Ἡ μακροθυμία πού δείχνει ὁ Θεός ἔναντι τῶν ἀνθρώπων πού εἶναι μακριά Του;

Στήν Ἀμερική πῆγαν 2 γνωστοί μου καί μου διηγεῖται ὁ ἕνας ἀπ’ αὐτούς τό ἑξῆς:
”Πήγαμε καί πιάσαμε δουλειά. Ἀπό τήν πρώτη βδομάδα πού πήγαμε γιά δουλειά, ὁ ἄλλος πού πήγαμε μαζί, ὁ Γιῶργος, ἄρχισε νά κλέβει. Ἡ ὑπηρεσία τό ἔμαθε, ὅτι αὐτός ὁ Ἕλληνας κλέβει. Καί σκέφτηκαν:
– Γιά νά κλέβει πάει νά πεῖ, ὅτι δέν τοῦ φτάνουν τά χρήματα.
Καί τοῦ αὐξάνουν τό μεροκάματο, χωρίς νά τοῦ ποῦνε τίποτα. Καί τό Σάββατο πού πῆγε στή θυρίδα ὁ Γιῶργος νά πάρει το φάκελο καί τόν ἄνοιξε, βρῆκε περισσότερα λεφτά. Ὁ Γιῶργος ὅμως τίποτα! Συνέχιζε νά κλέβει… Καί παραπάνω χρήματα πῆρε καί συνέχιζε νά κλέβει.
Αὐτοί τό ἀντιλήφθηκαν ὅτι πάλι κλέβει, ἀλλά δέν τοῦ εἶπαν τίποτα! Καί πάλι σκέφτηκαν, ὅτι δέν θά τοῦ φτάνουν τά χρήματα. Καί τοῦ αὐξάνουν το ἡμερομίσθιο, γιά δεύτερη καί τρίτη φορά, μέχρι πού ἔφτασε ὁ μισθός του νά διπλασιαστεί! Ὁ Γιῶργος ὅμως ἀσυγκίνητος, συνέχιζε νά κλέβει…
Ὅταν εἶδαν αὐτοί ἐκεῖ, ὅτι καί ἡ τρίτη αὔξηση δέν τόν διόρθωσε, τόν κάλεσαν στό γραφεῖο καί τοῦ εἶπαν:
– Θέλουμε νά μᾶς πεῖς πῶς σκέφτεσαι καί θά σέ ποῦμε καί ἐμεῖς πώς σκεφτόμαστε. Ἀπό τήν πρώτη μέρα πού ἔπιασες δουλειά στό ἐργοστάσιο, ἄρχισες νά κλέβεις. Ἐμεῖς, ὅταν εἴδαμε ὅτι ἔκλεβες, εἴπαμε ὅτι δέν σέ ἔφταναν τά χρήματα. Δέν σοῦ δώσαμε περισσότερα χρήματα μέσα στήν ἑπόμενη βδομάδα;
– Ναί μέ δώσατε, εἶπε ὁ Γιῶργος.
– Γιατί συνέχισες νά κλέβεις; Ἐμεῖς νομίσαμε, ὅτι πάλι δέν σοῦ φτάνουν τα λεφτά καί σοῦ κάναμε καί δεύτερη αὔξηση. Σοῦ κάναμε καί τρίτη αὔξηση; Ἀλλά ἐσύ συνέχισες νά κλέβεις; Γιατί;
– ….
– Δέν εἶσαι καλός Ἕλληνας καί τόν διώξανε ἀπό τή δουλειά”.
Ἄν ἄνθρωποι φτάνουν σέ τέτοιο σημεῖο μακροθυμίας καί ἀνεξικακίας ἔναντι τῆς πονηριᾶς τοῦ ἄλλου, προκειμένου νά διορθωθεῖ, φαντάζεστε ἕνας Θεός, τί μακροθυμία δείχνει ἔναντι τῶν ἀνθρώπων πού εἶναι μακριά Του; Ὁ Θεός τους περιμένει, μετέρχεται τά πάντα καί τούς δημιουργεῖ προϋποθέσεις σωτηρίας, προκειμένου νά ἐπιστρέψουν καί νά σωθοῦν…

Ἡ μακροθυμία τοῦ Θεοῦ εἶναι κάτι πού θά σᾶς παραστήσω.
Φανταστεῖτε ἕναν σταλακτίτη πού στάζει κάθε 100 χρόνια μιά σταλαγματιά.
Καί ἀπό κάτω ἔχετε ἕνα ποτήρι, πού στάζει μέσα. Ποῦ ξέρεις ἄνθρωπε, πότε θά ξεχειλίσει ἡ μακροθυμία τοῦ Θεοῦ; Ποῦ ξέρεις ἄνθρωπε, ἄν σήμερα εἶναι ἡ τελευταία σταλαγματιά τῆς μακροθυμίας τοῦ Θεοῦ;
Πώς λές, θά μέ περιμένει ἐμένα ὁ Θεός; Γιατί νά σέ περιμένει; Καί γιατί νά σε προσθέσει χρόνο; Τί χρειάζεται ὁ χρόνος, ἐφόσον τόσα χρόνια τά πέρασες ἄσχημα; Τόσα χρόνια δέν ἔκανες τίποτα; Καί πέρσι καί πρόπερσι καί φέτος ἐξακολουθεῖς νά εἶσαι ἴδιος…

0 replies

Leave a Reply

Want to join the discussion?
Feel free to contribute!

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *