Ο Λόγος του Θεού (π. Δημητρίου Μπόκου)

Ἕνας Ρωμαῖος ἑκατόνταρχος εἶχε κάποιον δοῦλο πολὺ ἀγαπητό, ποὺ βρισκόταν στὰ πρόθυρα τοῦ θανάτου. Ζήτησε ἀπὸ τὸν Χριστὸ νὰ τὸν θεραπεύσει. Ὁ Χριστὸς ἀνταποκρίθηκε πρόθυμα καὶ ξεκίνησε γιὰ τὸ σπίτι τοῦ ἑκατοντάρχου, ἀλλὰ ἐκεῖνος θεωρώντας τὸν ἑαυτό του ἀνάξιο γιὰ μιὰ τέτοια ἐπίσκεψη, ζήτησε ταπεινὰ ἀπὸ τὸν Χριστὸ νὰ θεραπεύσει τὸν δοῦλο του ἀπὸ μακριά, λέγοντας ἁπλῶς ἕνα λόγο. «Μόνον εἰπὲ λόγῳ» καὶ θὰ θεραπευτεῖ ὁ δοῦλος μου. Ὅπερ καὶ ἐγένετο (Κυριακὴ Δ΄ Ματθαίου).

Ὁ ἑκατόνταρχος ἦταν κατὰ πᾶσαν πιθανότητα προσήλυτος. Ἀγαποῦσε τοὺς Ἰσραηλίτες καὶ εἶχε χτίσει τὴ συναγωγή τους μὲ δικά του χρήματα. Εἶχε στραφεῖ εὐνοϊκὰ πρὸς τὴν ἑβραϊκὴ θρησκεία. Ἐπέδειξε πίστη ἐντυπωσιακὴ ποὺ ἐπαινέθηκε μὲ ἰδιαίτερη ἔμφαση ἀπὸ τὸν Χριστό. Ὄντας στρατιωτικός, γνώριζε τὴν ἰσχὺ τῆς ἐντολῆς. Ὁ στρατὸς λειτουργεῖ ἀποκλειστικὰ μὲ τὴ δύναμη τῆς ἐντολῆς. Οἱ πάντες πειθαρχοῦν στὸν λόγο τοῦ ἀνωτέρου. Εἶναι ἀδιανόητη ἡ παράβαση ἐντολῆς. Κάθε καταστρατήγησή της ἐπιφέρει βαρύτατες κυρώσεις. Κατ’ ἀναλογίαν ὁ ἑκατόνταρχος προσέδιδε ἀπόλυτο κύρος στήν ἐντολὴ τοῦ Θεοῦ. Πίστευε ἀκλόνητα στὴν ὑπέρτατη ἰσχύ της.

Ὄντως καμμιὰ φυσικὴ ἢ πνευματικὴ δύναμη δὲν μπορεῖ νὰ ἀντιπαλέψει τὸν λόγο ποὺ βγῆκε ἀπὸ τὸ στόμα τοῦ Κυρίου. Ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ εἶναι παντοδύναμος. «Τῷ λόγῳ Κυρίου οἱ οὐρανοὶ ἐστερεώθησαν» (Ψαλμ. 32, 6). Εἶπε ἁπλῶς ὁ Θεός, ἔδωσε ἐντολή, καὶ τὰ πάντα ἔγιναν. «Αὐτὸς ἐνετείλατο καὶ ἐκτίσθησαν» (Ψαλμ. 148, 5). Ὑμνοῦμε τὴν ἀνυπέρβλητη αὐτὴ δύναμη τοῦ Δημιουργοῦ. «Ὁ κατ’ ἀρχὰς τοὺς οὐρανοὺς παντοδυνάμῳ σου λόγῳ στερεώσας, Κύριε Σωτήρ…» (Ἦχος βαρύς, Κυριακὴ πρωί, ᾠδή γ΄).

Ὁ Χριστὸς ὅμως ἀπευθύνει λόγο καὶ σὲ μᾶς. Μᾶς κάνει γνωστὴ τὴν ἀλήθεια του. Μᾶς διδάσκει. Μᾶς συμβουλεύει. Μᾶς παρέδωσε τὴν παιδεία καὶ νουθεσία του. Προσδιόρισε τὰ αἰώνια ὅρια γιὰ τὴν ἀσφαλῆ πνευματική μας πορεία. Καὶ τὰ ὅρια τοῦ Θεοῦ εἶναι ἀμετάθετα καὶ ἀδιασάλευτα. Δὲν ἀλλάζουν ἀπὸ ἐποχὴ σὲ ἐποχή. Δὲν πηγάζουν ἀπὸ εὐμετάβολες ἀνθρώπινες διαθέσεις. «Τὸ γὰρ στόμα Κυρίου ἐλάλησε ταῦτα» (Ἡσ. 1, 20). Οἱ ἄνθρωποι αὐτοαναιροῦνται πλειστάκις, λέγοντας ἄλλα ἀντὶ ἄλλων, ἀναλόγως τῶν περιστάσεων. Τοῦ Θεοῦ ὅμως εἶναι «πιστὸς ὁ λόγος». Ὅ,τι λέγει εἶναι ἀκατάλυτο καὶ αἰώνιο. «Τὸ δὲ ρῆμα Κυρίου μένει εἰς τὸν αἰῶνα». (Α΄ Πέτρ. 1, 25).

Καὶ ἐνῶ ἡ ἀγριεμένη θάλασσα καὶ ὁ δυνατὸς ἄνεμος ὑπακούουν στὸ πρόσταγμα τοῦ Κυρίου «σιώπα, πεφίμωσο», ἐνῶ καὶ τὰ πονηρὰ πνεύματα ὑποτάσσονται στὸν λόγο του καὶ ἐκβάλλονται, οἱ ἄνθρωποι ἀπεναντίας ἔχουν τὴν ἐλευθερία καὶ τὴ δύναμη νὰ ἀπιστοῦν καὶ νὰ ἀντιτάσσονται. Νὰ κλείνουν τὴν καρδιὰ καὶ τὰ αὐτιά τους, ὅταν Ἐκεῖνος μιλάει. Ὅσο ὅμως καὶ ἂν ἀπιστοῦμε ἐμεῖς, «ἐκεῖνος πιστὸς μένει». Δὲν μπορεῖ νὰ ἀρνηθεῖ τὸν ἑαυτό του, νὰ ἀθετήσει τοὺς λόγους του. «Ἀρνήσασθαι ἑαυτὸν οὐ δύναται» (Β΄ Τιμ. 2, 11-13). Οἱ λόγοι του θὰ ἐκπληρωθοῦν ὅλοι στὸν καιρό τους. Πόσο εὐλογημένος ὁ ἄνθρωπος ποὺ «ἐπίστευσε τῷ λόγῳ, ᾧ εἶπεν αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς»! (Ἰω. 4, 50).

Ποῦ ἀνήκουμε ἐμεῖς; Μήπως σὲ ἐκείνους ποὺ «τοῖς ὠσὶν αὐτῶν βαρέως ἤκουσαν»; (Ἡσ. 6, 10). Ποὺ ἔχουν τὰ αὐτιά τους γιὰ στολίδια μόνο καὶ ὄχι γιὰ νὰ ἀκοῦνε;

Το Πρώτο Μυστήριο (π. Δημητρίου Μπόκου)

Ὁ Χριστὸς «περιπατῶν παρὰ τὴν θάλασσαν τῆς Γαλιλαίας», ἄρχισε νὰ ἁλιεύει τοὺς πρώτους μαθητές του. Ὁ Πέτρος καὶ ὁ Ἀνδρέας, ὁ Ἰωάννης καὶ ὁ Ἰάκωβος, ἔλαβαν τὴν πρώτη κλήση τους νὰ τὸν ἀκολουθήσουν. Οἱ Πρωτόκλητοι αὐτοὶ μαθητὲς ἄφησαν πράγματι πλοῖα καὶ δίκτυα, οἰκείους καὶ συγγενεῖς, καὶ ἔγιναν ἀκόλουθοί του (Κυριακὴ Β΄ Ματθαίου).

Τὸ σημαντικότερο βέβαια δὲν εἶναι οἱ περιουσίες ποὺ ἄφησαν, οὕτως ἢ ἄλλως ἁπλοῖ καὶ φτωχοὶ ἄνθρωποι ἦταν. Περισσότερο κόστος γι’ αὐτοὺς εἶχε ἡ ἐγκατάλειψη τοῦ τρόπου ζωῆς ποὺ εἶχαν ὣς τότε. Εἶπαν ὁριστικὰ ἀντίο στὴν ἥσυχη, ἤρεμη, ἁπλοϊκή, γαλήνια βιοτή τους. Ἄφησαν τὴν ἡσυχία τους γιὰ νὰ μποῦν σὲ περιπέτειες. Ὁ Χριστὸς δὲν τοὺς ἔδωσε ὑποσχέσεις γιὰ καλοπέραση, ἀλλὰ γιὰ κακοπάθεια καὶ μαρτύρια. Τί ἦταν τότε αὐτὸ ποὺ ἔκαμε τοὺς ἀποστόλους νὰ ἀφήσουν τὰ πάντα καὶ νὰ ἀκολουθήσουν τὸν Χριστό;

Κατανόησαν μήπως ἀπὸ τὴν ἀρχὴ τὸ ἄμετρο βάθος τῆς θεϊκῆς σοφίας; Ὄχι βέβαια. Ἡ ἀκριβὴς γνώση «περὶ τῆς αὐθεντικῆς εἰκόνος τοῦ Θείου Εἶναι» δὲν δίδεται ἀμέσως, ἐξαρχῆς. Ἀποκτᾶται σταδιακά. Εἶναι ἡ συνεχὴς πάλη μὲ τὸν Θεό. Στὴ ζωὴ τοῦ κάθε ἀνθρώπου «ὁ Θεὸς ἀποκαλύπτεται βαθμηδόν». Κατὰ παρόμοιο τρόπο, σιγά-σιγά, «πολυμερῶς καὶ πολυτρόπως», «ἀπεκαλύπτετο Οὗτος εἰς τοὺς Πατέρας καὶ τοὺς Προφήτας μετ’ αὐξανομένης δυνάμεως καὶ βάθους» (Ἁγ. Σωφρονίου, Περὶ προσευχῆς, σ. 126). Τὸ ἴδιο ἀκριβῶς συνέβη καὶ στοὺς ἀποστόλους, ἀκόμη καὶ στὴν Παναγία.

Αὐτὸ ποὺ ἐξαρχῆς εἶχαν οἱ ἀπόστολοι, ἦταν μόνο ἡ πίστη. Τοὺς μίλησε ὁ Χριστὸς καὶ αὐτοὶ τὸν πίστεψαν. Δέχτηκαν τὰ λόγια του ὡς τὴν ἀπόλυτη ἀλήθεια. Ὁ Πρόδρομος Ἰωάννης τοὺς ὑπέδειξε τὸν Χριστὸ ὡς σωτήρα τοῦ κόσμου καὶ αὐτοὶ τὸν ἐμπιστεύτηκαν. Τὸν θεώρησαν ὡς τὸν μοναδικὸ θησαυρό. «Τὸ ὄντως ἐφετόν». Τὸ μόνο ποὺ θὰ ἔπρεπε νὰ ἐπιθυμεῖ ὁ ἄνθρωπος. Πίστεψαν ὅτι εἶναι ὁ ἐκλεκτὸς τοῦ Θεοῦ. Ὁ προσδοκώμενος Μεσσίας, ὁ ἀναμενόμενος Υἱὸς τοῦ Θεοῦ. «Ὃν ἔγραψε Μωυσῆς ἐν τῷ νόμῳ καὶ οἱ προφῆται» (Ἰω. 1, 46). Αὐτὸς ποὺ θὰ ἀλλάξει τὰ πάντα στὴ ζωή τους. «Ἰδοὺ καινὰ ποιῶ τὰ πάντα» (Ἀποκ. 21, 5). Γιὰ τὸν ὁποῖο καὶ μόνο ἀξίζει νὰ ζήσουν.

Τελεσιουργήθηκε ἔτσι μέσα τους μὲ τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ τὸ πρῶτο σωτήριο μυστήριο: Ἡ πίστη στὸν Υἱὸ τοῦ Θεοῦ, τὸν Χριστό, ποὺ «δι’ ἡμᾶς» ἔγινε καὶ ἄνθρωπος. Ἡ πίστη αὐτή, αὐξανόμενη μέρα μὲ τὴ μέρα, θὰ γινόταν ὁ σαρωτικὸς ἄνεμος ποὺ θὰ μετέβαλε ἄρδην τὴ ζωή τους.

Καὶ πρὶν καὶ μετὰ ἀπὸ αὐτούς, πολλοὶ ἄνθρωποι πορεύτηκαν μὲ τὸ ἴδιο κριτήριο, μὲ ἀποκλειστικὴ πυξίδα τὴν πίστη τους.

Κορυφαῖος ὅλων ὁ εὐλογημένος γενάρχης τῶν ἐθνῶν Ἀβραάμ, ποὺ πίστεψε στὴν ὑπόσχεση τοῦ Θεοῦ, ἀκόμα καὶ ὅταν ὅλα τὰ λογικὰ δεδομένα στρέφονταν μανιωδῶς ἐναντίον του. «Ἐξῆλθεν» ἀπὸ τὴν πατρικὴ γῆ καὶ τὴ συγγένειά του, χωρὶς νὰ ξέρει κἂν ποῦ πηγαίνει. «Πίστει παρῴκησεν εἰς τὴν γῆν τῆς ἐπαγγελίας ὡς ἀλλοτρίαν» (Ἑβρ. 11, 8-9). Ἐμπιστεύθηκε πλήρως τὸν Θεό, ἀκόμα καὶ ὅταν τοῦ ὑποσχόταν υἱὸ στὰ ἑκατό του χρόνια, ἀκόμα καὶ ὅταν, ἐν συνεχείᾳ, τοῦ ζητοῦσε νὰ θυσιάσει αὐτὸν τὸν υἱό, μέσῳ τοῦ ὁποίου, κατὰ τὴν ὑπόσχεση πάντα τοῦ Θεοῦ, θὰ ἀποκτοῦσε πλῆθος ἀπογόνων, ὡς τὰ ἄστρα τοῦ οὐρανοῦ.

Ἡ πίστη αὐτὴ τοῦ Ἀβραάμ, τῶν προφητῶν, τῶν ἀποστόλων, τῶν ἁγίων, εἶναι τὸ πρῶτο μεγαλειῶδες μυστήριο στὴν ψυχὴ τοῦ ἀνθρώπου. Καὶ ἔχει τὴ δύναμη γιὰ τρομακτικὲς ἀνατροπὲς στὴ ζωή του.

Ἐμπιστευόμαστε ἐμεῖς καθόλου τὸν Χριστό;

«Πρόσθες ἡμῖν πίστιν», Κύριε!

Ο Φωτισμός του Αγίου Πνεύματος (π. Δημητρίου Μπόκου)

Ἡ Πεντηκοστὴ ἄρχισε μὲ τὴν ἐπιφοίτηση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος γιὰ νὰ μὴν τελειώσει ποτέ. Ἡ διαχρονικὴ πορεία τῆς Ἐκκλησίας εἶναι μιὰ ἀδιάλειπτη Πεντηκοστή, ὅπου δρᾶ, ἐνεργοποιεῖται καὶ πρωτοστατεῖ σὲ ὅλα τὸ ζωαρχικὸ καὶ τελεταρχικὸ Ἅγιο Πνεῦμα. Ἡ Κυριακὴ τῶν Ἁγίων Πάντων εἶναι ἡ συνέχεια τῆς Πεντηκοστῆς, τῆς ἑορτῆς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.

Ἡ ἀνθρωπότητα προσφέρει «τῷ φυτουργῷ τῆς κτίσεως», στὸν Δημιουργὸ Θεό, «ὡς ἀπαρχὰς τῆς φύσεως», ὅπως πρόσφεραν τὰ πρωτογεννήματα οἱ Ἰσραηλίτες, «τοὺς θεοφόρους μάρτυρας», τοὺς πρώτους καρποὺς τῆς παρουσίας τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Στὴ συνέχεια ἀκολουθεῖ ἡ ἄφθονη συγκομιδή, οἱ ἅγιοι ὅλων τῶν ἐποχῶν, τεράστιο νέφος μαρτύρων καὶ ἁγίων «περικείμενον ἡμῖν». Τὸ Ἅγιο Πνεῦμα δὲν σταματάει ποτὲ νὰ ἀπεργάζεται τὸν φωτισμὸ καὶ τὸν ἁγιασμὸ ὅλων μας.

Ὁ Χριστὸς εἶχε ἤδη μιλήσει στοὺς μαθητές του γιὰ τὴν ἀνάγκη φωτισμοῦ ἀπὸ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα. Πολλὲς φορὲς οἱ μαθητὲς δὲν κατανοοῦσαν αὐτὰ ποὺ τοὺς ἔλεγε ὁ Χριστός. «Ἐκεῖνοι δὲ οὐκ ἔγνωσαν τίνα ἦν ἃ ἐλάλει αὐτοῖς». Κάποιες μάλιστα φορὲς τοὺς «μάλωνε» γιὰ τὴ βραδύνοιά τους σὲ θέματα πνευματικά. Ἤθελε νὰ τοὺς διδάξει καὶ πολλὰ ἄλλα πράγματα, ἀλλὰ ἐκεῖνοι δὲν ἦταν ἀκόμα σὲ θέση νὰ τὰ καταλάβουν ὅλα. «Οὐ δύνασθε βαστάζειν ἄρτι», τοὺς ἔλεγε. Γι’ αὐτὸ καὶ θὰ σᾶς στείλω τὸν Παράκλητο, «τὸ Πνεῦμα τῆς ἀληθείας», γιὰ νὰ σᾶς φωτίσει. Νὰ σᾶς «ὁδηγήσει εἰς πᾶσαν τὴν ἀλήθειαν». Τὸ Ἅγιο Πνεῦμα θὰ σᾶς ἐξηγήσει τὰ πάντα, ὅλα ὅσα σᾶς ἔχω διδάξει.

Ἂς δοῦμε ὅμως καὶ ἕνα παράδειγμα γιὰ τὰ θέματα ποὺ θὰ γίνονταν κατανοητὰ μὲ τὸν φωτισμὸ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Λέει ὁ Χριστὸς λίγο πρὸ τοῦ Πάθους του: Ὅταν ἔλθει τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, θὰ ἐλέγξει τὸν κόσμο γιὰ τρία πράγματα. «Περὶ ἁμαρτίας καὶ περὶ δικαιοσύνης καὶ περὶ κρίσεως».

Γιὰ ποιὰ ἁμαρτία θὰ ἐλέγξει τὸν κόσμο τὸ Ἅγιο Πνεῦμα; Γιὰ τὴν ἀπιστία του ἀπέναντι στὸν Χριστό. Ἐνῶ Ἐκεῖνος διακήρυξε ὅτι εἶναι ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ καὶ τὸ ἀπέδειξε αὐτὸ μὲ τὰ θαυμαστὰ ὑπερφυσικὰ ἔργα του, οἱ ἄνθρωποι παρέμειναν στὴν ἀσυγχώρητη ἁμαρτία τῆς ἀπιστίας.

Θὰ ἀποδείξει ἐπίσης τὸ Ἅγιο Πνεῦμα ὅτι οἱ ἄνθρωποι ἀγνόησαν τὴ δικαιοσύνη τοῦ Χριστοῦ. Ἀλλά, ἂν καὶ ἔβγαλαν καταδικαστικὴ ἀπόφαση ἐναντίον του καὶ τὸν ὑπέβαλαν σὲ ἄδικο καὶ ἄτιμο θάνατο, σὰν τὸν ἔσχατο τῶν κακούργων, ὁ Χριστὸς παρὰ ταῦτα ἦταν δίκαιος. Καὶ ἀντί, ὅπως νόμιζαν αὐτοί, νὰ ὁδεύει πρὸς τὴν κόλαση ὡς ἐγκληματίας, ὁ Χριστὸς πηγαίνει πρὸς τὸν Πατέρα του, δικαιωμένος, τιμημένος καὶ ἔνδοξος, γιατὶ ὑπάκουσε στὸ θέλημά του «μέχρι θανάτου, θανάτου δὲ σταυροῦ». Στὸ ἑξῆς οἱ ἄνθρωποι δὲν θὰ τὸν ἔβλεπαν μὲ τὰ σωματικά τους μάτια.

Καὶ ἐπιπλέον τὸ Ἅγιο Πνεῦμα θὰ φανερώσει, ὅτι ὁ ἄρχοντας τοῦ κόσμου τούτου, ὁ διάβολος, ἔχει κριθεῖ καὶ κατακριθεῖ. Ὅτι ἔχει ἐκδοθεῖ «κρίσις» ἐναντίον του, καταδικαστικὴ ἀπόφαση τελικὴ καὶ ὁριστική, μὲ τὴν ὁποία χάνει κάθε ἐξουσία του, διότι διέπραξε τὴν ἄκρα ἀδικία: Τόλμησε νὰ καταδικάσει σὲ θάνατο τὸν Χριστό, χωρὶς νὰ εἶναι ἁμαρτωλὸς καὶ ἄρα ὑποκείμενος σὲ θάνατο. Ξεπέρασε ἔτσι τὰ ὅρια τῆς δικαιοδοσίας του (Ἰω. 10, 6. 16, 8-13. Μάρκ. 8, 17. Φιλ. 2, 8).

Γι’ αὐτὰ καὶ γιὰ πολλὰ ἄλλα πράγματα φώτισε τὸν κόσμο τὸ Ἅγιο Πνεῦμα. Καὶ ὅσοι κατάλαβαν ὅτι ἀρνήθηκαν «τὸν ἅγιον καὶ δίκαιον» καὶ ὅτι ἀπέκτειναν «τὸν ἀρχηγὸν τῆς ζωῆς», μετανόησαν, βαπτίσθηκαν καὶ ἔλαβαν «τὴν δωρεὰν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος» (Πράξ. 2, 38. 3, 14-15). Σώθηκαν.

Εἴμαστε κι ἐμεῖς μεταξὺ αὐτῶν; Ἢ ἐμμένουμε στὴν πώρωση τῆς κακίας;

Το Δώρο της Πεντηκοστής

Σχετικά με το δώρο του Παρακλήτου την ημέρα της Πεντηκοστής τρία πράγματα είναι εντυπωσιακά:

Πρώτο, είναι ένα δώρο σ’ όλους τους ανθρώπους του Θεού: «και επλήσθησαν άπαντες Πνεύματος Αγίου» (Πραξ.2,4). Το δώρο του Πνεύματος δεν απονέμεται μόνο στους επισκόπους και τον κλήρο, αλλά σε κάθε βαπτισμένο.

Δεύτερο, είναι ένα δώρο ενότητας: «ήσαν άπαντες ομοθυμαδόν επί το αυτό» (Πραξ. 2,1). Το Άγιο Πνεύμα κάνει τους πολλούς να είναι ένα Σώμα εν Χριστώ.

Τρίτο, το δώρο του Πνεύματος είναι ένα δώρο διαφοροποίησης· οι γλώσσες της φωτιάς «διαμερίζονται» (Πραξ. 2,3) και κατανέμονται άμεσα στον καθένα. Το Άγιο Πνεύμα δε μας κάνει μόνο όλους ένα, άλλά κάνει και τον καθένα μας διαφορετικό. Στην Πεντηκοστή η πολλαπλότητα των γλωσσών δεν καταργήθηκε αλλά έπαψε να είναι η αιτία του χωρισμού· όπως προηγουμένως, ο καθένας μιλούσε στη δική του γλώσσα, αλλά με τη δύναμη του Πνεύματος ο καθένας μπορούσε να καταλάβει τους άλλους.

Καλλίστου Γουέαρ, Επίσκοπος Διοκλείας

“Οι άνθρωποι που έχουν επίγνωση, φοβούνται που θα γονατίσουνε…”

Φοβηθείτε αύριο της Πεντηκοστής, να γονατίσετε. Οι άνθρωποι που έχουν επίγνωση, φοβούνται που θα γονατίσουνε.

Γιατί ξέρετε τί πάει να πει να γονατίσεις αυριο;
Πάει να πει: Είμαι εντάξει, ταπεινώθηκα… και περιμένω την επιφοίτηση του Πνεύματος του Αγίου.

Να έρθει αυτή η περιστερά που κατεβαίνει από τον Ουρανό, να καθίσει και σε μένα τον αμαρτωλό.

Αλλά αυτή η περιστερά, η Χάρις του Πνεύματος του Αγίου, είναι η περιστερά της Κιβωτού.

Θυμόσαστε όταν ο Νώε απέλυσε τον κόρακα, για να δει κατά πόσο κόπασαν τα ύδατα, δεν επέστρεψε πίσω. Τράφηκε με τα πτώματα.

Έπειτα ο Νώε απέλυσε την περιστερά. Βγήκε η περιστερά, αναφέρει η Γραφή και πέταξε. Αλλά η περιστερά δεν κάθεται στο βρώμικο.

Δεν κάθεται πάνω στα θνησιμαία αυτά και στη βρώμα και στη δυσωδία που υπήρχε επί της επιφανείας των υδάτων, λόγω του κατακλυσμού. Και μη έχουσα που να ξεκουράσει τας πόδας της, επέστρεψε εις την Κιβωτόν.

Αυτό θα συμβεί σε πολλούς από εμάς. Θα γονατίσουμε και θα πούμε:
– Δεύτε κλίνατε στο γόνυ…

Και θα πέσουμε κάτω στρωματσάδα. Θα βγει η περιστερά από το Ιερό και θα αρχίσει να πετά στους γονυκλιμένους ανθρώπους και θα τους εξετάζει. Τί θα βρει επάνω μας;

Θα βρει αγάπη; Θα βρει παιδοποιϊα; Θα βρει νηστεία; Θα βρει εξομολογημένους ανθρώπους; Θα βρει αγαπημένους ανθρώπους; Τί θα βρει;

Πείτε μου, εάν πάμε την Κυριακή της Πεντηκοστής στην Εκκλησία και γονατίσουμε, θα καθίσει και σε εμάς το Πνεύμα το Άγιο;

Θα πάει εδώ… δεν μιλάει με την συννυφάδα της.
Θα πάει εκεί… ψευδορκίστηκε χθες.
Θα πάει πιο κάτω… έφαγε τον παπά με τη γλώσσα της.

Θα πάει πιο πέρα… σκότωσε τα παιδιά της.
Θα πάει παραπέρα… κλέβει με το ζύγι.

Θα πάει, θα πάει, θα πάει… πείτε μου που θα καθίσει; Και από εκεί μπορεί να καταλάβει ο άνθρωπος, σε ποιά κατάσταση βρίσκεται.

Θα φτάσει κάτω μέχρι το παγκάρι και θα ξαναγυρίσει. Και όπου βρει καθαρότητα και ετοιμασία, θα καθίσει.

Όπου όμως δεν βρει, δεν πρόκειται να καθίσει.

Δεν εκβιάζεται η Χάρις. Η Χάρις είναι βασίλισσα και όπου θέλει πνει (Ιωάν. 3,8). Δεν διατάσσεται!

– Πήγαινε εκεί, γιατί το είπε η μητέρα. Να αγιάσει το γιό, τον πόρνο. Να αγιάσει την κοπέλα που χώρισε το ανδρόγυνο…

Δεν τα κάνει αυτά το Πνεύμα το Άγιο. Δεν διατάσσεται!

Γι’ αυτό οι άνθρωποι έχουν αγριέψει.
Γι’ αυτό οι άνθρωποι έχουν κάνει ένα τρελοκομείο σήμερα και δεν έχουν κάνει την ωραία οικογένεια, με την αγάπη, την ειρήνη, με τη χαρά, με τη χρηστότητα, με την μακροθυμία, με τα πάντα που είναι καρποί της Χάριτος του Πνεύματος του Αγίου.

Δημήτριος Παναγόπουλος ο Ιεροκήρυκας (1916 – 1982)

Το Άγιο Πνεύμα (π. Δημητρίου Μπόκου)

Ὁ Χριστὸς εἶχε μιλήσει στοὺς μαθητές του πολλὲς φορὲς γιὰ τὴν ἔλευση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἡ ὕπαρξη τοῦ ὁποίου, μέχρι νὰ ὁλοκληρωθεῖ πλήρως τὸ ἐπὶ γῆς ἔργο τοῦ Χριστοῦ, δὲν ἦταν ἀκόμα φανερὴ στοὺς ἀνθρώπους. «Οὐ γὰρ ἦν Πνεῦμα Ἅγιον, ὅτι Ἰησοῦς οὐδέπω ἐδοξάσθη» (Ἰω. 7, 39). Ἔτσι λοιπόν, λίγο πρὶν τὴν Ἀνάληψη, τοὺς παράγγειλε νὰ περιμένουν σὲ λίγες μέρες «τὴν ἐπαγγελίαν τοῦ Πατρὸς ἣν ἠκούσατέ μου». Θὰ ἔπαιρναν δύναμη γιὰ τὸ κηρυκτικὸ ἔργο τους, διότι θὰ ἐρχόταν φανερὰ πάνω τους τὸ Ἅγιο Πνεῦμα (Πράξ. 1, 4-8) (Κυριακὴ τῆς Πεντηκοστῆς).

Ἡ παρουσία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ὅμως, ἂν καὶ ἀφανὴς μέχρι τότε στοὺς ἀνθρώπους, δὲν εἶχε λείψει ποτὲ ἀπὸ τὸν κόσμο. Ὁ Θεὸς ἐνεργοῦσε τὰ πάντα μὲ τρόπο τριαδικό. Ἀπὸ τὴν ἀρχὴ τῆς δημιουργίας ὁ Υἱὸς καὶ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα συνδημιουργοῦν καὶ συμπράττουν μὲ τὸν Πατέρα σὲ ὅλα.

Ἔτσι, πίσω ἀπὸ πολλὲς ἐμφανίσεις τοῦ Θεοῦ στὴν Παλαιὰ Διαθήκη ὑπάρχει ὁ Χριστός, ὅπως π. χ. στὸ ὄρος Χωρήβ, ὅπου ἐμφανίζεται στὸν Μωυσῆ «ἄγγελος Κυρίου ἐν πυρὶ φλογὸς ἐκ τοῦ βάτου». Ἀμέσως ὅμως μετὰ «ἐκάλεσεν αὐτὸν ὁ Κύριος ἐκ τοῦ βάτου λέγων, … ἐγώ εἰμι ὁ Θεὸς τοῦ πατρός σου, … ἐγώ εἰμι ὁ ὤν». Δὲν ἐμφανίστηκε δηλαδὴ στὸν Μωυσῆ ἐκεῖ ἁπλῶς κάποιος ἄγγελος, ἀλλὰ ὁ «μεγάλης βουλῆς ἄγγελος», ὁ ἴδιος ὁ Χριστὸς (Ἐξ. 3, 1-6. Ἡσ. 9, 6).

Κατὰ παρόμοιο, ἀφανῆ γιὰ τοὺς ἀνθρώπους τρόπο, δρᾶ καὶ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα στὴν προχριστιανικὴ ἐποχή. Ὅταν ὁ Σαοὺλ χρίσθηκε ἀπὸ τὸν προφήτη Σαμουήλ, κατ’ ἐντολὴν τοῦ Θεοῦ, πρῶτος βασιλιὰς τῶν Ἰσραηλιτῶν, ἦλθε πάνω του τὸ Ἅγιο Πνεῦμα καὶ τὸν ἀλλοίωσε. Ὁ Σαμουὴλ τοῦ προεῖπε ὅτι θὰ γίνει ἄλλος ἄνθρωπος. «Ἐφαλεῖται ἐπὶ σὲ Πνεῦμα Κυρίου καὶ προφητεύσεις… καὶ στραφήσει εἰς ἄνδρα ἄλλον». Θὰ ἔλθει πάνω σου καὶ θὰ σὲ καταλάβει Πνεῦμα Κυρίου. Ὅπως καὶ πράγματι ἔγινε. Καὶ «μετέστρεψεν αὐτῷ ὁ Θεὸς καρδίαν ἄλλην». Ἄλλαξε τὴν καρδιά του ὁ Θεός.

Ἀνάμεσα στὰ ἄλλα θαυμαστὰ ποὺ συνέβησαν τότε στὸν Σαούλ, ἦταν καὶ τοῦτο: Ἀπὸ τὸ βουνὸ ἀπέναντί του κατέβαινε μιὰ ὁμάδα προφητῶν ποὺ προφήτευαν καὶ ὑμνοῦσαν τὸν Θεό. Ὅταν ἔφτασαν μπροστά του, ἦλθε τὸ Ἅγιο Πνεῦμα καὶ στὸν Σαούλ. «Καὶ ἥλατο ἐπ’ αὐτὸν Πνεῦμα Θεοῦ, καὶ προεφήτευσεν ἐν μέσῳ αὐτῶν». Ὅλοι ὅσοι τὸν ἤξεραν ἀπὸ πρίν, διερωτήθηκαν μὲ ἀπορία: Τί εἶναι αὐτὸ ποὺ συνέβη στὸν υἱὸ τοῦ Κίς; «Ἦ καὶ Σαοὺλ ἐν προφήταις;» Ἀλήθεια καὶ ὁ Σαοὺλ ἀνήκει στοὺς προφῆτες; Ἡ φράση τους ἔμεινε στὸ ἑξῆς παροιμιώδης: «Καὶ Σαοὺλ ἐν προφήταις;»

Τὸ Ἅγιο Πνεῦμα παρέμεινε πάνω στὸν Σαούλ, ἐνόσῳ αὐτὸς ἀκολουθοῦσε τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ. Ὅταν ὅμως στὴ συνέχεια ὁ Σαοὺλ ἀποδείχτηκε παρήκουος στὸν Θεό, τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ τὸν ἐγκατέλειψε. Ἐξέλεξε ἄλλον γιὰ βασιλιὰ τοῦ Ἰσραήλ, τὸν ἐκλεκτό του δοῦλο Δαυΐδ. Καὶ ὅταν ὁ Σαμουὴλ ἔχρισε τὸν Δαυΐδ βασιλιά, συνέβη τὸ ἴδιο θαυμαστὸ φαινόμενο. «Ἐφήλατο Πνεῦμα Κυρίου ἐπὶ Δαυΐδ ἀπὸ τῆς ἡμέρας ἐκείνης καὶ ἐπάνω» (Α΄ Βασ. 10, 1-13. 16, 13).

Τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, πανταχοῦ καὶ πάντοτε παρόν, νύχτα καὶ ἡμέρα ἀπεργάζεται τὴ σωτηρία μας.

Τὸ θέλουμε στὴ ζωή μας; Ἂς τὸ καλοῦμε λοιπὸν ἀδιαλείπτως. «Ἐλθὲ καὶ σκήνωσον ἐν ἡμῖν».

Η αιώνια ζωή δεν είναι υπόσχεση μόνο για το μέλλον· είναι ήδη παρούσα σε όποιον γνωρίζει και αγαπά τον Θεό Πατέρα μέσα από τον Υιό Του…

Την Κυριακή πριν από την Πεντηκοστή η Εκκλησία μας τιμά τη μνήμη των 318 Αγίων Πατέρων της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου (Νίκαια, 325 μ.Χ.). Η Ευαγγελική περικοπή η οποία διαβάζεται στην θεία Λειτουργία προέρχεται από το Κατά Ιωάννην Ευαγγέλιο, κεφάλαιο 17, στίχοι 1-13 — γνωστή και ως η «Αρχιερατική Προσευχή» του Χριστού. Πρόκειται για μια από τις πιο διδακτικές και συγκινητικές στιγμές της Καινής Διαθήκης, όπου ο Ιησούς υψώνει τα μάτια Του στον Ουρανό και απευθύνεται στον Πατέρα Του λίγο πριν από το Πάθος Του.

Ο Χριστός δεν προσεύχεται μόνο για τους Μαθητές Του, αλλά για όλους όσοι θα πιστέψουν στο όνομά Του. Ζητά την ενότητα των πιστών, «ἵνα ὦσιν ἓν» (στίχ. 11), όπως Εκείνος είναι ένα με τον Πατέρα. Ζητά επίσης να διατηρηθούν στην αλήθεια και να έχουν τη χαρά Του μέσα τους.

Ένα από τα συγκλονιστικά σημεία της προσευχής είναι η φράση: «Αὕτη δέ ἐστιν ἡ αἰώνιος ζωή, ἵνα γινώσκωσι σὲ τὸν μόνον ἀληθινὸν Θεόν, καὶ ὃν ἀπέστειλας Ἰησοῦν Χριστόν» (Ιω. 17:3). Ο Χριστός δεν ορίζει την αιώνια ζωή ως απλώς χρόνο χωρίς τέλος, αλλά ως μία ζωντανή και προσωπική σχέση με τον Θεό Πατέρα, μέσω της γνώσης και κοινωνίας με τον ίδιο τον Υιό Του. Κατά τον Άγιο Κύριλλο Αλεξανδρείας, η γνώση αυτή δεν είναι διανοητική, αλλά βιωματική και σωτηριολογική: η αληθινή ζωή βρίσκεται στην ένωση με τον Χριστό και την αποδοχή της θεότητάς Του.

Η «γνώση» που αναφέρει ο Ιησούς είναι μια εσωτερική εμπειρία της θείας παρουσίας, και όχι απλώς μία πληροφορία για τον Θεό. Ο Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος εξηγεί ότι δεν μπορούμε να γνωρίσουμε τον Θεό πλήρως στη φύση Του, αλλά μέσα από τον Υιό Του βλέπουμε το πρόσωπο του Πατέρα και γινόμαστε κοινωνοί της ζωής Του. Αυτή η γνώση είναι η πηγή της αιωνιότητας, το ξεπέρασμα του θανάτου.

Σε μια εποχή διασπάσεων και σύγχυσης, η Αρχιερατική Προσευχή μάς καλεί να αναζητούμε την ενότητα στην αλήθεια και την αγάπη, δηλαδή στον Θεάνθρωπο Χριστό. Όπως τότε οι Πατέρες βροντοφώναξαν ότι ο Χριστός είναι αληθινός Θεός, έτσι και σήμερα καλούμαστε να ομολογούμε με πίστη και ταπείνωση τη θεότητά Του και να ζούμε ως ενωμένοι αδελφοί, μέλη του ενός Σώματος της Εκκλησίας. Η αιώνια ζωή, λοιπόν, δεν είναι υπόσχεση μόνο για το μέλλον· είναι ήδη παρούσα σε όποιον γνωρίζει και αγαπά τον Θεό Πατέρα μέσα από τον Υιό Του.

Μητροπολίτης Χονγκ Κονγκ Νεκτάριος

Μετά τη Σταύρωση (π. Δημητρίου Μπόκου)

Οἱ Μυροφόρες γυναῖκες πρωτοστάτησαν στὰ ἱερὰ δρώμενα τοῦ θείου Πάθους, ὅταν οἱ μαθητὲς τοῦ Χριστοῦ διασκορπίστηκαν ἀπὸ τὸν φόβο τῶν Ἰουδαίων καὶ ἐπέστρεψαν ὁ καθένας «εἰς τὰ ἴδια». Μετὰ τὴ Σταύρωση τοῦ Χριστοῦ ἔλαβαν χώρα ἀρκετὰ γεγονότα καὶ μάλιστα σὲ πολὺ σύντομο σχετικὰ διάστημα. Οἱ κρυφοὶ μαθητὲς Ἰωσὴφ καὶ Νικόδημος ἀνέλαβαν δράση γιὰ τὴν ταφὴ τοῦ Κυρίου. Οἱ Μυροφόρες, πανταχοῦ παροῦσες, μὲ πρωτοκορυφαία τὴ Μητέρα τοῦ Κυρίου, παρακολουθοῦσαν ἀπὸ κοντὰ τὰ γενόμενα, συμμετεῖχαν μὲ τὸν τρόπο τους στὴν ἀποκαθήλωση καὶ τὴν ταφὴ τοῦ μεγάλου νεκροῦ. Καὶ κυρίως πρωτοστάτησαν στὴν ἀναγγελία τῆς Ἀνάστασης. Ἔγιναν οἱ πρῶτες εὐαγγελίστριες (Κυριακὴ τῶν Μυροφόρων).

Οἱ κρυφοὶ μαθητές, οἱ Μυροφόρες, οἱ Φαρισαῖοι, οἱ Ρωμαῖοι, πρωταγωνιστοῦν μετὰ τὴ Σταύρωση σὲ μιὰ σειρὰ γεγονότων, μερικὰ ἀπὸ τὰ ὁποῖα φαίνονται δευτερεύοντα ἢ καὶ ἀσήμαντα, ἀλλὰ ποὺ ὅλα μαζὶ συνθέτουν ἕνα θαυμαστὸ πάζλ. Καὶ δείχνουν ὅτι ὅλα κατευθύνονται ἀπὸ τὴν ὑπερέχουσα σοφία τοῦ Θεοῦ, ὅλα ὑπακούουν στὸ πολυδύναμο, ἀγαθοποιὸ σχέδιό του.

Ἔτσι λοιπόν, ἀντὶ γιὰ τοὺς ἀσήμαντους κοινωνικὰ μαθητές, πιστοποιοῦν τὸν θάνατο τοῦ Χριστοῦ οἱ ἐπίσημοι ἄρχοντες τοῦ Ἰσραὴλ Ἰωσὴφ καὶ Νικόδημος. Ὁ Πιλάτος, ἡ τοπικὴ ἀνώτατη ρωμαϊκὴ πολιτικὴ ἐξουσία, ἀκολουθώντας τὴν πάγια κανονικὴ διαδικασία, ζητάει ἐπίσημη ἀναφορὰ τοῦ ἑκατοντάρχου καὶ ἐπιβεβαιώνει ἔτσι πανηγυρικὰ καὶ αὐτὸς τὸν θάνατο τοῦ Χριστοῦ. Ὁ στρατιώτης λογχίζει τὴν πλευρὰ τοῦ Ἐσταυρωμένου καὶ τρέχει αἷμα καὶ ὕδωρ, πράγμα ποὺ ἐπιβεβαιώνει τὸν πραγματικό του θάνατο.

Μπρὸς στὰ μάτια ἐχθρῶν καὶ φίλων, ὁ νεκρὸς τυλίγεται σφιχτὰ μὲ σεντόνι καὶ ἐμβαπτίζεται σὲ μεγάλη (ἄνω τῶν 32 κιλῶν) ποσότητα μύρων, ποὺ θὰ γίνονταν ἐν συνεχείᾳ ἕνα μὲ τὸ δέρμα καὶ θὰ ὁδηγοῦσαν σὲ ἄμεση ἀσφυξία, ἂν παρ’ ἐλπίδα ἦταν ἀκόμα ζωντανός. Ἐπισήμως πιστοποιηθέντα τὰ πάντα, ἀφαιροῦν κάθε βάση ἀπὸ τὰ φληναφήματα ποὺ θὰ διατυπώνονταν διαχρονικὰ ἀπὸ ἀνόητα μυαλά, ὅτι δῆθεν ὁ Χριστὸς δὲν πέθανε πραγματικὰ στὸν Σταυρό, ἀλλὰ ἔπεσε προσωρινὰ σὲ λιποθυμία ἢ κῶμα καὶ κατόπιν στὴ δροσιὰ τοῦ τάφου συνῆλθε.

Ὁ τάφος ὅπου τέθηκε τὸ σῶμα τοῦ Χριστοῦ, ἦταν καινούργιος, ἀχρησιμοποίητος. Δὲν ὑπῆρχε ἐκεῖ πρὶν ἄλλος θαμμένος νεκρός, ποὺ θὰ μποροῦσε ἴσως νὰ μπερδευτεῖ μὲ τὸν Χριστό. Ὁ τάφος κλείστηκε καὶ σφραγίστηκε προσωπικὰ ἀπὸ τοὺς Φαρισαίους καὶ τὴ ρωμαϊκὴ κουστωδία. Ἡ φρουρὰ τῶν δεκαέξι στρατιωτῶν ἀπέκλειε τὸ ἐνδεχόμενο κλοπῆς τοῦ νεκροῦ ἀπὸ τοὺς μαθητές. Εἶχαν ληφθεῖ λοιπὸν προληπτικὰ ὅλα τὰ ἐπίσημα μέτρα, γιὰ νὰ ἀποκλειστεῖ κάθε ἀπρόοπτο, νὰ θαφτεῖ μιὰ γιὰ πάντα ἡ ὑπόθεση «Χριστός». Μὰ ὅλα ὁ Θεὸς τὰ χρησιμοποίησε γιὰ τὸ ἀντίθετο. Γιὰ νὰ πιστοποιηθεῖ πανηγυρικότερα ἡ Ἀνάσταση. Νὰ κλείσουν τὰ στόματα ὅλων τῶν ἀρνητῶν.

Ἔγιναν ὅλα μὲ ἐπίσημο τρόπο, γιὰ νὰ διαπιστωθεῖ ἐξ ἴσου ἐπίσημα καὶ ἡ ἀνατροπή τους. Παρὰ τὰ μέτρα, ὁ Χριστὸς ἀναστήθηκε. Ὁ τάφος ἀνοίχτηκε. Οἱ σφραγίδες ἔσπασαν. Οἱ Μυροφόρες, οἱ στρατιῶτες, οἱ ἀπόστολοι, οἱ πάντες, ἐχθροὶ καὶ φίλοι, ἐπίσημοι καὶ μή, μποροῦσαν πλέον νὰ προβοῦν σὲ ἄμεση αὐτοψία τοῦ γεγονότος.

Ὁ κενὸς τάφος καὶ τὰ ἐντάφια βοοῦσαν στεντόρεια γιὰ Ἀνάσταση.

Μεγάλη Πέμπτη: Το Τραπέζι των Τελευταίων Λόγων

Σήμερα, ο Χριστός κάθεται στο τραπέζι με τους ανθρώπους που αγαπά περισσότερο.

Ξέρει πως μέσα σε λίγες ώρες θα Τον εγκαταλείψουν.
Ξέρει πως ο Πέτρος θα Τον αρνηθεί τρεις φορές.
Ξέρει πως ο Ιούδας θα Τον προδώσει με ένα φιλί.
Ξέρει πως, όταν έρθουν οι στρατιώτες, όλοι θα τρέξουν να κρυφτούν.

Κι όμως, κάθεται μαζί τους.
Τους πλένει τα πόδια.
Τους προσφέρει κρασί και άρτο.
Τους μιλά για αγάπη.

Όχι επειδή τους χρειάζεται.
Αλλά επειδή η Αγάπη δεν αποσύρεται όταν πληγώνεται. Επιμένει.

Η Μεγάλη Πέμπτη είναι η νύχτα των προθέσεων και των προδοσιών.

Είναι η νύχτα που το φως κάθεται δίπλα στο σκοτάδι.
Που η τρυφερότητα συνυπάρχει με την απιστία.
Που η καρδιά του Θεού χτυπά ανάμεσα σε ανθρώπινες καρδιές ασταθείς, φοβισμένες, προδοτικές.

Είναι η νύχτα που μοιάζει πιο πολύ με εμάς.

Γιατί όλοι έχουμε καθίσει κάποτε σ’ ένα τέτοιο τραπέζι.
Ένα τραπέζι που ξέραμε πως οδηγεί στο τέλος — αλλά δεν μπορούσαμε να φύγουμε.
Ή δεν τολμήσαμε να μείνουμε.

Ο Πέτρος Τον αρνήθηκε. Όχι επειδή Τoν μίσησε.
Αλλά επειδή φοβήθηκε για τη ζωή του.

Ο Ιούδας Τον πούλησε. Όχι επειδή ήταν τέρας.
Αλλά γιατί πίστευε ότι ήξερε καλύτερα, ότι μπορούσε να επιβάλει το δικό του σχέδιο για τη “σωτηρία”.

Ακόμα κι εμείς, όταν πληγώνουμε τους ανθρώπους μας…
δεν το κάνουμε πάντα από μοχθηρία.
Το κάνουμε από φόβο, αδυναμία, έλλειψη εμπιστοσύνης, έπαρση.

Η Μεγάλη Πέμπτη μας θυμίζει πως το κακό δεν έρχεται με κέρατα. Έρχεται με πρόθεση “για το καλό”.

Πριν τους μιλήσει, πριν τους κοινωνήσει, πριν προδοθεί, ο Χριστός κάνει κάτι απίστευτο:

Γονατίζει μπροστά στους φίλους Του και τους πλένει τα πόδια.

Αυτοί που θα Τον εγκαταλείψουν.
Αυτοί που δεν Τον καταλαβαίνουν.
Αυτοί που ρωτούν ποιος είναι ο “μεγαλύτερος”…

Σε αυτούς ο Χριστός γίνεται υπηρέτης.

Γιατί η Αγάπη δεν κρατάει θυμό. Δεν κάνει λογαριασμούς. Δεν αγαπά με ανταλλάγματα.

Και δεν υπάρχει πιο μεγάλη δύναμη, από εκείνον που επιλέγει να υπηρετήσει όταν θα μπορούσε να τιμωρήσει.

Κάθε φορά που προσεγγίζεις την εσώτερη αλήθεια σου,
κάθε φορά που συγχωρείς τον εαυτό σου ή έναν άλλον άνθρωπο,
κάθε φορά που επιλέγεις να μείνεις εκεί που θα ήταν εύκολο να φύγεις…
…κάνεις ένα Μυστικό Δείπνο μέσα σου.

Προσφέρεις ψωμί στη δική σου πείνα για νόημα.
Προσφέρεις κρασί στην πληγή σου που αιμορραγεί για σύνδεση.

Και ίσως, για πρώτη φορά, καταλαβαίνεις τι σημαίνει το “Τούτο εστί το σώμα μου… το αίμα μου…”.
Δεν είναι δόγμα. Είναι κάλεσμα σε σχέση.
Είναι το αίμα της ψυχής σου, που κυκλοφορεί ξανά σε κάτι μεγαλύτερο από εσένα.

Η Μεγάλη Πέμπτη μάς βρίσκει όλους στο ίδιο τραπέζι.
Άλλοι με φόβο, άλλοι με πίστη.
Άλλοι έτοιμοι να αρνηθούν, άλλοι έτοιμοι να μείνουν.

Αλλά στο κέντρο του τραπεζιού δεν υπάρχει επίκριση.
Υπάρχει ένα ποτήρι.
Ένα κομμάτι ψωμί.

Κι ένα βλέμμα που λέει:
“Ξέρω ποιος είσαι. Και πάλι σε αγαπώ.”

Γιατί έχει αξία αυτή η νύχτα;
Γιατί σε κάνει να ρωτήσεις:
Ποιον πρόδωσα χωρίς να το καταλάβω;
Πού φοβήθηκα να μείνω;
Ποιες υποσχέσεις έσπασα μέσα μου;

Και πιο βαθιά ακόμα:

Μπορώ να συγχωρήσω εμένα, για όσα έκανα;
Μπορώ να ζητήσω συγχώρεση, χωρίς να νιώθω ανάξιος;

Η Μεγάλη Πέμπτη λέει ναι.
Όχι επειδή δεν έκανες λάθη.
Αλλά επειδή σε αγάπησε κάποιος πριν καν τα κάνεις.

Απόψε, το φως θα σβήσει.

Η νύχτα θα είναι σκληρή.
Η προδοσία θα γίνει.
Ο πόνος θα ξεκινήσει.

Αλλά πριν απ’ όλα, θα μείνει μια ανάμνηση:
Ένας Δάσκαλος, που έσκυψε να πλύνει πόδια.
Που έδωσε σώμα και αίμα.
Που ευλόγησε ακόμη και εκείνον που θα Τον πρόδιδε.

Γιατί στο τέλος…
Αυτός που αγαπά μέχρι τέλους, είναι Αυτός που νικά.

Η Εβδομάδα των Παθών (π. Δημητρίου Μπόκου)

Κατὰ τὴ Μεγάλη Ἑβδομάδα ποὺ ἀνοίγεται ἤδη μπροστά μας, ὁ Χριστὸς πραγματοποιεῖ τὴν πορεία ποὺ εἶχε πολλὲς φορὲς προαναγγείλει, προετοιμάζοντας τοὺς μαθητές του γιὰ τὰ ἐπικείμενα Πάθη καὶ τὴν Ἀνάστασή του. «Μέλλει ὁ Υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου παραδίδοσθαι εἰς χεῖρας ἀνθρώπων καὶ ἀποκτενοῦσιν αὐτὸν καὶ τῇ τρίτῃ ἡμέρᾳ ἐγερθήσεται» (Ματθ. 17, 22-23).

Τὴν πορεία αὐτὴ μᾶς ὑπενθυμίζει ἀπὸ τὴν ἀρχὴ τῆς Μεγάλης Ἑβδομάδας ἡ Ἐκκλησία. Ἀπὸ τὸ βράδυ κιόλας τῆς Κυριακῆς τῶν Βαΐων, ὅπου ψάλλεται ὁ Ὄρθρος τῆς Μεγάλης Δευτέρας καὶ ξεκινάει ἡ πρώτη ἀκολουθία τοῦ Νυμφίου, ἀκοῦμε τὸ Κάθισμα: «Τὰ πάθη τὰ σεπτὰ ἡ παροῦσα ἡμέρα ὡς φῶτα σωστικὰ ἀνατέλλει τῷ κόσμῳ». Ἂν καὶ πρόκειται γιὰ τὴν πιὸ ἐπώδυνη διαδικασία ποὺ γνώρισε ποτὲ ὁ κόσμος, ὅμως τὰ Πάθη εἶναι δόξα καὶ λαμπρότητα γιὰ τὸν Χριστό. Ἀκτινοβολοῦν στὸν κόσμο σὰν φῶτα σωτήρια, ὅπως προβάλλει ὁ ἥλιος τὸ πρωὶ καὶ φωτίζει μὲ τὶς ἀκτίνες του τὰ πάντα.

Ἡ πρώτη λοιπὸν ἡμέρα ποὺ παρουσιάζει «τῶν παθῶν τοῦ Κυρίου τὰς ἀπαρχάς», ἤδη «λαμπροφορεῖ». Δοξάζουμε ευγνώμονα, πανηγυρίζουμε «τὴν ἀπόρρητον Λόγου Θεοῦ κατάβασιν», δὲν μοιρολογοῦμε γιὰ τὰ βάσανα τοῦ Χριστοῦ μὲ ἄρρωστους συναισθηματισμούς.

Ἡ σταυρικὴ πορεία τοῦ Κυρίου ὑποσημαίνεται ἀκριβῶς μὲ τὴν παραβολὴ τοῦ ἀμπελῶνος, ποὺ ἀκοῦμε ἤδη στὴν εὐαγγελικὴ περικοπὴ ἀπὸ τὴν πρώτη βραδιά. Ἐκεῖ οἱ κακοὶ γεωργοὶ ἔδειραν, ἀπέκτειναν, λιθοβόλησαν τοὺς δούλους ποὺ ἀπέστειλε τὸ ἀφεντικό τους γιὰ νὰ παραλάβουν τοὺς καρπούς. Ἐν συνεχείᾳ σκέφτηκαν νὰ κάνουν τὸ ἴδιο καὶ στὸν υἱὸ τοῦ κυρίου τους. «Δεῦτε ἀποκτείνωμεν αὐτὸν καὶ κατάσχωμεν τὴν κληρονομίαν αὐτοῦ». Ἔτσι λοιπὸν τὸν συνέλαβαν καὶ «ἐξέβαλον ἔξω τοῦ ἀμπελῶνος καὶ ἀπέκτειναν αὐτόν».

Ἀποδοκιμάζεται λοιπὸν ὁ Χριστός, ἐξοντώνεται ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους ποὺ ὁ ἴδιος ἔβαλε γιὰ νὰ φροντίζουν τὰ δικά του. Καταδέχεται «σταυρόν, ἐτασμοὺς (ἀνακρίσεις) καὶ μάστιγας, Πιλάτῳ κρινόμενος». Ραπίζεται στὸ πρόσωπο ἀπὸ δούλους, ἀνέχεται τὰ πάντα, «ἵνα σώσῃ τὸν ἄνθρωπον».

Μὰ ὁ θάνατος δὲν εἶναι τὸ τέλος του, ὅπως νόμισαν οἱ φονεῖς του. Εἶναι μὲν ὁ λίθος ποὺ τὸν «ἀπεδοκίμασαν οἱ οἰκοδομοῦντες», ποὺ τὸν πέταξαν ὡς ἀκατάλληλο γιὰ χτίσιμο, ἀλλὰ ὁ λίθος «οὗτος ἐγενήθη εἰς κεφαλὴν γωνίας». Ἔγινε ἀκρογωνιαῖος. Τὸ ἀγκωνάρι ποὺ κρατάει ὅλη τὴν οἰκοδομή. «Παρὰ Κυρίου ἐγένετο αὕτη». Θεμελιώθηκε ἀτράνταχτα πάνω στὸ αἷμα τοῦ Χριστοῦ. Κανένας δὲν μπορεῖ νὰ τὴν γκρεμίσει πλέον. Ἡ θαυμαστὴ αὐτὴ οἰκοδομὴ εἶναι ἡ Ἐκκλησία (Ματθ. 21, 33-42).

Πάνω της μᾶς καλεῖ νὰ χτιστοῦμε κι ἐμεῖς. «Θεοῦ οἰκοδομή ἐστε», λέει (διὰ Παύλου) ὁ Χριστὸς (Α΄ Κορ. 3, 9).