηκε στὴν πίστη, γιατὶ τὴ θεωρεῖ θεμέλιο ὅλων τῶν ἄλλων ἀρετῶν. Ἡ πίστη προϋποθέτει γνωριμία μὲ τὸν Θεό. Πῶς νὰ πιστέψεις σὲ κάτι ποὺ δὲν γνωρίζεις; Πῶς νὰ ἐμπιστευθεῖς κάποιον ποὺ σοῦ εἶναι ἄγνωστος; Πίστη εἶναι ἡ ἐμπιστοσύνη στὸ πρόσωπο τοῦ Θεοῦ. Ὄχι μιὰ θεωρητικὴ ἁπλῶς παραδοχή, ἕνα λογικὸ ἐπιχείρημα ποὺ θέλει νὰ μᾶς πείσει γιὰ τὴν ὕπαρξή του. Καὶ ἡ ἐμπιστοσύνη στὸ πρόσωπό του βαθαίνει ἀπὸ τὴ σχέση μας μαζί του. Καὶ ἡ σχέση προάγεται καὶ ἀναπτύσσεται, ὅσο περισσότερο τηροῦμε τὶς ἐντολές του. Εἶναι τρόπος ζωῆς ποὺ μᾶς φέρνει ὅλο καὶ ἐγγύτερα πρὸς αὐτόν. Δὲν θὰ τὸν γνωρίσουμε μὲ θεωρητικὲς ἀναζητήσεις μόνο, ἂν δὲν φροντίζουμε νὰ εὐθυγραμμίζεται καὶ ἡ ζωή μας μὲ τὸν τρόπο ποὺ μᾶς ὑποδεικνύει ἡ διδασκαλία του.

Ἡ Χαναναία εἶχε βαθειὰ ἐμπιστοσύνη στὸν Θεό. Ἂν καὶ ὁ Θεὸς τὴν ὑπέβαλε σὲ δοκιμασία, καὶ ἡ φτωχὴ γυναίκα συνάντησε «τοῖχο» στὸ ἐπίμονο αἴτημά της καὶ βίωσε ἀρχικὰ τὴν ἀπόρριψη ἐκ μέρους του, δὲν κάμφθηκε οὔτε στὸ ἐλάχιστο. Ἤξερε ὅτι βρισκόταν μπρὸς στὴ μέγιστη εὐσπλαχνία. Εἶχε μπροστά της αὐτὸν ποὺ ἦταν τὸ μέγα ἔλεος. Δὲν ἀπελπίστηκε. Ἡ πίστη της δὲν κλονίστηκε καθόλου, ἀλλὰ ἐπέμενε κρούοντας τὴ θύρα. Ἦταν σίγουρη ὅτι «τῷ κρούοντι ἀνοιγήσεται». Θὰ ἔφτανε σίγουρα καὶ σ’ αὐτὴν κάτι ἀπὸ τὸ περίσσευμα τῆς θείας ἀγάπης. Καὶ δὲν διαψεύστηκε.

Πολλὲς φορὲς βρισκόμαστε στὴ θέση τῆς Χαναναίας. Ἡ ζωή μας εἶναι γεμάτη προβλήματα. Οἱ δυσκολίες της μᾶς ὑπερβαίνουν. Βλέπουμε κλειστοὺς τοὺς ὁρίζοντες γύρω μας. Βιώνουμε τὴν ἔσχατη δυσπραγία. Ἡ ψυχή μας βρίσκεται σὲ τρομερὴ δυσθυμία, σὲ ἀπελπισία καὶ ἀπογοήτευση. Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος βίωσε μιὰ παρόμοια κατάσταση. «Τὰ καλὰ χάθηκαν, λέει, ἔμειναν γυμνὰ τὰ κακά. Ἀρμενίζω μέσα στὴ νύχτα. Πουθενὰ φῶς. “Χριστὸς καθεύδει”».

Νιώθουμε κάποτε νὰ μᾶς ἔχει ἐγκαταλείψει ἀκόμα καὶ ὁ Θεός. Νὰ μὴν ἀπαντάει στὰ αἰτήματά μας. Ἐκεῖ ὅμως χρειάζεται ἡ ἀπόλυτη ἐμπιστοσύνη μας στὸ πρόσωπό του. Ἂς ἐπιμένουμε. Μὴν ἀπελπιζόμαστε. Ὁ Χριστὸς μπορεῖ νὰ φαίνεται ὅτι κοιμᾶται στὴν πρύμνη τοῦ πλοίου μας. Στὴν πραγματικότητα ὅμως εἶναι μαζί μας. Δὲν μᾶς χάνει ποτὲ ἀπὸ τὰ μάτια του.

Καὶ ἀρκεῖ ἕνα βλέμμα του στὴν ἀγριεμένη θάλασσα, γιὰ νὰ γίνει «γαλήνη μεγάλη» (Μάρκ. 4, 35-41).

Καλὴ εὐλογημένη ἑβδομάδα!

 

«Ἀντιύλη». Ἱ. Ν. Ἁγ. Βασιλείου, Πρέβεζα

Σοφία ή πανουργία; (π. Δημητρίου Μπόκου)

Ἡ ὀψιμότητα τοῦ Πάσχα φέτος μετατοπίζει αἰσθητὰ καὶ τὴν ἔναρξη τοῦ Τριῳδίου καὶ τῆς Μεγάλης Σαρακοστῆς, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ μὴν ἐπαρκοῦν πλέον τὰ κανονισμένα ἀναγνώσματα τῶν Κυριακῶν τοῦ Λουκᾶ. Γιὰ τὶς ἑπόμενες τρεῖς Κυριακὲς λοιπόν, καταφεύγουμε στὰ πλεονάζοντα γιὰ τὸν σκοπὸ αὐτὸ ἀναγνώσματα τῶν Κυριακῶν τοῦ Ματθαίου.

Ἔτσι, σήμερα (Κυριακὴ ΙΕ΄ Ματθαίου), βλέπουμε κάποιον νομικό, γνώστη δηλαδή, ἑρμηνευτὴ καὶ διδάσκαλο τοῦ μωσαϊκοῦ νόμου, νὰ θέτει ἕνα ἐρώτημα στὸν Χριστό: Ποιὰ εἶναι ἡ μεγαλύτερη ἐντολὴ κατὰ τὸν μωσαϊκὸ νόμο; Ὁ νομικὸς ὑπέβαλε στὸν Χριστὸ τὴν ἐρώτηση «πειράζων αὐτόν». Ὁ Χριστὸς ἀπάντησε ἀμέσως ὅτι πρώτη σὲ σπουδαιότητα ἐντολὴ εἶναι ἡ ἀγάπη πρὸς τὸν Θεὸ καὶ δεύτερη ἰσάξιά της ἡ ἀγάπη πρὸς τὸν συνάνθρωπο.

Ἡ ἐνέργεια τοῦ νομικοῦ ἐντάσσεται στὴ γενικότερη καὶ ἀπὸ κοινοῦ προσπάθεια τῶν Φαρισαίων, τῶν Ἡρωδιανῶν, τῶν Σαδδουκαίων, τῶν ἀρχιερέων, τῶν γραμματέων καὶ τῶν νομικῶν, «ὅπως παγιδεύσωσιν ἐν λόγῳ» τὸν Χριστό. Ἐπιστρατεύτηκαν ὅλοι γιὰ νὰ πιάσουν «ἀδιάβαστο» τὸν νομοδότη καὶ νομοθέτη.

Ὁ Χριστὸς βέβαια, ποὺ γνωρίζει ὅλων τοὺς διαλογισμούς, φανέρωνε τὶς πλεκτάνες τους. «Τί με πειράζετε, ὑποκριταί;» ἔλεγε. Τοὺς ἀποκαλοῦσε εὐθέως ὑποκριτές, ἐπειδὴ κάτω ἀπὸ τὰ ἀθῶα δῆθεν ἐρωτήματα ἔκρυβαν πανουργία. Τὴν πονηρή τους πρόθεση νὰ τὸν παγιδεύσουν. Μέσα στὴν ἀλαζονεία τῆς «σοφίας» τους, πιστεύοντας ὅτι κατέχουν σὲ βάθος τὰ πράγματα, προσπαθοῦσαν νὰ τὸν ὑποβάλουν σὲ ἐξετάσεις. Ἔλπιζαν νὰ τὸν «στριμώξουν» μὲ τὰ παιδαριώδη τεχνάσματα τῆς ὑπερτιμημένης τους λογικῆς καὶ νὰ τὸν ἀποδείξουν ἀναξιόπιστο στὰ μάτια τοῦ λαοῦ. Μὰ ὁ Χριστὸς διέφευγε πανεύκολα τὶς παγίδες τους. Ὁ δημιουργὸς τοῦ νόμου μποροῦσε ποτὲ νὰ εἶναι ἀδαὴς σὲ ὅσα ὁ ἴδιος νομοθέτησε;

Ἐν συνεχείᾳ ὁ Χριστὸς ἀντέστρεψε τὰ πράγματα. Πέρασε στὴν ἀντεπίθεση. Ὥστε θεωρεῖστε σοφοὶ καὶ ἔξυπνοι; Νὰ σᾶς ρωτήσω κι ἐγὼ λοιπὸν κάτι. Τί γνώμη ἔχετε γιὰ τὸν Μεσσία ποὺ περιμένετε, δηλαδὴ τὸν Χριστό; Τίνος θὰ εἶναι υἱὸς (ἀπόγονος); Τοῦ Δαυΐδ, ἀπάντησαν ἐκεῖνοι. Τότε γιατί ὁ Δαυΐδ, μιλώντας μὲ τὸν φωτισμὸ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, τὸν ἀποκαλεῖ Κύριό του; Λέει ὁ Δαυΐδ σὲ ἕναν ψαλμὸ (109, 1): Εἶπε ὁ Κύριος (ὁ Θεὸς) στὸν Κύριό μου (τὸν Μεσσία-Χριστό), κάθισε στὰ δεξιά μου μέχρι νὰ βάλω τοὺς ἐχθρούς σου ὑποπόδιο στὰ πόδια σου. Συνεπῶς, ἂν ὁ Δαυΐδ τὸν ὀνομάζει Κύριο, πῶς γίνεται νὰ εἶναι υἱός του; (Ἄρα ὁ Χριστὸς δὲν εἶναι μόνο υἱὸς τοῦ Δαυΐδ, ἀλλὰ καὶ τοῦ Θεοῦ. Καὶ ὡς Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, εἶναι Κύριος τοῦ Δαυΐδ).

Ἀπὸ τοὺς «σοφοὺς» ἑρμηνευτὲς τοῦ νόμου κανένας δὲν μπόρεσε νὰ ἀπαντήσει οὔτε λέξη στὸν Χριστό. Καὶ μιὰ καὶ ἀποστομώθηκαν ἔτσι, δὲν ξανατόλμησαν ἀπὸ ἐκείνη τὴν ἡμέρα νὰ τὸν ξαναρωτήσουν τίποτε. «Φάσκοντες (ἰσχυριζόμενοι ὅτι) εἶναι σοφοὶ ἐμωράνθησαν» (Ρωμ. 1, 22).

Ἀλλὰ τὸ ἴδιο γίνεται καὶ σήμερα. «Ὅλος ὁ σύγχρονος πολιτισμὸς εἶναι στραμμένος ἐναντίον τοῦ Χριστοῦ. Ὅλες οἱ μοντέρνες ἐπιστῆμες συναγωνίζονται ποιὰ θὰ καταφέρει τὸ ἰσχυρότερο χτύπημα στὴ διδαχὴ τοῦ Χριστοῦ, …νομίζοντας ὅτι χωρὶς τὸν Χριστὸ μποροῦμε νὰ κάνουμε τὰ πάντα» (ἅγ. Νικόλαος Βελιμίροβιτς).

Ξεχνοῦν ὅτι ὁ Χριστὸς παίζει τοὺς «σοφοὺς» στὰ δάχτυλά του (Α΄ Κορ. 3, 19).

Καλὴ εὐλογημένη ἑβδομάδα!

 

«Ἀντιύλη». Ἱ. Ν. Ἁγ. Βασιλείου, Πρέβεζα

Δόξα τῷ Θεῷ για όλα! (π. Δημητρίου Μπόκου)

Δέκα λεπροὺς θεράπευσε κάποτε ὁ Χριστός. Μόνο ἕνας ὅμως ἐπέστρεψε νὰ τοῦ πεῖ εὐχαριστῶ. Καὶ αὐτὸς δὲν ἦταν κἂν ἀπὸ τὸν ἐκλεκτὸ λαὸ τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ «ἀλλογενής», ἕνας Σαμαρείτης. Ὁ Χριστὸς ἐπισήμανε τὸ γεγονός, δείχνοντας ὅτι δίνει μεγάλη σημασία στὸ εἶδος συμπεριφορᾶς ποὺ υἱοθετοῦμε ἀπέναντί του (Κυριακὴ ΙΒ΄ Λουκᾶ). Γιατί ἄραγε;

Ἔχει νὰ κερδίσει κάτι ἀπὸ μᾶς; Περιμένει νὰ τοῦ προσφέρουμε κάτι ποὺ τοῦ λείπει; Ὄχι βέβαια! «Οἱ εὐχαριστίες τῶν ἀνθρώπων δὲν θὰ κάνουν σπουδαιότερο τὸν Θεό, δὲν θὰ τὸν κάνουν πιὸ δυνατό, πιὸ ἔνδοξο, πιὸ πλούσιο ἢ πιὸ ζωντανό. Ὅλα αὐτὰ θὰ τὰ ἀποκτήσουν οἱ ἄνθρωποι. Ἡ εὐγνωμοσύνη τῶν ἀνθρώπων δὲν θὰ προσθέσει τίποτα στὴν εἰρήνη καὶ τὴ μακαριότητα τοῦ Θεοῦ, θὰ προσθέσει τὰ χαρακτηριστικὰ αὐτὰ ὅμως στοὺς ἀνθρώπους. Ἡ εὐχαριστία καὶ ἡ δοξολογία πρὸς τὸν Θεὸ δὲν θ’ ἀλλάξει σὲ τίποτα τὴν ὕπαρξή Του, θ’ ἀλλάξει ὅμως κάτι στὴν ὕπαρξη τοῦ ἀνθρώπου.

Ὁ Θεὸς δὲν ἔχει ἀνάγκη τὴν εὐγνωμοσύνη μας, οὔτε καὶ τὶς προσευχές μας. Ὁ ἴδιος ὁ Κύριος εἶπε: ‘‘Οἶδε γὰρ ὁ Πατὴρ ὑμῶν ὧν χρείαν ἔχετε πρὸ τοῦ ὑμᾶς αἰτῆσαι αὐτὸν’’ (Ματθ. 6, 8). Καὶ ὅμως δίδαξε τοὺς μαθητές του ὅτι πρέπει πάντοτε νὰ προσεύχονται καὶ μάλιστα νὰ μὴν ἀποθαρρύνονται, ἂν τυχὸν οἱ προσευχὲς δὲν εἰσακούονται ἀμέσως (Λουκ. 18, 1). Ὁ Θεὸς δὲν ἔχει ἀνάγκη τὶς προσευχές μας, μᾶς προτρέπει ὅμως νὰ προσευχόμαστε. Δὲν ἔχει ἀνάγκη τὴν εὐγνωμοσύνη μας, ἀλλὰ τὴν ἀπαιτεῖ ἀπὸ μᾶς» (ἅγ. Νικόλαος Βελιμίροβιτς). Γιατί ἄραγε;

Ἐπειδὴ ἡ εὐχαριστιακὴ σχέση εἶναι ἡ μόνη ἀληθινὴ σχέση μὲ τὸν Θεό. Ὅ,τι καὶ ἂν συμβαίνει στὴ ζωή μας, λύπη ἢ χαρά, εἶναι δευτερεῦον καὶ ἀσήμαντο μπρὸς σ’ αὐτὸ ποὺ ἔκανε ὁ Θεὸς γιὰ μᾶς. Ποιὸ εἶναι αὐτό; «Σύ, ἐκ τοῦ μὴ ὄντος εἰς τὸ εἶναι ἡμᾶς παρήγαγες». Καὶ δὲν ἀρκέστηκε μόνο νὰ μᾶς φέρει στὴν ὕπαρξη. Ἀλλὰ καὶ ὅταν ἐμεῖς παραστρατήσαμε καὶ πέσαμε, Ἐκεῖνος δὲν σταμάτησε νὰ κάνει τὰ πάντα, μέχρι νὰ μᾶς ἀνεβάσει πάλι στὸν οὐρανὸ καὶ νὰ μᾶς χαρίσει τὴ μέλλουσα Βασιλεία του. Γιὰ ὅλα αὐτὰ τὸν εὐχαριστοῦμε, εἴτε τὰ γνωρίζουμε εἴτε ὄχι, γιὰ ὅλες τὶς φανερές, ἀλλὰ καὶ ἀφανεῖς εὐεργεσίες ποὺ ἔκανε σὲ μᾶς. Ἐπειδὴ ὅλα ὅσα ἐπιτρέπει ὁ Θεὸς στὴ ζωή μας, εἴτε εὐχάριστα εἴτε δυσάρεστα, εἶναι γιὰ τὴν πνευματική μας ὠφέλεια καὶ σωτηρία.

Καὶ εἶναι αὐτονόητο βέβαια νὰ τὸν εὐχαριστοῦμε γιὰ τὶς χαρές μας, πράγμα ποὺ καὶ αὐτὸ συνήθως τὸ ξεχνᾶμε. Ἀλλὰ πολὺ περισσότερη ἀξία ἔχει νὰ τὸν εὐχαριστοῦμε καὶ νὰ τὸν δοξάζουμε στὶς λύπες καὶ τὰ βάσανα. Νὰ λέμε συνεχῶς «δόξα τῷ Θεῷ πάντων ἕνεκεν». Γιὰ ὅλα (ἅγ. Ἰω. Χρυσόστομος).

Μὰ δὲν φτάνει οὔτε αὐτό. Ἡ καθημερινή μας εὐχαριστία πρέπει νὰ ἐκβάλλει πάντα στὴ Θεία Εὐχαριστία. Μὲ ἄλλα λόγια: Δὲν ὑπάρχει τίποτε ἀνώτερο νὰ προσφέρουμε στὸν Θεό, ἀπ’ τὸ νὰ καταθέτουμε τὴν ἀτομικὴ μικρή μας εὐχαριστία ὅλοι μαζὶ στὸν βωμὸ μιᾶς ὑπέρτατης, ὑπὲρ τοῦ κόσμου παντός, κοινῆς προσφορᾶς «κατὰ πάντα καὶ διὰ πάντα», ὑμνώντας, εὐλογώντας καὶ εὐχαριστώντας τὸν Κύριο ὑπὲρ «τοῦ σταυροῦ, τοῦ τάφου, τῆς τριημέρου ἀναστάσεως, τῆς εἰς οὐρανοὺς ἀναβάσεως, τῆς ἐκ δεξιῶν καθέδρας, τῆς δευτέρας καὶ ἐνδόξου πάλιν παρουσίας» του.

Νιώθεις ἄραγε τὴν ἀνάγκη νὰ εὐχαριστεῖς τὸν Θεὸ γιὰ ὅλα αὐτὰ «ἐν παντὶ καιρῷ»;

Καλὴ εὐλογημένη ἑβδομάδα!

 

«Ἀντιύλη». Ἱ. Ν. Ἁγ. Βασιλείου, Πρέβεζα

Το σχέδιο του Θεού (π. Δημητρίου Μπόκου)

Μὲ τὴν ἀπόδοση τῆς ἑορτῆς τῶν Φώτων (14 Ἰανουαρίου) κλείνει ἡ μεγάλη περίοδος τῶν ἀκινήτων (σταθερῶν) ἑορτῶν Χριστουγέννων καὶ Θεοφανείων (Σαρανταήμερο-Δωδεκαήμερο), ποὺ ἀρχίζει ἀπὸ τὶς 15 Νοεμβρίου. Ὑπάρχει καὶ ἡ παράδοση, ὅτι ἡ περίοδος αὐτὴ κλείνει ὁριστικὰ ἀφοῦ συμπεριλάβει καὶ τὴν ἑορτὴ τῆς Ὑπαπαντῆς, κατὰ τὴν ὁποία ἔχουμε τὸν σαραντισμὸ τοῦ γεννηθέντος Χριστοῦ, τὴν ἐμφάνισή του δηλαδὴ κατὰ τὸν μωσαϊκὸ νόμο στὸν ναό. Κατὰ τὴν παράδοση λοιπὸν αὐτή, ἡ περίοδος τῶν Χριστουγέννων ἐκτείνεται σαράντα μέρες πρὶν καὶ σαράντα μέρες μετὰ τὴν ἑορτή.

Μετὰ τὴ Βάπτισή του ὁ Χριστὸς ἀποσύρθηκε στὴν ἔρημο καὶ νήστεψε σαράντα μέρες καὶ σαράντα νύχτες, χωρὶς νὰ φάει ἀπολύτως τίποτε. Ὁ διάβολος τότε, προσπαθώντας νὰ ξεκαθαρίσει ἂν ὁ Χριστὸς εἶναι ὄντως ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, τὸν δοκίμασε, ὑποβάλλοντάς τον σὲ τρεῖς πειρασμούς. Ὅμως ὁ Χριστὸς δὲν ὑπέκυψε σὲ κανένα πειρασμό. Καὶ χρησιμοποιώντας μόνο λόγια ἀπὸ τὶς Γραφὲς («γέγραπται γάρ»), ἀπέκρουσε τὸν διάβολο, ἀποφεύγοντας νὰ τοῦ ἀποκαλύψει τὴν πραγματική του ταυτότητα.

Αὐτὸ εἶχε σὰν συνέπεια νὰ νομίζει ὁ διάβολος, μέχρι καὶ τὸν θάνατο τοῦ Χριστοῦ, ὅτι ἔχει νὰ κάνει μὲ κοινὸ ἄνθρωπο. Τρία ὑπέρλογα μυστήρια (ἡ παρθενία τῆς Θεοτόκου, ἡ Γέννηση τοῦ Χριστοῦ καὶ ἡ Σταύρωσή του) διενεργήθηκαν μὲ ἀπόρρητο τρόπο, «ἐν σιγῇ», ὥστε νὰ διαλάθουν τῆς προσοχῆς τοῦ ἄρχοντα τοῦ σκότους (ἅγ. Ἰγνάτιος Θεοφόρος).

Κατόπιν ὁ Χριστὸς ἄρχισε νὰ κηρύττει, παρακινώντας τὸν λαὸ σὲ μετάνοια, διότι «ἤγγικεν ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν» (Κυριακὴ μετὰ τὰ Φῶτα). Τὸ κήρυγμα τοῦ Χριστοῦ ξεκίνησε, ὅταν σταμάτησε τὸ κήρυγμα τοῦ Βαπτιστῆ Ἰωάννη. Ἡ φωνὴ τοῦ Προδρόμου σίγησε, ὅταν αὐτὸς φυλακίστηκε ἀπὸ τὸν Ἡρώδη Ἀντίπα. Ὁ Πρόδρομος εἶχε πλέον ἐπιτελέσει τὸ ἔργο ποὺ τοῦ ἀνέθεσε ὁ Θεός. Εἶχε προετοιμάσει τὸν κόσμο «εἰς τὸν ἐρχόμενον μετ’ αὐτὸν ἵνα πιστεύσωσιν, τοῦτ’ ἔστιν εἰς τὸν Ἰησοῦν Χριστὸν» (Πράξ. 19, 4).

Ἦταν ὁ λύχνος ποὺ προηγήθηκε, γιὰ νὰ δείξει τὸν ἥλιο ποὺ θὰ ἀνέτελλε. Κατὰ τὸ σχέδιο τοῦ Θεοῦ, θὰ γινόταν Πρόδρομος τοῦ Χριστοῦ καὶ στὸν Ἅδη. Θὰ εὐαγγελιζόταν καὶ στοὺς ἐκεῖ νεκρούς, «τοῖς ἐν φυλακῇ πνεύμασι», τὴν προσεχῆ ἔλευση τοῦ Χριστοῦ.

Μὲ τὴ σύλληψη λοιπὸν τοῦ Προδρόμου ἦρθε ἡ ὥρα, κατὰ τὸ σχέδιο πάντα τοῦ Θεοῦ, νὰ κάνει ἔναρξη τοῦ δικοῦ του κηρύγματος ὁ Χριστός. Ὡς κέντρο του διάλεξε μιὰ κεντρικὴ πόλη, τὴν Καπερναούμ, ὅπου καὶ ἐγκαταστάθηκε, ἀφήνοντας τὴ Ναζαρέτ, ὅπου εἶχε ἀνατραφεῖ.

Ἡ Καπερναοὺμ ἦταν σπουδαία πόλη τῆς Γαλιλαίας, χτισμένη στὴν ὄχθη τῆς λίμνης τῆς Γεννησαρέτ, στὰ ὅρια τῶν φυλῶν Ζαβουλὼν καὶ Νεφθαλείμ. Ἐπαληθεύτηκε ἔτσι ἡ προφητεία τοῦ προφήτη Ἡσαΐα, ὅτι στὴ Γαλιλαία, στὴ γῆ Ζαβουλὼν καὶ στὴ γῆ Νεφθαλείμ, στὸν λαὸ ποὺ βρισκόταν «ἐν σκότει…, ἐν χώρᾳ καὶ σκιᾷ θανάτου», ἀνέτειλε «φῶς μέγα». Τὸ φῶς ποὺ θὰ φώτιζε ὅλα τὰ ἔθνη.

Ὁ Πρόδρομος εἶχε ἐπιλέξει τὴν ἔρημο σὰν βάση τῆς δράσης του, ὁ Χριστὸς τὴν πολυάνθρωπη Καπερναούμ.

Στὰ χέρια τοῦ Θεοῦ τὰ πάντα λειτουργοῦν θετικά, μὲ τρόπο εὔχρηστο γιὰ τὸ σχέδιό Του.

Καλὴ εὐλογημένη ἑβδομάδα!

 

«Ἀντιύλη». Ἱ. Ν. Ἁγ. Βασιλείου, Πρέβεζα

Η θεϊκή φωτιά (π. Δημητρίου Μπόκου)

«Δίχα πυρὸς ἀναχωνεύει καὶ ἀναπλάττει ἄνευ συντρίψεως». Οἱ ἄνθρωποι συνηθίζουν νὰ ἀναχωνεύουν, νὰ λειώνουν δηλαδὴ στὴ φωτιὰ τὰ παλιὰ μέταλλα (ἰδίως τὰ νομίσματα) γιὰ νὰ φτιάξουν καινούργια. Πρωτεύουσα φυσικὰ θέση στὴ διαδικασία τῆς ἀναχώνευσης κατέχει ὁ χρυσὸς γιὰ τὴ δημιουργία νέων κοσμημάτων. Ἡ ἀναχώνευση ἀπαιτεῖ πολὺ ὑψηλὲς θερμοκρασίες. Ὁ χρυσὸς π. χ. λειώνει στοὺς 1064 βαθμοὺς C. Ὁ Χριστὸς ὅμως μὲ τὴ Βάπτισή του στὸν Ἰορδάνη ποταμὸ ἀναχωνεύει καὶ ἀνακαινίζει τὸν κόσμο χωρὶς φωτιά, χωρὶς νὰ καταστρέφει τὴν παλιά του μορφή.

Καὶ ὅμως ὁ Χριστὸς εἶναι φωτιά. «Ἄϋλον πῦρ» εἰσδέχεται ὁ Ἰορδάνης καὶ ἀνακαινίζεται «δι’ ὕδατος καὶ Πνεύματος ἡ παλαιωθεῖσα φύσις ὑπὸ τῆς ἁμαρτίας». Δὲν εἶναι ὅμως τὸ πῦρ αὐτὸ φωτιὰ ποὺ καταστρέφει. Καὶ λέμε βέβαια ὅτι «ἐν Πνεύματι καὶ πυρὶ» καθαίρει ὁ Χριστὸς «τὴν ἁμαρτίαν τοῦ κόσμου», ἀλλὰ τὸ πῦρ αὐτὸ εἶναι ἡ καθαρτικὴ καὶ ἁγιαστικὴ ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ. Εἶναι αὐτὸ ποὺ προφητεύει ὁ Πρόδρομος Ἰωάννης γιὰ τὸν Χριστό, ὅτι «αὐτὸς βαπτίσει ὑμᾶς ἐν Πνεύματι Ἁγίῳ καὶ πυρὶ» (Λουκ. 3, 16).

Ἀναφέρεται μὲ τὰ λόγια αὐτὰ στὸ βάπτισμα τῶν ἀποστόλων, ποὺ ἔγινε κατὰ τὴν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς μὲ τὴν κάθοδο τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἐν εἴδει πυρίνων γλωσσῶν. Ἀλλὰ καὶ στὸ βάπτισμα ποὺ νομοθετήθηκε ἀπὸ τὸν Χριστὸ γιὰ τὴν πνευματικὴ γέννηση τοῦ κάθε ἀνθρώπου. «Καὶ γὰρ ἐφίπταται παντὶ βαπτιζομένῳ Πνεῦμα Ἅγιον, οὐ μόνον ἁγιάζον, ἀλλὰ καὶ ὡς πῦρ ἀοράτως ἀναλίσκον τὸν ρύπον τῆς ψυχῆς αὐτοῦ» (Εὐθ. Ζυγαβηνός). Στὸν βαπτιζόμενο κατέρχεται τὸ Ἅγιο Πνεῦμα. Καὶ δὲν τὸν ἁγιάζει μόνο, ἀλλὰ καὶ κατακαίει ἀοράτως σὰν φωτιὰ κάθε ρύπο τῆς ψυχῆς του. Τὴν ἁγιαστικὴ καὶ καθαρτικὴ αὐτὴ χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἐπικαλούμαστε καὶ ὅταν προσερχόμαστε στὸ μυστήριο τῆς Θείας Εὐχαριστίας. «Κατάφλεξον πυρὶ ἀΰλῳ τὰς ἁμαρτίας μου».

Καὶ ὅμως ὁ Θεὸς εἶναι «ὁ δι’ ὕδατος καὶ πυρὸς διὰ τοῦ Ἠλιοὺ ἀπαλλάξας τὸν Ἰσραὴλ ἐκ τῆς πλάνης τοῦ Βάαλ». Ὁ προφήτης Ἠλίας ἔκανε τὸ τεράστιο θαῦμα νὰ κατεβάσει φωτιὰ ἀπὸ τὸν οὐρανὸ γιὰ νὰ καεῖ ἡ θυσία ποὺ εἶχε ἑτοιμάσει καὶ νὰ πείσει καὶ νὰ ἀπομακρύνει ἔτσι ἀπὸ τὴν εἰδωλολατρία τοὺς Ἰσραηλίτες. Ἀλλὰ σὲ κάποια ἄλλη περίσταση, ποὺ οἱ μαθητὲς τοῦ Χριστοῦ ζήτησαν νὰ γίνει κάτι ἀνάλογο, γιὰ νὰ κατακαοῦν κάποιοι ποὺ ἀρνήθηκαν νὰ δεχτοῦν τὸν Χριστό, Ἐκεῖνος τοὺς ἀπέτρεψε. Αὐτὸ ἦταν γιὰ τοὺς ἀνθρώπους τῆς παλιᾶς ἐποχῆς, ποὺ δὲν μποροῦσαν νὰ καταλάβουν διαφορετικὴ γλώσσα. Δὲν θὰ ἔχετε τέτοιο πνεῦμα ἐσεῖς, τοὺς εἶπε. Δὲν ἦρθα γιὰ νὰ ἀπολέσω τὶς ψυχὲς τῶν ἀνθρώπων, ἀλλὰ νὰ τὶς σώσω (Λουκ. 9, 55-56).

Ὑπάρχει ὅμως καὶ ἕνα βάπτισμα, ποὺ θὰ εἶναι ὄντως βάπτισμα πυρός. «Ἐν πυρὶ βαπτίζει τελευταίῳ Χριστὸς τοὺς ἀπειθοῦντας» (ᾠδὴ στ΄ τοῦ α΄ κανόνος τῶν Φώτων). Ὅσοι ἀπειθοῦν στὸν Χριστὸ καὶ δὲν τὸν ἀναγνωρίζουν ὡς Θεό, θὰ βαπτισθοῦν στὸ τελευταῖο βάπτισμα τοῦ αἰωνίου καὶ ἀσβέστου πυρός, «εἰς τὸ σκότος τὸ ἐξώτερον», στὴν κόλαση ποὺ ἑτοιμάστηκε γιὰ τὸν διάβολο καὶ τοὺς ἀγγέλους του. Ἐκεῖ θὰ εἶναι «ὁ κλαυθμὸς καὶ ὁ βρυγμὸς (τρίξιμο) τῶν ὀδόντων»… «ὅπου ὁ σκώληξ οὐ τελευτᾷ καὶ τὸ πῦρ οὐ σβέννυται».

Ὅμως, ἀκόμα καὶ αὐτὸ τὸ πῦρ δὲν εἶναι ἔργο τοῦ Θεοῦ.

Ἀπὸ αὐτὸν ἐκπορεύεται μόνο ἀπέραντη ἀγάπη γιὰ ὅλους, τὴν ὁποία ὅμως ἀπορρίπτουν μὲ ἑωσφορικὸ πεῖσμα οἱ ἀρνητές του, μὲ ἐπακόλουθο νὰ τὴ βιώνουν ὡς «πῦρ καταναλίσκον» καὶ ὄχι ὡς «φῶς φωτίζον καὶ ἁγιάζον».

Ἡ ἐπιλογὴ εὐτυχῶς (ἢ δυστυχῶς;) εἶναι πάντα δική μας.

Καλὴ εὐλογημένη ἑβδομάδα! Καλὴ χρονιά! Χρόνια πολλά!

«Ἀντιύλη». Ἱ. Ν. Ἁγ. Βασιλείου, Πρέβεζα

Για τον Μεγάλο Αγιασμό…

Επειδή είναι παράδοση αυτές τις ημέρες να γράφουμε περί του Μεγάλου Αγιασμού, να τα διαβάζουμε, να τα ξεχνάμε και πάλι ξανά από την αρχή…

Για τον Μεγάλο Αγιασμό…

Απ᾽ όταν θυμάμαι τον εαυτό μου, κάθε φορά την περίοδο των Θεοφανείων γίνεται και επαναλαμβάνεται η ίδια συζήτηση. Τι είναι ο Μέγας Αγιασμός; Ο Αγιασμός της παραμονής είναι ο ίδιος με τον αγιασμό της κυριωνύμου ημέρας; Τον φυλάττουμε στις οικίες; Νηστεύουμε για να πιούμε μεγάλο αγιασμό;

Κληρικοί, μοναχοί και λαϊκοί λένε και γράφουν την γνώμη τους. Ακούς και διαβάζεις πολλά και μερικές φορές αντιφατικά πράγματα.

Βασική αρχή της Λειτουργικής είναι ότι όλες οι απαντήσεις στις ερωτήσεις μας για το σκοπό μίας ακολουθίας περιέχονται στο κείμενο της ίδιας της ακολουθίας.

Έχουμε και λέμε λοιπόν: Ο αγιασμός που τελούμε την ημέρα των Θεοφανείων ονομάζεται Μέγας γιατί τελείται εις ανάμνησιν της Βαπτίσεως του Χριστού. Ονομάζεται Μέγας σε αντιδιαστολή με τον συνήθη αγιασμό ο οποίος τελείται οποιαδήποτε ημέρα του χρόνου.

«…ὁ τῶν ἁπάντων Βασιλεύς, ἔτι καὶ δουλικῇ χειρὶ ἐν τῷ Ἰορδάνῃ βαπτισθῆναι κατεδέξω, ἵνα τὴν τῶν ὑδάτων φύσιν ἁγιάσας ὁ ἀναμάρτητος, ὀδοποιήσῃς ἡμῖν τὴν δι᾽ ὕδατος καὶ Πνεύματος ἀναγέννησιν, καὶ πρὸς τὴν πρώτην ἡμᾶς ἀποκαταστήσῃς ἐλευθερίαν. Οὗ τινος θείου Μυστηρίου τὴν ἀνάμνησιν ἐορτάζοντες, δεόμεθά σου φιλάνθρωπε Δέσποτα.»

Ο Μέγας Αγιασμός προέρχεται από την πρακτική της Βαπτίσεως των Κατηχουμένων κατά την ημέρα των Θεοφανείων. Γι᾽αυτό και η κεντρική ευχή του καθαγιασμού είναι σχεδόν η ίδια με αυτή του Μυστηρίου της Βαπτίσεως. Ο ιερός Χρυσόστομος μας πληροφορεί ότι οι χριστιανοί πήγαιναν κι έπαιρναν αγιασμένο νερό από την κολυμβήθρα και το διατηρούσαν στα σπίτια τους ένα και δύο και τρία ακόμα χρόνια. Μάλιστα ο ιερός Πατήρ θαυμάζει ότι το αγιασμένο νερό δεν φθείρεται, δεν σαπίζει, αν και παραμένει πολύ διάστημα κλεισμένο, αλλά είναι καθα­ρό και υγιεινό. («Εις το Άγιον Βάπτισμα» (P.G. 49,366)

Ο Μέγας Αγιασμός που τελείται την κυριώνυμο ημέρα είναι ο ίδιος που τελείται και την παραμονή. Η μόνη διαφορά των δύο ακολουθιών είναι ότι την κυριώνυμο ημέρα διαβάζεται και ο λόγος του Αγίου Σωφρονίου στην εορτή των Θεοφανείων. Η τέλεση του Μεγάλου Αγιασμού και την παραμονή των Θεοφανείων καθιερώθηκε για πρακτικούς λόγους και κυρίως για την εξυπηρέτηση των πιστών. Ο Πατριάρχης Αντιοχείας Πέτρος Γναφεύς (465 – 475) όρισε να τελείται ο αγια­σμός και κατά την παραμονή των Θεοφανείων «εν τη εσπέρα». Έτσι ξεχωρίστηκαν οι ακολουθίες του αγιασμού του νερού για το βάπτισμα και του Μ. Αγιασμού.

Τον Μεγάλο Αγιασμό φυσικά και τον κρατάμε στα σπίτια μας. Το λέγει η ίδια η Ακολουθία: «Ὑπὲρ τῶν ἀντλούντων καὶ ἀρυομένων εἰς ἁγιασμὸν οἴκων, τοῦ Κυρίου δεηθῶμεν.», «…ἵνα πάντες οἱ ἀρυόμενοι καὶ μεταλαμβάνοντες ἔχοιεν αὐτὸ πρὸς καθαρισμὸν ψυχῶν καὶ σωμάτων, πρὸς ἰατρείαν παθῶν, πρὸς ἁγιασμὸν οἴκων, πρὸς πᾶσαν ὠφέλειαν ἐπιτήδειον. ».

Η νηστεία της Παραμονής δεν είναι για την μετάληψη του Μεγάλου Αγιασμού. Η νηστεία είναι προετοιμασία για την εορτή των Θεοφανείων.

Βεβαίως όσοι φυλάσσουν τον Μεγάλο Αγιασμό στις οικίες τους θα πρέπει να επιδεικνύουν και την απαραίτητη ευλάβεια. Ο Αγιασμός δεν είναι ούτε μαγικό μαντζούνι ούτε και κοινό νερό. Καλό είναι όταν πίνουμε αγιασμό να λέμε πρώτα το απολυτίκιο ή το κοντάκιο των Θεοφανείων και μετά νηστικοί να κάνουμε χρήση του αγιασμού. Επίσης, μπορούμε να προσθέτουμε νερό στο μπουκαλάκι του αγιασμού ώστε να τον έχουμε για όλη τη χρονιά.

Να τονίσουμε ακόμα ότι ο Μεγάλος Αγιασμός δεν έχει τήν ίδια αξία ούτε αντικαθιστά τη θεία Κοινωνία. Ο Μέγας Αγιασμός χρησιμοποιείται μερικές φορές ως πνευματική παρηγορία σε άτομα που για διάφορους λόγους δεν μπορούν να προσέλθουν συχνά στη θεία Κοινωνία. Αλλά το επαναλαμβάνω: ο Μέγας Αγιασμός δεν είναι θεία Κοινωνία!

Γι᾽ αυτό και πάντοτε πρώτα μεταλαμβάνουμε το Σώμα και το Αίμα του Χριστού, ύστερα πίνουμε τον Μεγάλο Αγιασμό και τέλος τρώμε το Αντίδωρο.

Τέλος, μην επηρεάζεσθε από την πρακτική του τάδε Μοναστηριού ή του δείνα ευλαβούς ιερέως. Το τυπικό μιας Μοναστικής Αδελφότητας ή η ευλαβής συνήθεια ενός κληρικού δεν αποτελούν αυτομάτως και Παράδοση της Εκκλησίας!

Καλά Θεοφάνεια!

Θαυμαστός Καινούργιος Κόσμος (π. Δημητρίου Μπόκου)

Συνεορταζόταν τὸ πάλαι ἡ ἑορτὴ τῶν Χριστουγέννων μὲ τὴν ἑορτὴ τῶν Θεοφανείων. Καὶ στὶς δυὸ ἑορτὲς ὑπάρχει κοινὸ θέμα, κοινὸς σκοπός: Μιὰ πρωτόγνωρη θεοφάνεια. Ἡ φανέρωση τοῦ Θεοῦ ἐπὶ τῆς γῆς. Μὲ τὸν δικό της τρόπο ἡ καθεμιὰ ἀναδεικνύει τὸ ἀσύλληπτο μυστήριο, «τὸ πάντων καινῶν καινότατον, τὸ μόνον καινὸν ὑπὸ τὸν ἥλιον» (ἅγ. Ἰω. Δαμασκηνός). Δὲν ὑπῆρξε οὔτε θὰ ὑπάρξει πιὸ πρωτοφανές, πιὸ σπουδαῖο γεγονὸς ἀπὸ τὴν κάθοδο τοῦ Θεοῦ στὸν κόσμο, τὴν ἐνσάρκωση, τὴν ἐμφάνιση καὶ τὴ συναναστροφή του μὲ τοὺς ἀνθρώπους. Τί μεγαλύτερο θὰ μποροῦσε νὰ ὑπάρξει ἀπ’ τὸ νὰ γίνει ὁ Θεὸς ἄνθρωπος;

Φέτος οἱ δυὸ ἑορτὲς συναντῶνται ξανά. Ἡ Κυριακὴ μετὰ τὴν Χριστοῦ Γέννησιν εἶναι ταυτόχρονα καὶ Κυριακὴ πρὸ τῶν Φώτων. Ἀπὸ τὴ μιὰ ψάλλονται οἱ ὕμνοι τῆς Γέννησης, γιὰ νὰ ἀποδοθεῖ (νὰ ὁλοκληρωθεῖ καὶ νὰ κλείσει) ὁ ἑορτασμὸς τῶν Χριστουγέννων, ἀπὸ τὴν ἄλλη προαναγγέλλονται τὰ Θεοφάνεια. Ὁ Πρόδρομος, κηρύσσοντας στὴν ἔρημο τοῦ Ἰορδάνου, «ὅπου ἐξεπορεύετο πᾶσα ἡ Ἰουδαία χώρα καὶ οἱ Ἱεροσολυμῖται, καὶ ἐβαπτίζοντο πάντες ἐν τῷ Ἰορδάνῃ ὑπ’ αὐτοῦ», προέλεγε ὅτι πίσω του ἐρχόταν κάποιος πολὺ ἰσχυρότερός του. Τόσο μεγάλος, ποὺ αὐτός, ὁ Πρόδρομος, δὲν ἦταν ἄξιος οὔτε νὰ σκύψει γιὰ νὰ τοῦ λύσει τὰ κορδόνια τῶν ὑποδημάτων του.

Αὐτὸς ὁ μέγας καὶ ἰσχυρὸς «βαπτίσει ὑμᾶς ἐν Πνεύματι Ἁγίῳ». Ἦρθε γιὰ νὰ ἀναπλάσει μὲ τὴν πνοὴ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος τὸν παλαιὸ κόσμο. Νὰ τὸν ἀναχωνεύσει μέσα στὸ «καταναλίσκον» τὴν ἁμαρτία «πῦρ» τῆς Θείας Χάριτος, νὰ φτιάξει ἀπὸ αὐτὸν ἕναν θαυμαστὸ καινούργιο κόσμο. Ὄχι σὰν αὐτὸν ποὺ ὀνειρεύεται ὁ ἐπηρμένος ἀπ’ τὴν τεχνολογία του ἄνθρωπος τῆς νέας ἐποχῆς. Ὁ κόσμος τοῦ Θεοῦ εἶναι μιὰ καινούργια κτίση, ἀναγεννημένη ἐκ τῶν ἔσω. Ἀνέτειλε ἐκ τῆς Παρθένου ὁ νοητὸς ἥλιος τῆς δικαιοσύνης Χριστός, γιὰ νὰ γίνει φῶς σὲ ἕναν κόσμο γεμάτο σκοτάδι. «Ἐν χώρᾳ καὶ σκιᾷ θανάτου». Καὶ μᾶς καλεῖ νὰ γίνουμε μέρος τοῦ δικοῦ του κόσμου, ἀφήνοντας τὸ ψέμα καὶ μετέχοντας στὴν ἀλήθεια. Ἀλλὰ ἀληθινοὶ ἄνθρωποι γινόμαστε ἐκ τῶν ἔσω. Μὲ τὸν ἀδιάλειπτο ἀγώνα κατὰ τῆς ρίζας ὅλων τῶν παθῶν, τοῦ ἐπάρατου ἐγωκεντρισμοῦ.

Μετέχουν λοιπὸν στὴ ζωὴ τοῦ Χριστοῦ, μόνο ὅσοι νεκρώνουν τὴ σάρκα τους, τὸν σαρκικὸ ἄνθρωπο, μὲ τὰ πάθη καὶ τὶς ἀδυναμίες του. Αὐτοὶ ἀποκαθηλώνουν τὸν ἑαυτό τους, βάζουν σὲ δεύτερο πλάνο τὶς δικές τους ἐπιδιώξεις, τὴ δική τους εὐχαρίστηση. Σὲ πρῶτο ἔχουν πάντα τὸν συνάνθρωπο, ἀρχίζοντας ἀπὸ τὸν πλησιέστερο, τὸν σύντροφό τους. Εἶναι οἱ ὄντως ταπεινοί. Ζοῦν γιὰ τὸν ἄλλον πρῶτα, μετὰ γιὰ τὸν ἑαυτό τους. Γίνονται «εἰς ἀλλήλους χρηστοί, εὔσπλαγχνοι», ἀλληλοσυγχωρούμενοι, ὅπως ὁ Θεὸς συγχωρεῖ ἐμᾶς διὰ τοῦ Χριστοῦ (Γαλ. 5, 24. Ἐφ. 4, 32).

«καινὴ κτίσις», ὁ θαυμαστὸς καινούργιος κόσμος τοῦ Θεοῦ εἶναι ἐδῶ. Εἴμαστε μέσα;

Καλὸ Ἅγιο Δωδεκαήμερο! Καλὸ μήνα! Καλὴ χρονιά! Χρόνια πολλά!

«Ἀντιύλη». Ἱ. Ν. Ἁγ. Βασιλείου, Πρέβεζα