Ἡ Ὁσία Ξένη Γκριγκόριεβνα, ἡ διὰ Χριστὸν σαλή

Αὐτὸν τὸν πρῶτο Μακαρισμὸ τῆς ἐπὶ τοῦ Ὄρους ὁμιλίας τοῦ Κυρίου μας (“Μακάριοι οἱ πτωχοὶ τῷ πνεύματι ὅτι αὐτῶν ἐστιν ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν”) μποροῦμε νὰ τὸν ἀποδώσουμε πλήρως στὴν εὐλογημένη δούλη τοῦ Θεοῦ Ξένη, τὴν κατὰ Χριστὸν σαλή. Ἀνῆκε σ’ αὐτοὺς ποὺ εἶναι “πτωχοὶ τῷ πνεύματι” καὶ τὰ σαράντα πέντε χρόνια τῆς ἀσκητικῆς της ζωῆς δὲν ἦταν τίποτε ἄλλο παρὰ μία ἀπόκτηση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καὶ μία καθίδρυση τῆς Βασιλείας τῶν οὐρανῶν στὴν καρδιά της.

“Εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρός, τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος”. Ἐδῶ ἀναπαύεται τὸ σῶμα τῆς δούλης τοῦ Θεοῦ, Ξένης Γκριγκόριεβνα, γυναικὸς τοῦ αὐτοκρατορικοῦ πρωτοψάλτου, συνταγματάρχου Ἀνδρέα Φεοντόροβιτς Πετρώφ. Χήρα σὲ ἡλικία 26 ἐτῶν, μία προσκυνήτρια γιὰ 45 χρόνια, ἔζησε 71 χρόνια. Ἦταν γνωστὴ μὲ τὸ ὄνομα Ἀνδρέα Φεοντόροβιτς”.

Αὐτὰ γράφονται στὸ λακωνικὸ ἐπιτύμβιο πάνω στὸν τάφο τῆς μακαρίας Ξένης, γραμμένα ἀπὸ ἕνα ἄγνωστο πρόσωπο. Καμμιὰ λαϊκὴ διήγηση, καμμιὰ ἀνάμνηση ἀνθρώπων, οὔτε γραπτὲς πηγὲς δὲν μᾶς προμηθεύουν πληροφορίες σχετικὰ μὲ τοὺς γονεῖς της, τὴν ἀνατροφή της, τὴν παιδεία της ἢ ἄλλη κοινωνικὴ δραστηριότητα. Ὅμως μποροῦμε νὰ ὑποθέσουμε ὅτι ἡ Ξένη Γκριγκόριεβνα δὲν ἦταν ἀπὸ χαμηλὴ οἰκογένεια. Ὁ σύζυγός της Ἀνδρέας Φεοντόροβιτς εἶχε τὸν βαθμὸ τοῦ συνταγματάρχου καὶ ἦταν πρωτοψάλτης στὴν βασιλικὴ αὐλή. Ἡ θέση αὐτὴ ἦταν μία πολὺ ὑψηλὴ κοινωνικὴ θέση καὶ ἔδινε δόξα καὶ ὑλικὴ ἀπολαβή.

Ἦταν νέοι. Εἶχαν ἀγάπη μεταξύ τους. Ὑπηρέτησαν καὶ οἱ δύο στὴν βασιλικὴ αὐλή, ἔκαναν τὸ γάμο τους, καλοῦσαν φιλοξενουμένους στὸ σπίτι τους καὶ αὐτοὶ οἱ ἴδιοι πήγαιναν ὡς φιλοξενούμενοι σὲ ἄλλα σπίτια. Αὐτὰ οἱ ἄνθρωποι τὰ ὀνομάζουν “καλὴ τύχη” καὶ φαινόταν ὅτι τίποτε στὸ ἀνδρόγυνο αὐτό, τὸν Ἀνδρέα καὶ τὴν Ξένη, δὲν θὰ ἔδινε τέλος σ’ αὐτὴ τοὺς τὴ χαρά. Ἀλλὰ ξαφνικὰ ἕνα φοβερὸ χτύπημα, σὰν κεραυνὸς ἐν αἰθρίᾳ, ὁ ἀναπάντεχος θάνατος τοῦ ἀγαπημένου συζύγου, κεραυνοβόλησε τὴν Ξένη Γκριγκόριεβνα. Τόσο πολὺ καταβλήθηκε αὐτὴ ἀπὸ θλίψη γιὰ τὸν θάνατο τοῦ συζύγου της, ὥστε στοὺς πολλοὺς φαινόταν ὅτι ἔχασε τὰ λογικά της. Ἔτσι νόμισαν οἱ συγγενεῖς της, οἱ φίλοι της καὶ οἱ γνωστοί της.

Πραγματικὰ ἡ συμπεριφορὰ τῆς Ξένης μετὰ τὸ θάνατο τοῦ συζύγου της ἦταν πολὺ περίεργη. Κατὰ πρῶτον ἄρχισε νὰ βεβαιώνη ὅλους ὅσους τὴν περιτριγύριζαν ὅτι ὁ σύζυγός της δὲν πέθανε, ἀλλὰ ὅτι πέθανε αὐτή. Φόρεσε τὰ ροῦχα τοῦ νεκροῦ συζύγου της καὶ ἄρχισε νὰ ὀνομάζη τὸν ἑαυτὸ της Ἀνδρέα Φεοντόροβιτς. Οἱ συγγενεῖς της τὴν θεώρησαν περισσότερο γιὰ παράφρονα, ὅταν αὐτὴ ἄρχισε νὰ μοιράζη τὴν περιουσία της στοὺς φτωχοὺς καὶ ὅταν ἔδωσε τὸ σπίτι της στὴν Παρασκευή Ἀτόνοβα. Οἱ ἐνδιαφερόμενοι γιὰ τὴν περιουσία της συγγενεῖς της στράφηκαν στὶς ἀρχὲς καὶ ζήτησαν ἀπὸ αὐτὲς νὰ λάβουν μέτρα ἐναντίον μιᾶς τέτοιας διάθεσης τῆς κληρονομιᾶς της ἀπὸ αὐτήν. Μετὰ ἀπὸ αὐτὴν τὴν ἀναφορὰ τῶν συγγενῶν οἱ ἀρχὲς τὴν κάλεσαν καὶ ἀφοῦ συζήτησαν μαζί της, συμπέραναν ὅτι ἦταν πολὺ καλὰ στὰ λογικά της καὶ εἶχε ἑπομένως κάθε δικαίωμα νὰ κάνη ὅ,τι ἤθελε τὴν περιουσία της.

Τί συνέβηκε πράγματι μὲ τὴν Ξένη Γκριγκόριεβνα; Ἀσφαλῶς συνέβηκε μέσα της μία πλήρης πνευματικὴ ἀντιστροφή, πού, κατὰ τὰ ἴδια της τὰ λόγια, ἡ Ξένη Γκριγκόριεβνα Πέτροβα εἶχε πεθάνει!…Βάζοντας τὰ ροῦχα τοῦ συζύγου της καὶ παίρνοντας τὸ ὄνομά του ἦταν, κατὰ τὴ γνώμη της, σὰν νὰ παρατεινόταν ἡ δική του ζωὴ στὸ πρόσωπό της γιὰ νὰ συγχωρηθοῦν οἱ ἁμαρτίες του μὲ τὴ δική της ἀφιερωμένη στὸ Θεὸ ζωή. Τώρα αὐτὴ παρουσίαζε τὸν ἑαυτό της στὸν κόσμο μὲ τὴν πιὸ δύσκολη ὑπηρεσία τοῦ Θεοῦ ὡς “κατὰ Χριστὸν τρελλή”.

Ὁ ἅγιος Ἰωάννης τῆς Κροστάνδης λέγει: “Ὑπάρχει μία ἀληθινή, πραγματικὴ ζωὴ καὶ μία φαινομενική, ψεύτικη ζωή. Τὸ νὰ ζῆς γιὰ νὰ τρῶς, νὰ πίνης, νὰ ντύνεσαι, γιὰ νὰ ἀπολαμβάνης καὶ νὰ γίνεσαι πλούσιος, τὸ νὰ ζῆς γενικὰ γιὰ ἐγκόσμιες χαρὲς καὶ φροντίδες, αὐτὸ εἶναι μία φαντασία. Τὸ νὰ ζῆς ὅμως γιὰ νὰ εὐχαριστῆς τὸν Θεὸ καὶ τοὺς ἄλλους, γιὰ νὰ προσεύχεσαι καὶ νὰ ἐργάζεσαι μὲ κάθε τρόπο γιὰ τὴν σωτηρία τῶν ψυχῶν τους, αὐτὴ εἶναι πραγματικὴ ζωή. Ὁ πρῶτος τρόπος ζωῆς εἶναι ἀκατάπαυστος πνευματικὸς θάνατος. Ὁ δεύτερος εἶναι ἀκατάπαυστη ζωὴ τοῦ πνεύματος.”(Ἅγιος Ἰωάννης τῆς Κροστάνδης, Περὶ τῆς ἐγκοσμίου ζωῆς). Ἀπὸ αὐτὸ βλέπουμε ὅτι τὸ “χτύπημα” ποὺ “χτύπησε” τὴν δούλη τοῦ Θεοῦ Ξένη ἦταν μία ὤθηση ἀπὸ τὴν μὴ πραγματικὴ ζωὴ στὴν ζωὴ τοῦ Πνεύματος.

Ἡ μακαρία Ξένη, ποὺ ἦταν πλούσια πρῶτα ἔζησε τώρα μία φτωχική, πολὺ φτωχικὴ ζωή. Δὲν εἶχε πραγματικὰ ποῦ νὰ κλίνη τὴν κεφαλή της. Γιὰ σκέπη της εἶχε τὸν μελαγχολικὸ βροχερὸ οὐρανὸ τῆς ἁγίας Πετρούπολης, ἐνῶ γιὰ κρεβάτι της εἶχε τὸ ὑγρὸ γυμνὸ ἔδαφος. Περνοῦσε τὶς νύχτες της προσευχόμενη γονατισμένη στὸ γυμνὸ ἔδαφος τῶν χωραφιῶν. Αὐτὸ τὸ μαρτυροῦσαν ἡ ἀστυνομία καὶ οἱ κάτοικοι, ποὺ τὴν ἀνακάλυψαν, γιατί εἶχαν τὴν περιέργεια νὰ μάθουν ποῦ ἐξαφανιζόταν τὶς νύχτες. Κάποτε κάποιος ἀστυνομικὸς τὴν παρακολούθησε καὶ τὴν εἶδε νὰ κλίνη τὰ γόνατά της σ’ ἕνα ἀνοιχτὸ χωράφι καὶ νὰ προσεύχεται. Ἄρχισε νὰ προσεύχεται ἀπὸ τὸ βράδυ καὶ δὲν σηκώθηκε μέχρι τὸ πρωΐ. Κατὰ τὴ διάρκεια τῶν προσευχῶν της ἔκανε μετάνοιες σὲ ὅλες τὶς διευθύνσεις προσευχόμενη γιὰ ὅλους τοὺς ὀρθόδοξους χριστιανούς.

Κατὰ τὴν ἡμέρα συνήθως γύριζε γύρω στοὺς δρόμους τῆς ἁγίας Πετρούπολης. Τὰ κουρελιασμένα ροῦχα της δύσκολα τὴν σκέπαζαν- μία κόκκινη φούστα καὶ μία πράσινη ζακέτα. Στὰ πόδια της εἶχε χαλασμένα παπούτσια καὶ γύρω ἀπὸ τὸ κεφάλι της εἶχε δεμένο ἕνα παλιὸ μαντήλι. Ἀκόμα καὶ κατὰ τὸν βαρὺ χειμώνα δὲν φοροῦσε ζεστὰ ροῦχα καὶ παπούτσια, ἂν καὶ ἡ καλωσύνη τοῦ λαοῦ της πρόσφερε πολλὰ ἀπ’ αὐτά. Σὲ ὅλες τὶς περιόδους τοῦ ἔτους τὴν ἔβλεπαν ντυμένη στὰ ἴδια κουρέλια. Τὸ κρύο στὴν ἁγία Πετρούπολη ἦταν δυνατὸ καὶ διαπερνοῦσε τὰ κόκκαλα. Ἀλλὰ ἡ Χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ποὺ χύνεται μὲ ἀφθονία στοὺς ἁγίους τοῦ Θεοῦ, τοὺς ἔκανε νὰ νικοῦν τοὺς νόμους τῆς φύσεως. Αὐτὴ ἡ Χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἔδινε ζεστασιὰ καὶ δύναμη στὴ μακαρία Ξένη.

Ὅλοι ἀγαποῦσαν αὐτὴν τὴν ἥσυχη, τὴν ἤρεμη, τὴν ταπεινὴ καὶ τὴν εὐγενικὴ δούλη τοῦ Θεοῦ Ξένη. Πολλοὶ τὴν λυποῦνταν καὶ τῆς ἔδιναν ἐλεημοσύνη, ἀλλὰ αὐτὴ δὲν τὴν ἔπαιρνε. Ἐὰν δεχόταν κανένα μικρὸ κέρμα, ἀμέσως τὸ ἔδινε σὲ κάποιον φτωχὸ ζητιάνο.

Ὅταν κτιζόταν μία Ἐκκλησία στὸ νεκροταφεῖο Σμόλενσκ, τὴ νύχτα ἡ μακαρία Ξένη ἔσερνε λίθους μὲ τὰ ἀδύνατα χέρια της ὥς τὴν κορυφὴ τῶν τοίχων τοῦ οἰκοδομήματος. Μὲ αὐτὸ ποὺ ἔκανε ἔγραφε τὸ ὄνομά της γιὰ πάντα στὸ βιβλίο τῶν μνημοσύνων μὲ τὴν δέηση “ὑπὲρ τῶν μακαρίων καὶ ἀειμνήστων κτιτόρων τοῦ ἁγίου οἴκου τούτου”. Οἱ κτίστες παραξενεύονταν βλέποντας τοὺς λίθους στὴν κορυφή. “Από ποῦ βρίσκονται αὐτοὶ οἱ σωροὶ τῶν λίθων κάθε πρωΐ;” ἔλεγαν. Ἀλλὰ κατάλαβαν ἔπειτα ὅτι βοηθὸς τους ἦταν ἡ μακαρία Ξένη.

Αὐτὰ ποὺ γράψαμε μέχρι τώρα γι’ αὐτοὺς τοὺς κόπους καὶ τοὺς ἀγῶνες τῆς μακαρίας Ξένης τὰ γνωρίζουμε ἀπὸ τὸ συναξάριο τοῦ λαοῦ. Πόσα ὅμως ἄλλα ἄγνωστα γιὰ μᾶς θὰ ὑπάρχουν γι’ αὐτὴ τὴ θαυμαστὴ ὁσία, ποὺ εἶναι ὅμως γνωστὰ μόνο στὸ Θεό;

Ὁ Κύριός μας Ἰησοῦς Χριστὸς εἶπε: “Ὅστις θέλει ὀπίσω μου ἀκολουθεῖν, ἀπαρνησάσθω ἑαυτὸν καὶ ἀράτω τὸν σταυρὸν αὐτοῦ καὶ ἀκολουθείτω μοι” (Μάρκ.8,34). Μὲ ταπείνωση, μὲ ὑπομονὴ καὶ χαρὰ ἡ μακαρία Ξένη σήκωσε μὲ προθυμία καὶ αὐταπάρνηση τὸν σταυρὸ τῆς πνευματικῆς πενίας καὶ ἀντὶ νὰ σκέπτεται τὸ δικό της συμφέρον ἔκλεισε στὴν καρδιὰ της ὅλους τοὺς “γείτονές” της μὲ τὶς δυστυχίες τους, τὶς ἀνάγκες τους, τὶς φροντίδες καὶ τὶς λύπες τους. “Γείτονές” της, εἰκονικῶς ὁμιλοῦντες, ἦταν ὅλοι οἱ κάτοικοι τῆς ἁγίας Πετρούπολης.

Ἡ μακαρία Ξένη, ὅταν περπατοῦσε στὸν δρόμο, ἀπὸ ὅλες τὶς μεριές, ἀπὸ ὅλα τὰ ἁμάξια ποὺ περνοῦσαν ἄκουγε νὰ φωνάζουν: “Ἀνδρέα Φεοντόροβιτς, σταμάτα. Θέλω νὰ σὲ πάρω στὸ ἁμάξι μου ἔστω καὶ γιὰ λίγα βήματα”. Καὶ ὅταν ἔμπαινε σὲ κάποιο αὐτοκίνητο, τὸ εἰσόδημα τοῦ αὐτοκινήτου αὐτοῦ τὴν ἡμέρα ἐκείνη ἦταν πολὺ μεγάλο. Ἡ μακαρία Ξένη προτιμοῦσε νὰ κάθεται σὲ αὐτοκίνητα ἀνθρώπων ποὺ εἶχαν ἀνάγκη βοηθείας. Ἐὰν μιλοῦσε μὲ κανέναν ποὺ ἦταν στενοχωρημένος, ἀμέσως αὐτὸς καταπραϋνόταν καὶ τοῦ ἐρχόταν μία θαυματουργικὴ βοήθεια. Ὅταν θώπευε ἕνα ἄρρωστο παιδάκι, ἀμέσως αὐτὸ γινόταν καλά. Οἱ ἔμποροι τὴν παρακαλοῦσαν νὰ πάρη κάτι ὡς δῶρο ἢ τουλάχιστον νὰ μπῆ στὸ κατάστημά τους. Ἤξεραν ὅτι ἐκείνη τὴ μέρα οἱ δουλειές τους θὰ πήγαιναν πολὺ καλὰ καὶ τὰ κέρδη τους θὰ ἦταν πολλά.

Ἡ μακαρία Ξένη ἔλαβε ἀπὸ τὸν Θεὸ καὶ τὸ προορατικὸ χάρισμα. Κάποτε, τὸ ἔτος 1764, ταράχτηκε πολὺ καὶ ξέσπαγε κάθε μέρα σὲ δάκρυα. Οἱ ἄνθρωποι τὴν ρωτοῦσαν τὴν αἰτία ποὺ κλαίει καὶ αὐτὴ ἀπαντοῦσε: “Αἷμα, αἷμα, αὐλάκι ἀπὸ αἷμα!”. Τότε ὅλοι ἦταν ἀνήσυχοι γιὰ τὸ τί ἄραγε θὰ συνέβαινε. Ἀλλὰ τρεῖς ἑβδομάδες ἀργότερα οἱ πολίτες τῆς ἁγίας Πετρούπολης ἔμαθαν τί ἐσήμαιναν τὰ λόγια της. Ἀπὸ τὴν ρωσικὴ ἱστορία γνωρίζουμε ὅτι ἡ προσπάθεια τοῦ ἀξιωματικοῦ Μίροβιτς νὰ ἐλευθερώση τὸν αἰχμάλωτο βασιλέα Ἰβὰν Ἀντώνοβιτς, ποὺ ἦταν φυλακισμένος στὸ φρούριο Schlusselburg, ἀπέτυχε καὶ ὁ Ἰβὰν Ἀντώνοβιτς φονεύθηκε.

Στὶς 24 Δεκεμβρίου 1761, τὴν παραμονὴ τῆς Γεννήσεως τοῦ Χριστοῦ, ἡ μακαρία Ξένη περιερχόταν τοὺς δρόμους τῆς πρωτεύουσας καὶ ἔλεγε στὸν καθένα νὰ κάνη τηγανίτες. Τὴν ἑπομένη μέρα ἀκούστηκε τὸ φοβερὸ νέο: ἡ αὐτοκράτειρα Ἐλισάβετ Πέτροβα πέθανε ξαφνικά. Οἱ τηγανίτες θὰ ἦταν γιὰ τὴν ἀγρυπνία, ποὺ ἡ προικισμένη μὲ τὸ προορατικὸ χάρισμα ὁσία Ξένη προφήτευσε. Τέτοιες περιπτώσεις ποὺ ἐκδηλωνόταν τὸ προορατικὸ χάρισμά της καὶ περιπτώσεις βοηθειῶν ποὺ πρόσφερε στὸν λαὸ μὲ τὸ χάρισμά της αὐτό, ἔχουμε πολλές.

Ὁ ἀγώνας τῶν διὰ Χριστὸν σαλῶν ἦταν δύσκολος. Οἱ ἅγιοι μοναστικοὶ πατέρες καὶ ἀσκητὲς ἔφυγαν ἀπὸ τοὺς πειρασμοὺς αὐτοῦ του κόσμου στὴν ἔρημο καὶ στὰ δάση καὶ ἔλαβαν τὴν ἀμοιβὴ τῶν κόπων τους στοὺς οὐρανοὺς καὶ τὸ φωτοστέφανο τῆς ἁγιότητάς τους στὴ γῆ. Ὅμως οἱ μακάριοι διὰ Χριστὸν σαλοὶ δὲν ἄφησαν τὸν κόσμο καὶ μὲ τὴν ἐμφάνιση τῆς σαλότητας ἔκρυβαν τοὺς πνευματικοὺς ἀγῶνες, μὴ θέλοντες νὰ παρουσιάσουν τοὺς ἑαυτούς τους ὡς δίκαιους ἀνθρώπους, ἀλλὰ ὡς τρελλούς.

Ἡ δούλη τοῦ Θεοῦ Ξένη εἶδε καθαρὰ τὴν δυσκολία αὐτοῦ τοῦ ἀγώνα τῶν κατὰ Χριστὸν σαλῶν καὶ γιὰ νὰ προετοιμάση πνευματικῶς τὴν ψυχή της, ἐξαφανίστηκε ἀπὸ τὴν ἁγία Πετρούπολη γιὰ ὀκτὼ χρόνια. Πρέπει νὰ ὑποθέσουμε ὅτι αὐτὸ ἦταν τὸ πρῶτο στάδιο τῆς ἐπὶ σαράντα πέντε χρόνια ἀφιερώσεώς της. Ὁ πρώην Ἀρχιεπίσκοπος Ἀνδρέας εἶχε ἀξιόπιστη πληροφορία ὅτι ἡ μακαρία Ξένη γιὰ τὴν πνευματική της τελείωση ἐδαπάνησε αὐτὰ τὰ χρόνια μεταξὺ τῶν Στάρετς προετοιμάζοντας τὸν ἑαυτό της γιὰ τὸν δύσκολο ἀγώνα τῶν διὰ Χριστὸν σαλῶν καὶ ἦταν κάτω ἀπὸ τὴν πνευματική τους καθοδήγηση.

Ποῦ ἦταν οἱ Στάρετς; Ἴσως ἦταν στὸ Hermitage ἢ σ’ ἕνα ἀπὸ τὰ μοναστήρια ποὺ αὐτὸν τὸν καιρὸ εἶχαν Στάρετς, μαθητὲς τοῦ Παϊσίου Βελιτσκόφσκυ. Ὕστερα ἀπὸ ὀχτὼ χρόνια πάλι ξαναγύρισε στὴν πατρίδα της, τὴν ἁγία Πετρούπολη, καὶ δὲν τὴν ξαναφησε στὰ ἄλλα τριάντα ἑπτὰ χρόνια τῆς ζωῆς της σ’ αὐτὸν τὸν κόσμο.

Ἦρθε τέλος ἡ στιγμὴ ποὺ ἔληξαν οἱ ἀγῶνες της. Ἡ μακαρία Ξένη ἐγκατέλειψε τὸν πρόσκαιρο κόσμο καὶ εἰσῆλθε στὸν αἰώνιο. Ὑποθέτουν ὅτι ἀναπαύθηκε μεταξὺ τῶν ἐτῶν 1806 καὶ 1814. Δὲν ὑπάρχει ἀκριβὴς πληροφορία σχετικὰ μὲ αὐτὸν τὸν χρόνο καὶ εἶναι ἀδύνατο νὰ καθορίσουμε ἀκριβῶς τὴν χρονολογία τοῦ θανάτου της. Γνωρίζοντας τὴν ἀγάπη καὶ τὸν σεβασμὸ μὲ τὸν ὁποῖο τὴν περιέβαλε ὁ κόσμος μποροῦμε νὰ ὑποθέσουμε μὲ βεβαιότητα ὅτι ἡ κηδεία της εἶχε μεγάλη ἐπισημότητα καὶ ὅτι πολὺς κόσμος θὰ συγκεντρώθηκε, γιὰ νὰ τῆς δώση τὸν τελευταῖο χαιρετισμό.

Ἀμέσως μετὰ τὴν κηδεία της οἱ θαυμαστὲς ἄρχισαν νὰ παίρνουν χοῦφτες χῶμα ἀπὸ τὸν τάφο της. Ὁ ἀριθμὸς τῶν προσκυνητῶν αὔξανε κάθε μέρα. Ὁ σωρὸς τοῦ χώματος στὸν τάφο της συνέχεια ἐλαττωνόταν. Τελικὰ τοποθετήθηκε στὸν τάφο της μία πέτρινη πλάκα, ἀλλὰ καὶ αὐτὴν τὴν ἔσπαζαν κομμάτια καὶ τὴν ἀφαιροῦσαν. Τελικὰ τοποθετήθηκε πάνω στὸν τάφο της μία πλάκα ἀπὸ γρανίτη μὲ τὴν ἐπιγραφὴ ποὺ εἴπαμε στὴν ἀρχὴ καὶ ἔπειτα χτίστηκε στὸν τάφο της ἕνα ἐκκλησάκι μὲ τὶς προσφορὲς τῶν πιστῶν. Πολλοὶ πιστοὶ ἄρχισαν νὰ γράφουν στοὺς τοίχους τοῦ ναϋδρίου διάφορα αἰτήματα, ὥστε ἀναγκάστηκαν νὰ τὸν χρωματίσουν. Οἱ ἱερεῖς ἔκαναν παννυχίδες στὸ ναὸ ἀπὸ νωρὶς τὸ βράδυ μέχρι ἀργὰ τὸ πρωΐ.

Τὰ χέρια τῶν ἀθεϊστῶν δὲν σεβάστηκαν τὸν τόπο τῆς ἀναπαύσεως τῆς ἁγίας. Γι’ αὐτὸ τὰ παράθυρα ἦταν κλειστὰ μὲ σανίδες καὶ ἡ εἴσοδος ἦταν κλειστή, ἀλλὰ ὁ δρόμος πρὸς τὸ νεκροταφεῖο Σμόλενσκ ἦταν πάντοτε ἀνοιχτός. Νέοι καὶ γέροι πήγαιναν στὸ παρεκκλήσιο, ψιθύριζαν τὰ αἰτήματά τους γιὰ βοήθεια καὶ ἔσκυβαν στὸ ἔδαφος κοντὰ στὸν τάφο.

Καὶ ἡ μακαρία Ξένη τοὺς βοηθοῦσε ὅλους.

Περιοδικὸ Ὀρθόδοξη Ζωή
1821

http://www.agiazoni.gr/

Το παράδειγμα της μεγαλομάρτυρος Αικατερίνης, που υπέφερε για τον Χριστό 18 μόλις χρονών

Οι βασανιστές την πέταξαν σε ένα μπουντρούμι τσακισμένη από τα βασανιστήρια.

Κι εκεί της εμφανίστηκε ο Κύριος…

Τον ρώτησε «Κύριε, που ήσουν όλο αυτό τον καιρό;»

Εκείνος απάντησε: «Ήμουν εδώ συνεχώς, στην καρδιά σου».

«Μα η καρδιά μου είναι ακάθαρτη και γεμάτη κακία και υπερηφάνεια».

«Ναι», απάντησε ο Κύριος, «αλλά έχεις αφήσει εκεί χώρο και για Μένα. Αν δεν ήμουν μαζί σου, δεν θα μπορούσες να αντέξεις όλα τα βασανιστήρια. Θα σου δώσω δύναμη να αντέξεις μέχρι τέλους».

Οι Άγιοι Πατέρες λένε, «Καταλαβαίνουμε ότι ο Θεός μας αγαπά, όταν μας οδηγεί σε πολλά βάσανα και οδύνες».

«Ειρήνην αφίημι υμίν, ειρήνην την εμήν δίδωμι υμίν• Μη ταρασσέσθω υμών η καρδία μηδέ δειλιάτω» ( Ιωάν. 14,27) , λέει ο Κύριος, που είναι η οδός, η αλήθεια και η ζωή.

Γέρ. Θαδδαίος της Βιτόβνιτσα

Τα τελευταία λόγια…του Αγίου Νεκταρίου

«Θέλω να ζήσω ανάλαφρος, θέλω να συγχωρέσω πέρα από κάθε λογική, πέρα από κάθε πίκρα.
Χριστέ μου, άσε με να κοινωνήσω την παράλογη αγάπη Σου για τους ανθρώπους.
Εγώ δεν μπορώ.
Εσύ όμως μπορείς ν΄αρπάξεις την ψυχή μου και να την αναστήσεις.
Εις χείρας Σου παραδίδομαι».

Ο Άγιος Νεκτάριος απ’ το νοσοκομείο, εκεί όπου η ασθένεια κατατρώει ένα κορμί, της έτσι κι αλλιώς συνολικά ατελούς και πτωτικής μας φύσης, έτοιμος πια με την ψυχή στα άσπρα φορεμένη, στην τελευταία προσευχή.
Ο Άγιος Νεκτάριος σήμερα σε τροχιά εξόδου για την Αληθινή Ζωή και λίγο κοντοστέκεται, κάπου ψηλά εστιάζει, κάτι σαν να αφουγκράζεται, κάτι που το αντιλαμβάνεται από μία άλλη διάσταση, κάτι που όλοι οι υπόλοιποι, οι γύρω του, το εκλαμβάνουνε απλά σαν κούφια σιωπή.
Φέρνει το χέρι αυθόρμητα στο στήθος του και ταπεινά δείχνει τον εαυτό του:
-«Εις εμέ το λέγεις Κύριε; Εις εμέ;»

8 Νοεμβρίου 1920, Αρεταίειο νοσοκομείο, Αθήνα

Προφήτης Ηλίας ο μέγιστος των προφητών

Προφήτης Ηλίας, ο πλέον γνωστός και ο πλέον  μεγαλύτερος από όλους τους προφήτες της Παλαιάς διαθήκης. Ονομάστηκε
Θεσβίτης γιατί καταγόταν από τη Θέσβη. Έζησε τον 9ο αι. π.Χ.  και λειτούργησε ως προφήτης 25 χρόνια. Κατά την γέννησή του ο
πατέρας του είδε σε οπτασία δυο αγγέλους να τον ονομάζουν Ηλία και να τον σπαργανώνουν  με φωτιά και να του δίδουν φλόγα να
φάει. Οι ιερείς του Ισραήλ, ερμηνεύοντας την οπτασία, είπαν στον πατέρα, ότι ο γιος του θα γίνει προφήτης και θα κρίνει το Ισραήλ με
δίκοπο μαχαίρι και φωτιά.
Ο προφήτης εμφανίστηκε σε μια δύσκολη εποχή για τον λαό του Ισραήλ, όταν βασιλιάς στο βόρειο τμήμα ήταν ένας κακός,
ασεβής και ειδωλολάτρης, ο Αχαάβ. Ο προφήτης με εντολή του Θεού παρουσιάζεται ξαφνικά στον βασιλιά και προφητεύει ότι θα
ακολουθήσουν τρεισήμισι χρόνια ανομβρίας και ότι δεν θα βρέξει αν ο ίδιος (ο προφήτης) δεν το ζητήσει… Φοβούμενος την οργή
του ειδωλολάτρη βασιλιά ο Ηλίας καταφεύγει, καθ’ υπόδειξη του Θεού, σε ένα σπήλαιο κοντά στον ποταμό Χορράθ ανατολικά του
Ιορδάνη ποταμού. Ο Θεός φρόντισε για τη ζωή του προφήτου. Το πρωί και το βράδυ σαρκοβόροι κόρακες τον τροφοδοτούσαν με
κρέας και ψωμί. Νερό προμηθεύονταν από τον παρακείμενο ποταμό. Ο Θεός, λοιπόν, φρόντισε τα σαρκοβόρα κοράκια να
μεταφέρουν κρέας για να τρέφεται ο πιστός δούλος του Ηλίας.
Είναι το σπήλαιο στο οποίο κατέφυγε για να προσευχηθεί ο πατέρας της Παναγιάς μας, ο Άγιος Ιωακείμ, και να παρακαλέσει
τον Θεό να του χαρίσει ένα παιδί, για να αποφύγει την περιφρόνηση του άτεκνου.
Πάλι με εντολή του Θεού, όταν ο χείμαρρος στέρεψε από νερό πήγε και εγκαταστάθηκε στη Σαρεπτά στην περιοχή της Σιδωνίας
στο σπίτι μιας χήρας. Ο προφήτης Ηλίας ευλόγησε το λιγοστό αλεύρι και το λιγοστό λάδι της οικογένειας, με τα οποία περάσανε
ολόκληρη την περίοδο της ανομβρίας. Ο υιός της χήρας αρρώστησε βαριά και απέθανε. Η χήρα μητέρα απευθύνεται στον
προφήτη και του λέγει: Γιατί ήλθες εδώ για να θυμηθεί ο Θεός τις αμαρτίες μου και να θανατώσει τον γιό μου;; Ο προφήτης αφού προσευχήθηκε στον Θεό ανέστησε το νεκρό παιδί και η μητέρα του ανεγνώρισε ότι ο Ηλίας ήταν προφήτης απεσταλμένος από το Θεό.
Αυτό δεν είναι και το μοναδικό θαύμα που έκανε ο προφήτης Ηλίας. Προφήτευσε τη γέννηση του Χριστού, το φρικτό τέλος του
βασιλιά Αχαάβ, της συζύγου του και το άδοξο τέλος του βασιλικού οίκου τους.
Μετά από τρία χρόνια ανομβρίας παρουσιάστηκε, πάλι με εντολή του Θεού, στον βασιλιά Αχαάβ και του ζήτησε να
συγκεντρώσει όλους τους ιερείς των ειδώλων στο Καρμήλιο όρος και να δουν ποιός Θεός είναι ο αληθινός. Ο Ηλίας πρότεινε να
αρχίσουν πρώτοι οι ειδωλολάτρες. Πράγματι συγκεντρώθηκαν οι ιερείς των ειδώλων και παρακαλούσαν τους θεούς των (τους
ανύπαρκτους) να στείλουν φωτιά για να ανάψει το θυσιαστήριο και να γίνει η θυσία και η λατρεία του Βάαλ. Προσπαθούσαν όλη την
ημέρα οι ειδωλολάτρες. Αλλά η φωτιά δεν άναψε. Προς το τέλος της ημέρας ο προφήτης ζήτησε να προσφέρει θυσία και αυτός
στον δικό του Θεό. Έβαλε τα ξύλα στο θυσιαστήριο και έριξε και νερό. Έπειτα άρχισε να προσεύχεται «Κύριε, Θεέ τοῦ  Ἀβραάμ, τοῦ
Ἰσαάκ καί τοῦ  Ἰακώβ, ἄς μάθουν ὅλοι σήμερα ὅτι ἐσύ εἶσαι Θεός στόν  Ἰσραήλ κι ἐγώ δοῦλος σου, καί ὅτι ἐγώ ἔκανα ὅλα αὐτά τά
πράγματα σύμφωνα μέ τόν λόγο σου. Ἀπάντησέ μου, Κύριε, ὥστε νά μάθει ὁ λαός σου αὐτός ὅτι ἐσύ εἶσαι ὁ Κύριος, ὁ Θεός, κι ὅτι
ἐσύ θά ξαναφέρεις τήν καρδιά τους κοντά σου» (Γ΄ Βασ. 18, 36-37) και πριν τελειώσει την προσευχή του πυρ κατήλθε εκ του ουρανού
και άναψαν τα ξύλα πάνω στο βωμό του Ηλία. Η θυσία έγινε. Ο προφήτης συνεπαρμένος έδωσε το σύνθημα να εξοντώσουν τους
ιερείς. Η ανομβρία σταμάτησε και οι κρουνοί του ουρανού ανοίξανε. Όταν ήλθε το πλήρωμα του χρόνου και ο Ηλίας να αποχωριστεί
τα γήινα, πήρε ο προφήτης τον μαθητή του Ελισαίο και προχώρησαν προς την αντίπερα όχθη του Ιορδάνη ποταμού. Δια
να διέλθουν τον ποταμό ο Ηλίας ως άλλος Μωυσής κτύπησε τα νερά με την μηλωτή του και εκείνα χωρίστηκαν σε δυο κομμάτια
και πέρασε ο προφήτης και ο μαθητής του. Εκεί ο Προφήτης Ηλίας έδωσε τις τελευταίες συμβουλές και οδηγίες προς τον μαθητή του
και άρμα πυρός με ίππους πυρός κατέβηκε από τον ουρανό και παρέλαβε τον Ηλία. Ο προφήτης παρελήφθη ζωντανός από το
άρμα. Με εντολή του Θεού όρισε διάδοχό του τον μαθητή του Ελισαίο, ρίχνοντας από το άρμα την μηλωτή του.
Από την στιγμή εκείνη δεν εμφανίστηκε επί της γης ο προφήτης. Στην επί του όρους Θαβώρ μεταμόρφωση του Κυρίου εμφανίζεται ο Ηλίας μαζί με τον Μωυσή να συνομιλεί με τον Κύριο, όπως μαρτυρούν οι ευαγγελιστές.
Σε πολλούς πιστούς υπάρχει η εντύπωση ότι ο προφήτης Ηλίας αναλήφθηκε, όπως ο Κύριος, εις τον ουρανό. Την απάντηση
δίδει ο Απόστολος Παύλος, ο οποίος αναφέρει ότι ο Προφήτης Ηλίας δεν ανελήφθη όπως ο Κύριος, εις τον ουρανό, αλλά άφησε ο
Θεός να φανεί ότι ανελήφθη και ζει κάτω εις την γη με το φθαρτό του σώμα, χιλιάδες χρόνια τώρα. Την ίδια θέση εκφράζουν και
Πατέρες της Εκκλησίας μας όπως ο Μέγας Αθανάσιος και ο  Άγιος Γρηγόριος Παλαμάς ερμηνεύοντας το «ως» στο κείμενο: «Και
εγένετο αυτών πορευομένων, επορεύοντο και ελάλουν (Ηλίας και Ελισσαιέ) και ιδού άρμα πυρός και ίπποι πυρός και διέστειλεν ανά
μέσον αμφοτέρων και ανελήφθη Ηλιού εν συσσεισμώ ΩΣ εις τον ουρανόν» (Δ’ Βασ. Β’ 11). «Δηλαδή κάνουν μία διάκριση οι Άγιοι
Πατέρες, μεταξύ της αναλήψεως του Προφήτου, και της Αναλήψεως του Κυρίου. Διότι πράγματι, ενώ στην ανάληψη του
Προφήτη Ηλία, υπάρχει η μικρή συλλαβή «ΩΣ» (που αμφίβολον έχει την έννοιαν) στην Ανάληψη του Κυρίου υπάρχει η μικρή
συλλαβή «ΕΙΣ» (που τρανήν δείκνυσι την αλήθειαν). Διότι στα Γραφικά χωρία της Αναλήψεως του Κυρίου βρίσκουμε το «ΕΙΣ τον
Ουρανόν»  και όχι «ΩΣ εις τον Ουρανόν»

 www.dogma.gr/diafora/o-profitis-ilias-den-pethane-pote/34164/.

Επί πλέον εις την Ε’ δε Ωδή του δευτέρου κανόνα της Αναλήψεως, υπάρχει το εξής τροπάριο: «Ξένην Σου η Γέννησις, ξένη Σου η
Ανάστασις, ξένη και φρικτή Σου, Ζωοδότα, η εκ του Όρους θεία Ανάληψις, ην εξεικονίζων Ηλιού, τέθριππος ανήρχετο, ανυμνών
Σε, Φιλάνθρωπε». Δηλαδή: «Ω φύσει Ζωοδότα Χριστέ, παράδοξος μεν και υπερφυσική υπήρξε η από της Παρθένου άσπορος και
άφθορος Γέννηση Σου· παράδοξος και υπερφυσική υπήρξε η από του Τάφου Ανάσταση Σου· παράδοξος και φρίκης αξία υπήρξε η
από του όρους των Ελαιών γενομένη θεία Σου Ανάληψη». Αύτη δε την φρικτή Σου Ανάληψη προεικόνιζε ο Προφήτης Ηλίας, ο οποίος
ανέβηκε με άμαξα πύρινη και με τέσσαρα άλογα πύρινα, όχι όμως στον Ουρανό, αλλ’ «ΩΣ εις τον ουρανόν». Παρουσιάζει δηλαδή ο
υμνωδός στο τροπάριο τούτο, συν τοις άλλοις, ότι η ανάληψη του Προφήτου Ηλιού ήταν τύπος της κατοπινής ανάληψης του Κυρίου.
Αναμένεται να εμφανιστεί και να ελέγξει τον Αντίχριστο, μαζί με τον Προφήτη Ενώχ, πριν από τη Δευτέρα Παρουσία του Κυρίου, όπως
αναφέρει ο προφήτης Μαλαχίας και ο Ευαγγελιστής Ιωάννης ο Θεολόγος στην Αποκάλυψη.

Τη μνήμη του μεγίστου Προφήτου Ηλιού τιμά η Εκκλησία μας κατ’ έτος την 20ή Ιουλίου.

Ἀπολυτίκιον,  ἦχος δ΄  Ταχύ προκατάλαβε
Ὁ ἔνσαρκος ἄγγελος, τῶν προφητῶν ἡ κρηπίς, ὁ δεύτερος
πρόδρομος τῆς παρουσίας Χριστοῦ, Ἠλίας ο ἔνδοξος, ἄνωθεν
καταπέμψας Ἐλισαίῳ τήν χάριν, νόσους ἀποδιώκει καί λεπρούς
καθαρίζει. Διό καί τοῖς τιμῶσιν αὐτόν βρύει ἰάματα.

Κοντάκιον αυτόμελον, ήχος β΄
Προφήτα και προόπτα των μεγαλουργιών του Θεού, Ηλία
μεγαλώνυμε, ο τω φθέγματί σου στήσας τα υδατόρρυτα νέφη,
πρέσβευε υπέρ ημών προς τον μόνον φιλάνθρωπον.

Μυργιώτης Παναγιώτης
Μαθηματικός

Το αδιάφθορο Λείψανο της Μεγαλομάρτυρος Χριστίνας!

Μεταφέρθηκε από την Συρία όπου μαρτύρησε στην Κωνσταντινούπολη και κατατέθηκε σε Ναό προς τιμήν της στην περιοχή του Ιερού Παλατίου, απ’ όπου αφαιρέθηκε κατά την Φραγκοκρατία και μεταφέρθηκε στη Βενετία.
Το 1252 μ.Χ. το Λείψανο κατατέθηκε στη Μονή του Αγίου Μάρκου στο Τορσέλλο και το 1340 μ.Χ. μεταφέρθηκε στο Ναό του Αγίου Ματθαίου στο Μουράνο. Το 1435 μ.Χ. ο Πάπας Ευγένιος Δ’ διέταξε την μεταφορά του στο Ναό του Αγίου Αντωνίου, επίσης στο Τορσέλλο. Το 1793 μ.Χ. μεταφέρθηκε στη Μονή της Μάρτυρος Ιουστίνης Βενετίας και το 1810 μ.Χ. στο Ναό του Αγίου Φραγκίσκου της Αμπέλου, όπου και σήμερα φυλάσσεται, κατατεθημένο σε κρυστάλλινη λάρνακα.

Αγία Χριστίνα πρέσβευε υπέρ ημών!

Εμπειρία από τον Παπα – Φώτη Λαυριώτη

 

Ό μεγάλος σύγχρονος Άγιος γέροντας τής Μυτιλήνης, ό παπά Φώτης ό Λαυριώτης, ό διά Χριστόν σαλός, καταγράφει κάποια στιγμή τής ζωής του.

«Τήν δεκαετία τής φτώχειας τού 40, (1940) έπρεπε νύχτα πεζοπορώντας νά πάω από τό ένα χωριό στό άλλο, διασχίζοντας τίς παγωμένες πεδιάδες τού Κιλκίς. Οί χωριανοί μού έδωσαν ένα φακό γιά τόν δρόμο, αλλά στή μέση τού δρόμου μέ περικύκλωσε ένα κοπάδι λύκων πεινασμένων. Κατ’ αρχή τρόμαξα, όμως χωρίς νά χάσω καθόλου τήν πίστη, τό θάρρος καί τήν ψυχραιμία μου άρχισα αμέσως νά λέω τούς χαιρετισμούς Τής Παναγίας μας. Τότε είδα κάτι τό πρωτόγνωρο καί έζησα κάτι τό θαυμαστό. Οί λύκοι ερχόταν ένας ένας καί ακουμπούσαν μέ τίς τρίχες τους τό ράσο μου και έφευγαν, βαδίζοντας πιο μπροστά από εμένα. Αυτό γινόταν όσο έλεγα τούς Χαιρετισμούς Τής Παναγίας».

Ορθόδοξα, Πνευματικά&Ωφέλιμα