Η πνευματική ζωή θέλει δουλειά. Θέλει άσκηση και πόνο…

Η πνευματική ζωή θέλει δουλειά. Θέλει άσκηση και πόνο. Δεν μεταμορφώνεις τον εαυτό σου από τον καναπέ.

Πολλοί αδερφοί μας μπορεί να εξομολογούνται χρόνια, να εκκλησιάζονται, να κάνουν μεγάλες νηστείες και να μελετούν εκκλησιαστικά βιβλία αλλά ενδέχεται πνευματικά να έχουν γίνει χειρότεροι. Γιατί άραγε; Πολύ απλά δεν αλλάζει μαγικά ο άνθρωπος. Η Θεία Χάρις εργάζεται με τον άνθρωπο. Να μην πηγαίνουμε στα Ιερά Μυστήρια παθητικά ή τυπικά, αλλά με ερωτικό πόθο και δίψα για θεραπεία. Από τον καναπέ, κανείς αθλητής δεν πήρε χρυσό μετάλλιο.

Το να βυθιστείς μέσα σου είναι απλό μεν αλλά δύσκολο, διότι δεν ξέρεις τι θα βρεις και θα φτάσεις σε σημείο να συγκρουστείς με τον ίδιο τον εαυτό. Να γκρεμίσεις κάποια πράγματα και να ανοικοδομήσεις κάποια άλλα. Θέλει κότσια, να δεις τι υπάρχει μέσα σου, να το αναγνωρίσεις και να ζητήσεις θεραπεία παραδίδοντας τον εαυτό σου στο Θεό. Μόνο ο ταπεινός μπορεί να κάνει τέτοια βουτιά. Ο υπερήφανος πάντα θα ουρλιάζει πνιγμένος σε μια κουταλιά νερό και μάλιστα κατηγορώντας το Θεό για την κατάστασή του.

Η άσκηση στην ουσία είναι μια κίνηση κατάδυσης στον βαθύτερο εαυτό σου. Όχι να δεις τι καλό υπάρχει εκεί κάτω ώστε να συγκριθείς με τους αδερφούς σου και να τους μηδενίσεις. Να διαγνώσεις τον πνευματικό καρκίνο και να τον θεραπεύσεις. Για να βγουν όμως αυτοί οι πνευματικοί όγκοι θα πάρουν μαζί τους και ένα μεγάλο κομμάτι του εαυτού σου. Θες να φύγει αυτό το κομμάτι ; Αυτό που σε διαλύει και σε σκοτώνει; Απάντησε Ναι αδερφέ και όρμα στην αγκαλιά του Χριστού.

Το να παραδοθώ στο Χριστό δεν είναι απλά μια λέξη που θα βγει από το στόμα. Είναι μια υπαρξιακή παράδοση. Συνήθως όμως δίνουμε στο Χριστό όποιο κομμάτι του εαυτού μας μας βολεύει για ικανοποιούμε μέσα μας το αίσθημα της θρησκευτικής σχέσης μαζί Του.

Το να αφεθείς στην αγκαλιά του Χριστού, είναι κάτι άλλο.

Να βλέπεις ΕΚΕΙΝΟΝ στα πάντα.

Τα θέλω σου, οι επιθυμίες σου, οι σκέψεις σου, να έχουν τη σφραγίδα ΕΚΕΙΝΟΥ.

Αυτό.

Πηγή: π. Σπυρίδων Σκουτής

Τὴν πραγματικὴ ἀξία μιᾶς σεσωσμένης ψυχῆς θὰ τὴν ἀντιληφθοῦμε ἐὰν σωθοῦμε…

«Πολλοι Πατέρες εἶπαν ὅτι εὐκολότερα κάνει ὁ Θεὸς μυρίους Αγγέλους καὶ Τάγματα Ἀγγέλων, παρὰ μία ψυχή. Τόσο μεγάλη σημασία καὶ ἀξία γιὰ τὸ Θεὸ ἔχει ἡ δημιουργία ἑνὸς ἀνθρώπου, μιᾶς ψυχῆς! Τὴν πραγματικὴ ἀξία μιᾶς σεσωσμένης ψυχῆς θὰ τὴν ἀντιληφθοῦμε ἐὰν σωθοῦμε καὶ εἰσαχθοῦμε στὴν Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν. Ἐκεῖ κανεὶς ἀντιλαμβάνεται, ἐπειδὴ θὰ ἔχει πάρει καὶ τὸ καθ᾽ ὁμοίωσιν, ποιὰ δόξα τὸν περιμένει. Θὰ εἶναι ὅπως ὁ Χριστὸς κατὰ πάντα, ἀλλὰ κατὰ Χάρη, ὄχι κατὰ φύση!

Δὲν μπορεῖ οὔτε ἀγγελικὸς, οὔτε ἀνθρώπινος νοῦς νὰ συλλάβει τὴ δόξα ἑνὸς σεσωσμένου ἀνθρώπου!»

Γέροντας Εφραίμ Σκήτης Αγ. Ανδρέα (Σεραγιώτης)

Ο διάβολος περιφέρεται ανάμεσα σε συγγενείς ή γνωστούς…

Ένας νεαρός αδελφός ρώτησε κάποτε τον γέροντα:

— Πάτερ, γιατί μαλώνω σκληρότερα όχι με ξένους, αλλά με τους κοντινούς μου ανθρώπους; Με συγγενείς, με γνωστούς, με τους δικούς μου ανθρώπους;

Ο άγιος αναστέναξε ελαφρά και χαμογέλασε με εκείνη την ευγένεια που δεν κρίνει.
— Γιατί εκεί μπαίνει πιο εύκολα ο διάβολος, είπε. Ανάμεσα στους κοντινούς μου ανθρώπους.

— Αλλά δεν είναι κακοί άνθρωποι…

— Ούτε πρέπει να είναι, γιε μου. Ο διάβολος δεν έρχεται με κέρατα. Έρχεται με λόγια. Με συμβουλές. Με «φροντίδα». Με «δικαιοσύνη».

Και άρχισε να του διηγείται ένα περιστατικό.

Ήταν ένας πιστός άνθρωπος που προσπαθούσε να ζήσει όμορφα: προσευχόταν, πήγαινε στην εκκλησία, προσπαθούσε να είναι δίκαιος. Όχι πολύ. Όσο μπορούσε.

Και πήγε καλά.

Μια μέρα, ένας στενός συγγενής του είπε:
— Υπερβάλλεις με την προσευχή σου. Άφησέ το στην ησυχία του. Ο Θεός είναι καλός, δεν τον νοιάζει και τόσο.

Μια άλλη φορά, ένας γνωστός του ψιθύρισε:
— Γιατί να συγχωρείς; Δεν βλέπεις τι σου έκαναν; Έχεις δίκιο να υπερασπίζεσαι τον εαυτό σου.

Και ένας άλλος:
— Σταμάτα να πηγαίνεις τόσο πολύ στην εκκλησία. Κοίτα τις δουλειές σου. Ζήσε και τη ζωή σου.

Κανείς δεν φάνηκε να λυπάται.

Αλλά, σιγά σιγά, ο άνθρωπος ηρέμησε.

— Βλέπεις; είπε ο Άγιος Παΐσιος. Ο διάβολος δεν σε τραβάει από το μανίκι λέγοντας: «Άσε τον Θεό ήσυχο». Σιγά σιγά σε πείθει ότι δεν υπάρχει βιασύνη.

— Και τι να κάνουμε, πάτερ; ρώτησε ο αδελφός.

— Ας είμαστε προσεκτικοί. Όχι στους ανθρώπους, αλλά στις σκέψεις. Αν μια σκέψη σε απομακρύνει από την προσευχή, από την ειρήνη, από την ταπείνωση, δεν προέρχεται από τον Θεό, ακόμα κι αν προέρχεται από ένα αγαπημένο πρόσωπο.

— Να μαλώσουμε μαζί τους;

— Όχι. Ποτέ. Ο διάβολος απολαμβάνει να μαλώνει. Σώπα, προσεύχεσαι και αγαπάς. Αυτό τον καίει.

Έπειτα πρόσθεσε αργά:
— Ο Θεός μερικές φορές επιτρέπει να περνούν οι δοκιμασίες από τους κοντινούς μας ανθρώπους, ώστε να μάθουμε να μην βασιζόμαστε σε ανθρώπους, αλλά σε Αυτόν.

Ο αδελφός έφυγε ήσυχα.

Δεν έκρινε πλέον τους συγγενείς.

Δεν περιφρονούσε πλέον τους γνωστούς.

Αλλά ήταν προσεκτικός.

Ήξερε τώρα ότι η μάχη δεν ήταν με τον άνθρωπο, αλλά με τη σκέψη που είχε εισχωρήσει κρυφά.

Και ότι μερικές φορές η μεγαλύτερη νίκη δεν είναι να έχεις δίκιο, αλλά να διατηρείς την ειρήνη και την προσευχή, ακόμα και όταν έρχεται ο πειρασμός… από το σπίτι.

Την ψυχή του υπά­κουου, πολύ την αγα­πά το Άγιο Πνεύ­μα…

Την ψυχή του υπά­κουου, πολύ την αγα­πά το Άγιο Πνεύ­μα και γι’ αυτό δεν θα αρ­γή­σει η ψυχή αυτή, να γνω­ρί­σει τον Κύ­ριο. Στην ψυχή του υπά­κουου, ανεμ­πό­δι­στα ει­σέρ­χε­ται η Χάρη του Αγί­ου Πνεύ­μα­τος και πα­ρέ­χει σε αυ­τόν ει­ρή­νη και χαρά και η ψυχή αι­σθά­νε­ται αγά­πη για όλους.

Άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης

“Γιατί ο Θεός δεν απαντά πάντα όπως θέλουμε, αλλά πάντα όπως μας σώζει…”

Στους διαδρόμους του νοσοκομείου ο χρόνος δεν κυλά όπως έξω. Εκεί, κάθε λεπτό βαραίνει, κάθε ανάσα μετριέται, κάθε βλέμμα ζητά ελπίδα. Ανάμεσα σε μηχανήματα που χτυπούν ρυθμικά και πόρτες που ανοίγουν σιωπηλά, υπάρχει κάτι που δεν φαίνεται αλλά κρατά ζωντανά τα πάντα: η προσευχή.
Σε ένα μικρό δωμάτιο, μια ηλικιωμένη γυναίκα κρατούσε το χέρι του γιου της.
Δεν είχε άλλα λόγια. Τα είχε πει όλα τις προηγούμενες μέρες. Τώρα μόνο ψιθύριζε:
«Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησον».
Και κάθε φορά που το έλεγε, ένιωθε πως κάποιος άλλος το συνέχιζε για εκείνη.
Λίγα δωμάτια πιο πέρα, ένας γιατρός στάθηκε για μια στιγμή πριν μπει στο χειρουργείο. Έκανε τον σταυρό του κρυφά. Όχι από συνήθεια, αλλά από ανάγκη. Ήξερε πως η επιστήμη έχει όρια και εκεί αρχίζει η Χάρη.
Στο παρεκκλήσι του νοσοκομείου, το καντήλι έκαιγε ασταμάτητα. Δεν ρωτούσε ποιος είναι δίκαιος ή άδικος, πιστός ή κουρασμένος. Έκαιγε για όλους. Για εκείνους που περίμεναν εξετάσεις. Για εκείνους που έφευγαν. Και για εκείνους που έμεναν πίσω να προσεύχονται.
Οι προσευχές στα νοσοκομεία δεν είναι μεγάλες. Είναι κομμένες από δάκρυα. Είναι λόγια απλά:
«Θεέ μου, βοήθα».
Και όμως, αυτές οι λίγες λέξεις ανεβαίνουν ψηλότερα από κάθε κραυγή.
Κάποιες φορές το θαύμα έρχεται όπως το ζητάμε. Άλλες φορές έρχεται αλλιώς με δύναμη να αντέξουμε, με ειρήνη στην καρδιά, με φως μέσα στο σκοτάδι. Γιατί ο Θεός δεν απαντά πάντα όπως θέλουμε, αλλά πάντα όπως μας σώζει.
Και όταν όλα τελειώσουν, μένει κάτι ανεξίτηλο: η βεβαιότητα πως, σε εκείνο το δωμάτιο του πόνου, δεν ήμασταν μόνοι. Κάποιος άκουγε. Κάποιος κρατούσε τα χέρια μας, ακόμα κι όταν δεν το καταλαβαίναμε.
Γιατί στα νοσοκομεία, η προσευχή δεν είναι απλώς λόγια.
Είναι η τελευταία και η πιο αληθινή ανάσα ελπίδας.

Μάθε να γίνεσαι αόρατος… ώστε να σε βλέπει και να σε ευλογεί ο Θεός

Μάθε να σιωπάς.

Μην αφήνεις να βλέπουν οι άλλοι τι κρατάς στα χέρια σου.
Δουλεύεις για τον Αόρατο.
Ας είναι και το έργο σου αόρατο.
Όταν σκορπίζει κανείς γύρω του ψίχουλα, μαζεύονται τα πουλιά που στέλνει ο διάβολος, λένε οι άγιοι.

Γι’αυτό οι άγιοι δίνουν την συμβουλή:
Να ενεργείς με διάκριση.
Βρίσκεσαι κάπου και σου προσφέρουν κάτι.
Διάλεξε το μικρότερο κομμάτι.

Αν, όμως, κάποιος ή κάποιοι βλέπουν τι θα κάνεις, τότε προτίμησε ν’ακολουθήσεις τη μέση οδό που θα προκαλούσε την πιο μικρή αίσθηση στους άλλους.

Προσπάθησε, δηλαδή, με κάθε τρόπο να μένεις αφανής.

Να περνάς όσο πιο πολύ μπορείς απαρατήρητος.
Να το έχεις αυτό σαν ένα κανόνα πάντοτε.
Μη μιλάς για τον εαυτό σου, πώς κοιμήθηκες, τι ονειρεύτηκες, τι σου συνέβη.
Μη λες τη γνώμη σου ευκαίρως ακαίρως χωρίς να ρωτηθείς.

Μην κάνεις λόγο για τις ανάγκες σου και τις υποθέσεις σου.

Όταν διαρκώς μιλάς γι’αυτά, τρέφεις απλούστατα τον ναρκισσισμό σου με την αυτοαπασχόλησή σου.
Μάθε να γίνεσαι αόρατος… ώστε να σε βλέπει και να σε ευλογεί ο Θεός.

Απόσπασμα απ’ το βιβλίο “Ο δρόμος των ασκητών” (Τ. Κολλιάντερ)

Τα πάθη της ψυχής κατά τον Άγιο Ιωάννη τον Δαμασκηνό

Γράφει ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός:
“Ἡ ψυχὴ διαιρεῖται σὲ τρία μέρη, τὸ λογιστικό, τὸ θυμικό, καὶ τὸ ἐπιθυμητικό μέρος.

Α) Τοῦ λογιστικοῦ ἁμαρτήματα εἶναι αὐτά: Ἀπιστία, αἵρεση, ἀφροσύνη, βλασφημία, ἀχαριστία, καὶ οἱ συγκαταθέσεις τῶν ἁμαρτημάτων, οἱ ὁποῖες γίνονται ἀπὸ τὸ παθητικὸ μέρος.
Ἡ ἴαση καὶ ἡ θεραπεία αὐτῶν τῶν κακῶν, εἶναι ἡ ἀδίστακτη πίστη στὸ Θεὸ καὶ τὰ ἀληθινὰ καὶ χωρὶς πλάνη ὀρθόδοξα δόγματα τῆς εὐσέβειας, ἡ ἀδιάκοπη μελέτη τῶν λόγων τοῦ Πνεύματος, ἡ καθαρὴ καὶ ἀδιάλειπτη προσευχή, καὶ ἡ εὐχαριστία πρὸς τὸν Θεό.

Β) Τὰ ἁμαρτήματα τοῦ θυμικοῦ εἶναι τὰ ἑξῆς: Ἡ ἀσπλαχνία, τὸ μίσος, ἡ ἀσυμπάθεια, ἡ μνησικακία, ὁ φθόνος, ὁ φόνος καὶ ἡ συνεχὴς αὐτῶν καὶ τῶν παρομοίων μελέτη.
Ἡ ἴαση καὶ θεραπεία τους εἶναι ἡ φιλανθρωπία, ἡ ἀγάπη, ἡ πραότητα, ἡ φιλαδελφία, ἡ συμπάθεια, ἡ ἀνεξικακία καὶ ἡ καλοσύνη.

Γ) Τοῦ ἐπιθυμητικοῦ τὰ ἁμαρτήματα εἶναι τὰ ἑξῆς: Ἡ γαστριμαργία, ἡ λαιμαργία, ἡ οἰνοποσία, ἡ πορνεία, ἡ μοιχεία, ἡ ἀκαθαρσία, ἡ ἀσελγεία, ἡ φιλοχρηματία, ἡ ἐπιθυμία τῆς κενῆς δόξας, καὶ ἡ ἐπιθυμία χρυσοῦ καὶ πλούτου καὶ σαρκικῶν ἀπολαύσεων.
Ἡ ἴαση καὶ ἡ θεραπεία αὐτῶν εἶναι ἡ νηστεία, ἡ ἐγκράτεια, ἡ κακοπάθεια, ἡ ἀκτημοσύνη, τὸ σκόρπισμα τῶν χρημάτων στοὺς φτωχούς, ἡ ἐπιθυμία τῶν μελλόντων ἐκείνων ἀγαθῶν, ὁ πόθος τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ καὶ ἡ ἐπιθυμία τῆς θείας υἱοθεσίας”.

Ἱερομ. Σάββα Ἁγιορείτου

Ό,τι καίγεται για τον εαυτό του σβήνει. Ό,τι καίγεται ενώπιον του Θεού, το φυλά ο Θεός…

Σε ένα μικρό μοναστήρι, ψηλά στο βουνό, υπήρχε ένα παλιό καντήλι που έκαιγε αδιάκοπα μπροστά στην εικόνα του Χριστού. Το λάδι του ήταν λίγο, το φυτίλι φθαρμένο, και το γυαλί του ραγισμένο από τα χρόνια.
Κι όμως, το φως του δεν έσβηνε.
Ένα βράδυ, φύσηξε δυνατός άνεμος.
Οι μοναχοί ανησύχησαν έκλεισαν πόρτες και παράθυρα, μα ο άνεμος έβρισκε τρόπους να μπαίνει. Ένας νέος μοναχός πλησίασε το καντήλι και είπε με φόβο:
«Γέροντα, το καντήλι θα σβήσει. Είναι αδύναμο.»
Ο γέροντας χαμογέλασε ήρεμα και απάντησε:
«Δεν στέκεται όρθιο επειδή είναι δυνατό, αλλά επειδή είναι αφιερωμένο.»
Καθώς ο άνεμος δυνάμωνε, άλλα καντήλια σε άλλα μέρη έσβησαν. Μα αυτό το παλιό καντήλι συνέχισε να φωτίζει. Όχι με μεγάλη φλόγα, αλλά με σταθερή.
Το πρωί, ο νέος μοναχός ρώτησε:
«Πώς άντεξε;»
Και ο γέροντας είπε:
«Ό,τι καίγεται για τον εαυτό του σβήνει. Ό,τι καίγεται ενώπιον του Θεού, το φυλά ο Θεός.
Η πίστη δεν νικά τον άνεμο με δύναμη, αλλά με ταπείνωση.»
Και πρόσθεσε:
«Έτσι κι η ψυχή. Όταν στηρίζεται στις δικές της αντοχές, κουράζεται. Όταν στηρίζεται στη χάρη, φωτίζει ακόμη κι όταν τρέμει.»

Ο Ημιονηγός (π. Δημητρίου Μπόκου)

Ὄουουου!… Σηηηη!… (στάση δηλαδή).

Ἡ ἀδύναμη φωνή του ὑψώθηκε ἐπιτακτική, μὰ ἦταν ὡστόσο ἀρκετὴ γιὰ νὰ κάνει τὸ ἀνήσυχο τετράποδο νὰ σταθεῖ ἀκίνητο μπροστά του. Ὁ γκριζομάλλης ἄντρας ἔπιασε χαλαρὰ τὸ καπίστρι, χάιδεψε τὸ μαῦρο κούτελο τοῦ φορτωμένου ζώου ἁπαλά, στήριξε μὲ τὸ διχαλωτὸ ραβδί του ἀπὸ τὴ μιὰ πλευρὰ τὸ βαρὺ φορτίο, χαλάρωσε προσεκτικὰ καὶ κατέβασε τὸ φόρτωμα ἀπὸ τὴν ἄλλη. Ἔκανε τὸ ἴδιο καὶ στὴν πρώτη πλευρά, ἔλυσε κατόπιν τὴ φαρδιὰ ἴγκλα (ἱμάντα) ποὺ ἔσφιγγε τὴν κοιλιὰ τοῦ μουλαριοῦ, σήκωσε τὸ σαμάρι ἀπὸ τὴν καταπονημένη του πλάτη καὶ ἄφησε τὸ ζωντανὸ νὰ ξεμουδιάσει στὸ πράσινο χορτάρι. Ἐπανέλαβε τὰ ἴδια ἀκριβῶς καὶ στὸ δεύτερο ὑποζύγιο, ποὺ περίμενε ὑπομονητικὰ τὴ σειρά του.

Κουβάλησε τὰ μεγάλα σακιὰ σιγά-σιγὰ στὴν ἀποθήκη, φώναξε ξανὰ τὰ ζωντανά, τὰ ἔσυρε πρὸς τὸν σταῦλο. Τὸν ἀκολούθησαν πρόθυμα. Κοντοστάθηκε νὰ τὰ ποτίσει στὸ μακρὺ ξύλινο κανάλι ἀπὸ κορμὸ ἔλατου ποὺ μάζευε καθαρὸ κρυστάλλινο νερὸ ἀπ’ τὴν πηγή, τὰ ἔδεσε στὰ παχνιά τους, ἔφερε ταγή. Μπόλικο ξερὸ χορτάρι καὶ λιγοστὸ καρπό-κριθάρι. Ξεθεωμένα ἀπὸ τὴν κούραση ἐκεῖνα ἔσκυψαν μὲ βουλιμία στὴν τροφή. Ἄλλα τέσσερα τετράποδα, ἡμίονοι καὶ ὄνοι, ἡσύχαζαν ἤδη στὴ γωνιά τους. Θὰ εἶχαν αὔριο τὴ σειρά τους γιὰ δύσκολο ταξίδι καὶ φόρτωμα. Ἡ ματιά του ἀγκάλιασε ζεστὴ τὰ ταπεινὰ ὑποζύγια, τὸ χέρι του πέρασε φευγαλέα μ’ ἕνα γρήγορο χάδι στὸ καθένα. Ἀγαποῦσε τὰ καταπονημένα ζωντανά. Καὶ κεῖνα τό ’νιωθαν.

Τὸ ξύλινο τάλαντο σήμανε γιὰ τὴ μακρὰ ἀγρυπνία τῶν Μεγάλων Βασιλικῶν Ὡρῶν τῆς παραμονῆς τῶν Χριστουγέννων, τοῦ Ἑσπερινοῦ καὶ τῆς Θείας Λειτουργίας τοῦ ἁγίου Βασιλείου, μὰ ὁ νέος δόκιμος δὲν εἶχε τελειώσει ἀκόμα. Τὸ διακόνημά του ἦταν δύσκολο, κουραστικὸ καὶ πολύωρο. Ἔπιασε τὸ δικράνι καὶ τράβηξε στὴν ἄκρη πατημένα ἄχυρα καὶ κοπριές. Καθάρισε τὸν σταῦλο καλά, ἔριξε ροκανίδι, φρύγανα καὶ καθαρὸ ἄχυρο στὸ χωμάτινο δάπεδο, ἔφτιαξε ὅσο γινόταν στεγνὴ τὴ στρωμνή τους νὰ κοιμηθοῦν στὰ ζεστά. Τὸ κρύο ἦταν δυνατό, τὰ ζῶα ἤθελαν τὴ φροντίδα τους γιὰ νὰ μποροῦν νὰ τὸ ἀντέξουν. Ἦταν πολύτιμα γιὰ νὰ τὰ ἀφήσουν στὴν τύχη τους.

Ἔκρουσε τὸ σιδηροῦν ὁ ἐκκλησιάρχης, μὰ αὐτὸς εἶχε ἀκόμη δουλειά. Ὅταν δυνάμωνε ὁ τσουχτερὸς ἀέρας, ἔφτανε ὣς τὸν ἀπόμερο σταῦλο ἡ κατανυκτικὴ ψαλμωδία τῶν μοναχῶν, ἀνακατεμένη κάπου-κάπου μὲ τὶς χαρούμενες τρίλιες τῶν θυμιατῶν. «Βηθλεὲμ ἑτοιμάζου, εὐτρεπιζέσθω ἡ φάτνη… Ἡ ἀλήθεια ἦλθεν, ἡ σκιὰ παρέδραμε καὶ Θεὸς ἀνθρώποις ἐκ Παρθένου πεφανέρωται». Πόσο τοῦ ἄρεσαν οἱ θαυμάσιες χριστουγεννιάτικες ὑμνωδίες!

Ὁ πρῶτος καὶ ὁ δεύτερος διάκονος τῆς μονῆς θυμίαζαν ποὺ καὶ ποὺ τὸν ναὸ κατὰ τὴν τάξη. Καί, πράγμα παράξενο, σὰν νὰ καθοδηγοῦσε κάποιος ἀοράτως τὸ χέρι τους, θυμίαζαν ἄδεια στασίδια μοναχῶν ποὺ ἀπουσίαζαν ἀκόμα στὰ διακονήματα, ἐνῶ προσπερνοῦσαν μοναχοὺς ποὺ βρίσκονταν ἤδη ἐκεῖ, μπροστά τους, παρόντες τῷ σώματι, ἀπόντες ὅμως τῷ πνεύματι. Θυμίασαν ἔτσι καὶ τὸ κενὸ στασίδι τοῦ γηραιοῦ δόκιμου, ποὺ πάλευε ἀκόμα νὰ φέρει βόλτα τὰ ζωντανά, μὰ ἡ ψυχή του ἦταν ἐκεῖ μὲ τοὺς ὑπόλοιπους μοναχούς, συμπροσευχόταν μαζί τους ταπεινά.

Ἔπλυνε κάποτε τὰ χέρια του, ἄλλαξε τὸ ζωστικὸ τῆς δουλειᾶς, ἔριξε πάνω του ἕνα τριμμένο μὰ καθαρὸ κοντόρασο, ἔτρεξε νὰ προλάβει κι αὐτὸς τὴ νυχτερινὴ γιορτινὴ ἀκολουθία. Προχώρησε στὸ μισοφωτισμένο καθολικό, ἔβαλε στὸν ἡγούμενο μετάνοια, πῆρε θέση στὰ τελευταῖα στασίδια, μισοκρυμμένος πίσω ἀπ’ τὴν τελευταία κολόνα τοῦ ναοῦ.

Ὁ πολιὸς ἡγούμενος ἀπὸ τὸν μικρό του θρόνο ὅλο καὶ ἔριχνε τὴ ματιά του, διακριτικὰ βέβαια, ἀλλὰ συχνά, πάνω στὸν δόκιμο. Τὸν ἔβλεπε κάποιες στιγμὲς νὰ γέρνει τὸ κεφάλι του στὸ στῆθος νικημένος ἀπὸ τὴν κούραση. Μὰ ἦταν καὶ ἄλλες στιγμὲς ποὺ ἔλαμπε στὸ πρόσωπό του ὑπερκόσμιο φῶς. Ἔβλεπε τότε τὰ χείλη του νὰ κινοῦνται, σὰ νὰ μιλοῦσε σὲ ἀόρατους ἐπισκέπτες. Πότε ἔτρεχαν δάκρυα ἀπὸ τὰ μάτια του, πότε τὰ χείλη του χαράζονταν ἀπὸ ἕνα φωτεινὸ χαρούμενο χαμόγελο. Τὸ θέαμα παραξένεψε πολὺ τὸν ἡγούμενο καὶ ἔδωσε περισσότερη προσοχή. Ναί, δὲν γελιόταν. Κάτι παράξενο συνέβαινε μὲ τὸν γηραιὸ δόκιμο.

Ἡ ἀλήθεια εἶναι πὼς δὲν τὸν ἤξερε καὶ τόσο καλά. Τρεῖς μῆνες εἶχε ποὺ ἦρθε στὸ μοναστήρι τους καὶ ζήτησε νὰ καταταγεῖ στοὺς δόκιμους. Καὶ αὐτὸ ἀκόμα τὸν παραξένεψε λίγο, γιατὶ ὁ ἄγνωστος ἐπισκέπτης εἶχε τὴν ἡλικία του. Ὁ νέος δόκιμος δὲν ἦταν καθόλου νεαρός. Τὰ γένια του, οἱ κρόταφοι, εἶχαν γκριζάρει γιὰ τὰ καλά. Ὁ γέρο-ἡγούμενος εἶχε τὶς ἐπιφυλάξεις του νὰ τὸν δεχθεῖ σὲ τόσο μεγάλη ἡλικία. Μὰ τὰ παρακάλια καὶ ἡ ἐπιμονὴ τοῦ ἄγνωστου τὸν ἔκαμψαν.

Τὸν ἔβαλε στὴν τάξη τῶν δοκίμων καὶ ἀρχαρίων, τοῦ διάβασε μάλιστα καὶ εὐχὴ ρασοφορίας. Ὁ νέος δόκιμος, κατὰ τὴν πάγια τακτικὴ τῆς μονῆς, θὰ ξεκινοῦσε ἀπὸ τὸ βαρὺ διακόνημα τοῦ ἡμιονηγοῦ. Ἀπ’ τὴν εὐδόκιμη ὑπηρεσία του σ’ αὐτό, θὰ ἐξαρτιόταν ἡ περαιτέρω πορεία του στὴ μονή. Μὰ ἀπὸ τὴν πρώτη κιόλας στιγμὴ εἶχαν ὅλοι νὰ λένε γιὰ τὴν ὑπακοή, τὴν προθυμία, τὴν εὐσυνειδησία του, ἂν καὶ ποτὲ δὲν ἔλειψαν καὶ οἱ καλοθελητὲς ἐκεῖνοι, ποὺ εὐκαίρως ἀκαίρως δημιουργοῦσαν δυσκολίες καὶ προβλήματα, τόσο στὸν δόκιμο, ὅσο καὶ σὲ ἄλλους πατέρες τῆς μονῆς.

Ὁ γέρο-ἡγούμενος ἦταν πολὺ εὐχαριστημένος μὲ τὴν ὅλη του συμπεριφορά. Ὁ γέρο-δόκιμος εἶχε ἤδη κερδίσει τὸν σεβασμὸ καὶ τὴ συμπάθειά του. Ὁ ἴδιος ἦταν λιγομίλητος, ἀπέφευγε συστηματικὰ κάθε κουβέντα γιὰ τὸν ἑαυτό του, μὰ ἡ ὅλη βιοτή του ἀπέπνεε κάτι βαθὺ ἀπὸ τὴν ψυχή του. Βλέποντας καὶ τὸ ἀποψινὸ παράδοξο ὁ ἡγούμενος, κατάλαβε ὅτι ἔχει νὰ κάνει μὲ πνευματικὸ ἀνάστημα μεγάλο. Μὲ τὸ τέλος τῆς ἀγρυπνίας φώναξε κατ’ ἰδίαν κοντά του τὸν δόκιμο.

–  Τί ἔβλεπες ὅλη νύχτα, ἀδελφέ;

Μὰ ὁ δόκιμος σιωποῦσε. Δὲν ἤθελε νὰ φανερώσει τίποτε ἀπὸ τὶς ὑπερφυεῖς του ὁράσεις. Ὁ ἡγούμενος πῆρε ὕφος αὐστηρό.

–  Δὲν ξέρεις ὅτι ὁ πονηρὸς ἐμπαίζει μὲ ψεύτικα ὁράματα τὸν μοναχό; Θέλεις νὰ γίνεις παίγνιο στὰ χέρια του; Δὲν σοῦ ἐπιτρέπεται νὰ κρατᾶς κρυφὲς ἀπὸ τὸν γέροντά σου τὶς πνευματικές σου ἐμπειρίες.

Ὁ γέρο-δόκιμος κόμπιασε. Ἤξερε πολὺ καλὰ πὼς ὁ γέροντάς του εἶχε δίκιο. Ἔπρεπε νὰ ὑπακούσει χωρὶς δεύτερη κουβέντα.

–  Συχώρεσέ με, γέροντα, ἀλλὰ νά, τὴν ὥρα τῆς ἀγρυπνίας ἄνοιξαν τὰ οὐράνια ξαφνικά. Ὅ,τι ψέλνατε, τὸ ἔβλεπα κι ἐγὼ ζωντανὰ μπροστά μου, ὁ ἁμαρτωλός. Τὸ σπήλαιο, τὴ φάτνη, τὸν μικρὸ Χριστό, τὴν Παναγία, τὸν Ἰωσήφ, τοὺς ποιμένες, τοὺς μάγους, τὰ ἀρνάκια, τὰ ζῶα τοῦ σταύλου, τοὺς ἀγγέλους ποὺ γέμιζαν τοὺς αἰθέρες μὲ τὸ «Δόξα ἐν ὑψίστοις Θεῷ». Μὰ ἀκόμα παραμένει ἀνεξήγητο μέσα μου, πῶς εὐδόκησε ὁ Θεὸς νὰ φανερώσει σὲ μένα τὸν ἁμαρτωλὸ τέτοια θαυμαστὰ πράγματα!

Ὁ ἡγούμενος συγκλονίστηκε. Τί θησαυρὸς κρυβόταν κάτω ἀπ’ τὸ φτωχὸ ροῦχο τοῦ ἡμιονηγοῦ; Ποιὸς μεγάλος ἅγιος ἦταν αὐτὸς ποὺ ἔσκυβε μπροστά του ταπεινά; Θυμήθηκε τὰ συναξάρια ποὺ διάβαζε γιὰ τοὺς παλιοὺς ἁγίους. Αὐτοὺς ποὺ ἀπὸ ἄκρα ταπείνωση ἔκρυβαν προσεκτικὰ τὶς ἀρετὲς ποὺ εἶχαν καὶ κατηγοροῦσαν εὔκολα τὸν ἑαυτό τους γιὰ ἐλαττώματα ποὺ δὲν εἶχαν. Μὰ ἔκρυψε τὴ μεγάλη του ἔκπληξη. Δὲν ἔπρεπε νὰ ρίξει στὸν πειρασμὸ τῆς οἴησης, στὴν ὕπουλη ὑπερηφάνεια, τὸν γέρο-δόκιμο.

–  Δῶσε δόξα στὸν Θεό, ἀδελφέ! εἶπε μονάχα. Μὴν ξεχνᾶς πόσο βαρὺ φορτίο εἶναι ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ. Νὰ προσεύχεσαι ἀδιαλείπτως νὰ σοῦ χαρίζει ταπείνωση.

–  Μὲ τὶς εὐχές σου, ἅγιε γέροντα! Νά ’ναι εὐλογημένο!

Ξημέρωνε σχεδὸν ἡ παραμονὴ τῆς μεγάλης γιορτῆς, ὅταν ὁ δόκιμος ἀποσύρθηκε στὸ κελλί του γιὰ λίγη ἀνάπαυση. Τὸν περίμενε πολλὴ δουλειὰ ἀργότερα. Θὰ ἔκανε σήμερα τὸ τελευταῖο δρομολόγιο ἐν ὄψει τῶν ἑορτῶν μὲ τὰ ἀγαπημένα του ὑποζύγια. Ἡ μονὴ εἶχε πολλοὺς μοναχοὺς καὶ περισσότερους προσκυνητές. Οἱ ἀνάγκες γιὰ προμήθειες ἦταν πολὺ μεγάλες.

Ἔβαλε στὴ σειρὰ τέσσερα ὑποζύγια γιὰ σήμερα, δένοντας τὸ χαλινάρι τοῦ καθενὸς στὸ σαμάρι τοῦ μπροστινοῦ του. Πῆρε τὴν εὐλογία καὶ τὶς παραγγελίες ἀπὸ τὸν γέροντα. Μὰ τὴν τελευταία στιγμὴ ὁ γέρο-ἡγούμενος κοντοστάθηκε.

–  Ἄντε, ἀδελφέ, τελευταία φορὰ ποὺ σὲ ταλαιπωροῦμε ἔτσι. Σκέφτομαι πὼς εἶναι πιὰ καιρὸς νὰ σὲ βάλω σὲ ἄλλο διακόνημα πιὸ ἐλαφρό.

Σὰ νὰ ξαφνιάστηκε λίγο ὁ δόκιμος, δὲν μίλησε ἀμέσως. Βάζοντας κατόπιν μετάνοια εἶπε:

–  Ἂν εἶναι εὐλογημένο, γέροντα, ἀφῆστε με ἐδῶ ποὺ εἶμαι. Ὅσο εἶμαι μὲ αὐτὰ τὰ εὐλογημένα ζωντανά, ζῶ τὴ μεγαλύτερη χαρὰ καὶ ἀνάπαυση στὴ ζωή μου. Ἡ ψυχή μου εἶναι ἀνάλαφρη, ἀπελευθερωμένη πραγματικὰ ἀπὸ κάθε πρόβλημα καὶ στενοχώρια.

–  Καλά, καλά! βιάστηκε νὰ κόψει τὴν κουβέντα ὁ ἡγούμενος. Ἔχουμε καιρὸ νὰ τὰ κουβεντιάσουμε αὐτά. Ἄντε τώρα στὸ καλό, γιατὶ θὰ σὲ πάρει σίγουρα ἡ νύχτα μέχρι νὰ γυρίσεις.

Αὐτὸ ἦταν τὸ μόνο σίγουρο. Ἡ χειμωνιάτικη μέρα ἦταν μικρὴ καὶ εἶχε μεγάλη γύρα νὰ κάνει, μὲ ἀτέλειωτες ὧρες πεζοπορίας σὲ δύσβατους δρόμους καὶ ἐπικίνδυνα μέρη, ἀπόκρημνα. Δὲν τοῦ ἔλειψαν καὶ τὰ ἀπρόοπτα. Σὲ μιὰ κωμόπολη ποὺ μπῆκε γιὰ κάποια ψώνια, ὁ μαγαζάτορας τὸν κοίταζε ἐπίμονα. Δὲν ἔπαιρνε τὰ μάτια ἀπὸ πάνω του. Τελειώνοντας μὲ τὸ δοῦναι καὶ λαβεῖν, τοῦ λέει ἐμπιστευτικά:

–  Πάτερ, θὰ μποροῦσες νὰ περάσεις λίγο ἀπὸ τὸ σπίτι μου; Ἐδῶ κοντὰ μένω. Ἔχω ἕνα δῶρο γιὰ τὸν ἡγούμενο τῆς μονῆς σας.

Ὁ γέρο-δόκιμος συγκατένευσε ἀνύποπτος. Ἐκεῖνος ὅμως εἶχε τὸν σκοπό του. Ἐδῶ καὶ χρόνια βρισκόταν σὲ μεγάλη δοκιμασία. Ἡ κόρη του εἶχε «πνεῦμα ἀσθενείας». Εἶχε δαιμονιστεῖ. Τὴν ἔτρεξε σ’ ὅλους τοὺς γιατρούς, ἀλλὰ μάταια. Δὲν ὀφείλονται ὅλες οἱ ἀρρώστιες σὲ φυσικὰ αἴτια. Οὔτε πάλι ὅλες σὲ δαιμονικὴ ἐνέργεια. Ἀλλὰ αὐτὸ μόνο οἱ διακριτικοὶ ἅγιοι μποροῦσαν νὰ τὸ ξεχωρίσουν.

Μὲς στὴν ἀπελπισία του ὁ ἄνθρωπος ἄκουσε κάποτε ἕνα θρησκευόμενο φίλο του νὰ τοῦ λέει:

–  Θὰ γίνει καλὰ ἡ κόρη σου, μόνο ἂν κάποιος μοναχὸς κάνει εὐχὴ γι’ αὐτήν.

–  Καὶ πῶς θὰ καταφέρω κάτι τέτοιο; Οἱ μοναχοὶ εἶναι τόσο ταπεινοί, ποὺ τὰ ἀποφεύγουν αὐτά.

–  Ἔ, προσπάθησε μὲ κάποια πρόφαση νὰ φέρεις ἕνα μοναχὸ στὸ σπίτι σου. Καὶ ἐκεῖ πές του, ἀδιάφορα τάχα, «δὲν κάνεις καὶ μιὰ εὐχὴ γιὰ τὴν κόρη μου ποὺ εἶναι ἄρρωστη;»

Ὁ δυστυχισμένος πατέρας ἅρπαξε τὴ συμβουλὴ σὰν σωσίβιο καὶ ἔψαχνε νὰ βρεῖ τὴν εὐκαιρία. Μὲ τὸ μικρό του κόλπο πέτυχε νὰ παρασύρει τὸν δόκιμο ὣς τὸ σπίτι του. Μὰ πρὶν ἀκόμα φτάσουν, καθὼς ἀνηφορίζανε, ὁ πονηρὸς κατάλαβε ὅτι ἦρθε ἡ ὥρα του νὰ τὰ «μαζεύει». Ἐξαγριώθηκε. Καὶ τὴ στιγμὴ ποὺ δρασκέλισε τὴν πόρτα ὁ δόκιμος, ἡ κόρη σηκώνεται ἀμέσως καὶ τοῦ δίνει ἕνα ἠχηρὸ χαστούκι στὸ μάγουλο. Ὁ δόκιμος δὲν ἀντιστάθηκε. Γυρίζει ἀμέσως κατὰ τὴν ἐντολὴ τοῦ Χριστοῦ καὶ τὸ ἄλλο μάγουλο. Ὁ πονηρὸς τὸν ραπίζει καὶ ἀπὸ αὐτό. Μὰ τὴν ἑπόμενη στιγμὴ ἡ κόρη σωριάστηκε κάτω ἀφρίζοντας. Τὸ πονηρὸ πνεῦμα ἐξῆλθε ἀμέσως καταδιωκόμενο ἀπὸ τὴ χάρη τοῦ Χριστοῦ, βγάζοντας δυνατὴ κραυγή.

–  Ἀλλοίμονό μου! Δὲν βρίσκω τόπο νὰ σταθῶ! Μὲ διώχνει ἡ ταπείνωση τῆς ἐντολῆς τοῦ Χριστοῦ.

Ἡ κόρη θεραπεύτηκε ἀμέσως. Σηκώθηκε καὶ φίλησε εὐλαβικὰ τὸ χέρι τοῦ δόκιμου.

–  Συχώρεσέ με, πάτερ, ποὺ σὲ ξεγέλασα, εἶπε τρισχαρούμενος τώρα ὁ πατέρας. Ἡ ἀπελπισία μου μ’ ἔσπρωξε. Ἔλα νὰ σοῦ δώσω πίσω ὅλα τὰ χρήματα ποὺ πῆρα γιὰ τὰ ψώνια σου. Καὶ νὰ σοῦ δώσω γιὰ τὸ μοναστήρι ἕνα σωρὸ πράγματα ἀκόμα.

–  Ὄχι, ἀδελφέ μου, εἶπε ἁπλὰ ὁ δόκιμος. Δὲν ἔχω εὐλογία νὰ παίρνω τίποτε δωρεάν. Δὲν μᾶς ἐπιτρέπεται νὰ ἀδικοῦμε κανένα.

Μὰ ἡ μέρα ἐκείνη ἐπιφύλασσε ἐκπλήξεις καὶ στὸν γέρο-ἡγούμενο. Δὲν εἶχε περάσει μιὰ ὥρα ἀπὸ τὴν ἀναχώρηση τοῦ δόκιμου, ὅταν φάνηκαν στὴ μονὴ τρεῖς ἐπισκέπτες. Ὅπως ἀποδείχτηκε, ἦταν ἀνώτεροι κληρικοὶ τῆς Μεγάλης τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας, τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου. Ὁ ἡγούμενος ἔσπευσε νὰ τοὺς ὑποδεχτεῖ καὶ νὰ τοὺς φιλοξενήσει. Οἱ ἐπισκέπτες ἐξήγησαν τὸν λόγο τῆς ἀποστολῆς τους. Ἀπὸ πολὺν καιρὸ ὁ πατριάρχης τους, ἄνθρωπος ἅγιος καὶ ταπεινός, εἶχε ἐγκαταλείψει τὸν θρόνο του γιὰ νὰ μονάσει ἄγνωστος καὶ ἀφανής, μακριὰ ἀπὸ τὴ δόξα καὶ τὶς ἐγκόσμιες τιμές. Μὰ ὁ κόσμος τὸν ἀγαποῦσε τόσο πολύ, ποὺ δὲν σταμάτησαν νὰ τὸν ἀναζητοῦν παντοῦ. Καὶ τώρα περνοῦσαν ἀπὸ ὅλα τὰ μοναστήρια, μήπως καὶ τὸν ἀνακαλύψουν κάπου γιὰ νὰ τὸν ξαναφέρουν στὸν θρόνο του.

Ὁ γέρο-ἡγούμενος ἐξεπλάγη μὲ ὅσα ἄκουσε. Μάζεψε ὅλους τοὺς ἀδελφοὺς τῆς μονῆς. Μὰ οἱ ἐπισκέπτες δὲν εἶδαν πουθενὰ ἀνάμεσά τους τὸν οἰκουμενικὸ πατριάρχη.

–  Μήπως λείπει κανένας; ρώτησαν μὲ ἀπογοήτευση.

–  Ὄχι, ἀδελφοί μου, εἶπε ὁ ἡγούμενος. Ἕνας δόκιμος μόνο ποὺ τὸν στείλαμε γιὰ τὰ ψώνια τῆς γιορτῆς.

Φανερὰ στενοχωρημένοι οἱ τρεῖς ἐπισκέπτες ἀναχώρησαν.

Περασμένο μεσημέρι πιά, ὁ γέροντας ἀποσύρθηκε λιγάκι νὰ ξεκουραστεῖ. Βαθιὰ ἐπηρεασμένος ἀπὸ τὸ πρόσφατο συμβὰν ἔπεσε σὲ ὕπνο ἐλαφρύ. Μὰ καὶ ἐκεῖ δὲν βρῆκε ἡσυχία. Ἕνα παράξενο ὄνειρο, ὅραμα μᾶλλον, ἦρθε νὰ τὸν ἀναστατώσει ξανά. Εἶδε πὼς βρισκόταν στὴν ἐκκλησία τους, μπροστὰ στὴν εἰκόνα τῆς θείας Γέννησης. Ἡ Παναγία κρατώντας στὴν ἄχραντη ἀγκαλιά της τὸ θεῖο Βρέφος, ζωντάνεψε, κατέβηκε ἀπὸ τὴν εἰκόνα της καὶ τὸν πλησίασε. Ὁ γέροντας τὰ ἔχασε γιὰ τὰ καλά.

–  Σηκωθεῖτε ὅλοι! πρόσταξε μὲ αὐστηρὴ λίγο τὴ φωνὴ ἡ Παναγία. Συγκεντρωθεῖτε γιὰ νὰ ὑποδεχτεῖτε τὸν ἅγιο πατριάρχη ποὺ ἔρχεται.

Ὁ ἡγούμενος ξύπνησε, μὰ γιὰ πολλὴ ὥρα δὲν μποροῦσε νὰ συνέλθει ἀπὸ τὴν πολλή του ἔκσταση. Ὅταν κατάφερε νὰ σταθεῖ στὰ πόδια του ξανά, διάταξε τὸν ἐκκλησιάρχη νὰ χτυπήσει ἐκτάκτως τὸ τάλαντο. Οἱ πατέρες μαζεύτηκαν, τοὺς φανέρωσε τὴν ὀπτασία του καὶ ὅλοι συγκλονισμένοι ξεχύθηκαν νὰ ἑτοιμαστοῦν γιὰ τὴν ὑποδοχὴ τοῦ πατριάρχη. Μὲ λαμπάδες, ἑξαπτέρυγα, λάβαρα καὶ θυμιατά, παρατάχτηκαν ἐπιτέλους ὅλοι στὴν πύλη τῆς μονῆς. Μαζί τους καὶ ἡ πληθώρα τῶν προσκυνητῶν, ποὺ ὅπως πάντα εἶχαν συρρεύσει γιὰ τὴ νυχτερινὴ χριστουγεννιάτικη Λειτουργία. Καιρὸς ἦταν! Καὶ νά!

Ἕνα ἀμυδρὸ διάχυτο φῶς φάνηκε μακριὰ στὸν ὁρίζοντα, ἐνῶ τὸ σκοτάδι εἶχε ἤδη σκεπάσει τὰ πάντα γιὰ τὰ καλά. Προχωροῦσε σιγά-σιγὰ πρὸς τὸ μέρος τους. Ὅσο πλησίαζε, δυνάμωνε περισσότερο, σχηματίζοντας ἕνα μεγάλο φωτεινὸ κύκλο, ποὺ σκόρπιζε λαμπερὸ γλυκύτατο φῶς στὴ σκοτεινὴ νύχτα. Ἔβλεπαν ὅλοι ἐκστατικοί. Ὁ οὐράνιος φωτεινὸς κύκλος ἔφτασε κοντὰ στὴ μονή, ἀλλὰ μὲ αὐτὸ ποὺ εἶδαν, ἔμειναν ὅλοι πετρωμένοι καὶ ἄφωνοι. Δυὸ ψηλοὶ λευκοντυμένοι φωτεινοὶ ἄγγελοι, κρατώντας μεγάλες ἀναμμένες λαμπάδες, φώτιζαν μὲ ὑπερκόσμιο φῶς τὸν δρόμο ἀπὸ τὴ μιὰ καὶ τὴν ἄλλη μεριά. Στὴ μέση, ἀνάμεσά τους, βάδιζε ὁ ταπεινὸς ἡμιονηγὸς τῆς μονῆς, σέρνοντας πίσω του τὰ τέσσερα βαρυφορτωμένα ὑποζύγια.

Καὶ πίσω τους, ἄλλη ἔκπληξη. Ἕνα τεράστιο πλῆθος ἀνθρώπων, ὅλοι οἱ κάτοικοι ἀπὸ τὰ χωριὰ καὶ τὶς κωμοπόλεις ποὺ εἶχε περάσει ἡ θεϊκὴ αὐτὴ συνοδεία, βλέποντας τὸ πρωτόγνωρο ἐξωπραγματικὸ μεγαλεῖο, ἀκολούθησαν αὐθόρμητα, θαυμάζοντας, δοξάζοντας καὶ μεγαλύνοντας τὸν ὕψιστο Θεὸ καὶ τὸν ταπεινὸ μὰ θεοδόξαστο ἅγιο. Τότε φανερώθηκε σὲ ὅλους περίτρανα τὸ φοβερὸ μυστικό: Ὁ γέρο-δόκιμος ποὺ τόσον καιρὸ φρόντιζε ταπεινὰ τὰ μουλάρια καὶ τὰ ζῶα τῆς μονῆς, ἦταν ὁ οἰκουμενικὸς πατριάρχης!

Μὰ τόση ταπείνωση! Ποιὸς νὰ τὸ φανταζόταν!

Φτάνοντας στὴν πύλη τῆς μονῆς ὁ ἡμιονηγὸς καὶ βλέποντάς τους ὅλους παραταγμένους, ἔπεσε ἀμέσως στὰ γόνατα χύνοντας ἄφθονα δάκρυα. Μὰ ὁ ἡγούμενος ἔτρεξε, γονάτισε μπροστά του, ἀγκάλιασε τὰ πόδια του καὶ ἔκραξε:

–  Ὣς ἐδῶ, Παναγιώτατε, ὣς ἐδῶ! Φτάνει ἡ μεγάλη σου ταπείνωση! Συχώρεσέ μας ποὺ σὲ ὑποβάλαμε σὲ τόση ταλαιπωρία, μὰ ἔγινε ἐντελῶς ἐν ἀγνοίᾳ μας. Ποῦ νὰ βάλουμε στὸ φτωχό μας μυαλὸ τέτοιο πράγμα οἱ ἐλεεινοί!

Μέσα σὲ κύμα ἰσχυροῦ συγκλονισμοῦ, μὲ δάκρυα βαθειᾶς συγκίνησης, οἱ μοναχοὶ προσκυνοῦσαν καὶ ἀσπάζονταν τὸν ταπεινὸ πατριάρχη, ζητώντας συγχώρηση γιὰ ὅποιο πρόβλημα καὶ στενοχώρια, ἠθελημένα ἢ ἄθελα, τοῦ εἶχαν προξενήσει. Καὶ σὰν νὰ εἶχαν ὅλοι συνεννοηθεῖ, μιὰ φωνὴ ἀπὸ μύρια στόματα ὑψώθηκε αὐθόρμητα στὸν ἀέρα, ψάλλοντας θριαμβευτικὰ τὴ φήμη τοῦ οἰκουμενικοῦ πατριάρχη.

Γιὰ πρώτη φορὰ στὰ χρονικὰ τῆς μονῆς, στὴ λαμπρὴ χριστουγεννιάτικη νυχτερινὴ Λειτουργία χοροστατοῦσε οἰκουμενικὸς πατριάρχης. Ὁ ἴδιος προσπάθησε βέβαια νὰ τὸ ἀποφύγει. Μὰ τὸν σήκωσαν μὲ τὴ βία στὰ χέρια τους καὶ τὸν ἀνέβασαν στὸν δεσποτικὸ θρόνο, κραυγάζοντας δυνατά:

–  Ἀπόλαβε τὸν θρόνον σου, πάτερ!

Καὶ ὅταν ἀπὸ τὴν ἀσθενική του φωνὴ ἀκούστηκε γιὰ πρώτη φορὰ τὸ «Εἰρήνη πᾶσι» καὶ ὑψώθηκε σὲ σχῆμα εὐλογίας τὸ ἁγιασμένο λιπόσαρκο χέρι του, μιὰ ἐκκωφαντικὴ ἰαχὴ ἀπὸ ὅλα τὰ στόματα συγκλόνισε τοὺς θόλους τοῦ ναοῦ:

–  Εἰς πολλὰ ἔτη, Δέσποτα!

Ὅλα τὰ μάτια ἔτρεχαν, οἱ καρδιὲς σπαρταροῦσαν. Πήγαιναν νὰ σπάσουν ἀπὸ τὴ συγκίνηση. Στὸ πρόσωπο τοῦ ἁγίου πατριάρχη ἔβλεπαν τὸν τέλειο μιμητὴ τοῦ Χριστοῦ. Ποὺ ἀπ’ τὸ ἄφθαστο μεγαλεῖο του κατέβηκε πιὸ χαμηλὰ κι ἀπὸ τὸν τελευταῖο ἄνθρωπο.

Χαράχτηκαν βαθιὰ ὅλα αὐτὰ στὶς ψυχὲς τῶν ἀνθρώπων.

Ξεχνιοῦνται ποτὲ τέτοια Χριστούγεννα;

Χριστούγεννα 2025

Γέροντα, μετά από τόσα χρόνια αγώνα, τι σας έμεινε μέσα στη ψυχή σας;

– Γέροντα, μετά από τόσα χρόνια αγώνα, τι σας έμεινε μέσα στη ψυχή σας;

-Γέροντας ΕΦΡΑΙΜ: Όλα είναι δεύτερα, όλα δεύτερα. Το πρώτο είναι το όνομα του Χριστού μας και τώρα, περνώντας τα χρόνια, είδα στη πράξη, ότι μόνο με την αγάπη κερδίζεται ο άνθρωπος. Η ζωή μου ήταν κόπος και πόνος… Μόνο το όνομα του Χριστού και της Παναγίας μας μ’ έβγαλε πέρα. Όποιος άνθρωπος δεν λέγει καθημερινά το όνομα του Χριστού και της Παναγίας μας, δεν είναι Χριστιανός.

– Δηλαδή η ευχή του Χριστού είναι το μέγιστο;

-Γέροντας ΕΦΡΑΙΜ: Βεβαίως, γιατί είμαστε συνέχεια με τη μνήμη του Χριστού μας. Οι Άγιοι Πατέρες φωτίστηκαν και μας άφησαν αυτές τις προσευχούλες. Τρία και δύο γράμματα, «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησον ημάς» και «Υπεραγία Θεοτόκε, σώσον ημάς».

Δεν είναι να διαβάσουμε εγκυκλοπαίδειες, ούτε πολλά βιβλία.

Μ’ αυτές τις δύο προσευχούλες, σωζόμαστε όλοι οι Χριστιανοί. Οι μοναχοί που δεν έχουν τις μέριμνες των κοσμικών, προσεύχονται πολύ και φθάνουν ψηλά. Τους βοηθάει πολύ και η Παναγία μας. Είναι σαν να μιλούν στο αυτί του Χριστού μας, γιατί είναι αφοσιωμένοι στη προσευχή και αυτό είναι το κύριο έργο τους και όποιος έχει το δώρο της προσευχής στη καρδιά του, όταν πεθάνει δεν τον αγγίζουν τα τελώνια. Πηγαίνει μετά τον θάνατό του, κατευθείαν στο Χριστό μας. Δεν έχει εμπόδια, γιατί το όνομα του Χριστού έχει δύναμη. Είναι πυρ ο Θεός!!!!

https://simeiakairwn.gr/