«Μήν ξεχάσεις ὅτι σέ ἀγαπῶ…»

Στά χρόνια τῆς οἰκονομικής κρίσης, ἕνας βιοτέχνης ἔχασε τήν επιχείρησή του. Ἡ δυσκολία αὐτή δημιούργησε προβλήματα καί ἐντάσεις στήν οἰκογένεια. Μετά ἀπό ἕνα μικρό χρονικό διάστημα, ἡ σύζυγος πῆρε τά παιδιά καί ἔφυγαν ἀπό τό σπίτι. Ὁ ἄνθρωπος ἔπεσε σέ ἀπόγνωση.

Ὁ Ἅγιος Σιλουανός ὁ Ἀθωνίτης λέει: «Πρόσεξε τούς λογισμούς τῆς ὑπερηφανείας καί τῆς ἀπελπισίας. Ὁ ἕνας σοῦ ψιθυρίζει, «εἶσαι ἅγιος». Ὁ ἄλλος σοῦ ὑπαγορεύει «δέν πρόκειται νά σωθεῖς».
Καί οἱ δύο προέρχονται ἀπό τό κακό καί δέν ἔχουν τήν ἀλήθεια μέσα τους». Ἡ ἔπαρση σοῦ δηλῶνει ὅτι εἶσαι ἄγιος, ὁπότε δέ χρειάζεται νά ἀγωνιστεῖς, νά προσπαθήσεις. Ἡ ἀπόγνωση σέ πείθει ὅτι δέν μπορεῖς νά κάνεις κάτι. Καί οἱ δύο ἀπενεργοποιούν τίς δυνάμεις τῆς ψυχής καί ἀδρανοποιούν τόν ἄνθρωπο.

Ὁ ἄνθρωπος μέ σύμβουλο τήν ἀπόγνωση ἔφτασε σέ ἀδιέξοδο. Πῆγε στήν αποθήκη τοῦ σπιτιοῦ του, πῆρε τήν καραμπίνα καί ἔβαλε τήν κάνη τοῦ ὅπλου στό στόμα. Ἡ ψυχή ἔψαχνε, ἀναζητοῦσε κάτι να πιαστεῖ, κάτι δυνατό νά κρατηθεῖ γιά νά μπορέσει νά στηρίξει τόν ἄνθρωπο. Τότε στάθηκε σέ μιά εἰκόνα καί ἕνα ἄκουσμα. Πρίν ἀπό πολλά χρόνια, ὁ ἄνθρωπος αὐτός εἴχε ἀνέβει στό Ἅγιο Ὄρος νά δεῖ ἕνα συμπατριώτη του ἱερομόναχο πού ἀσκήτευε στά Κατουνάκια, τόν παπα – Ἐφραίμ. Μίλησε ἀρκετή ὥρα μαζί του. Ὅταν σηκώθηκε νά φύγει, ὁ γέροντας τόν τράβηξε ἀπό τό χέρι, τόν ἀγκάλιασε καί τοῦ εἶπε:

«Πρόσεξε, στή δύσκολη ὥρα νά μήν ξεχάσεις ὅτι σέ ἀγαπῶ καί δέν πρόκειται νά σέ άφήσω μόνο σου. Τό ἀκοῦς; δέ θά σέ ἀφήσω. Μὴν τό ξεχάσεις αὐτό σέ παρακαλῶ». Ὁ γέροντας τό ἐπανέλαβε πολλές φορές. Αὐτόν τό λόγο βρήκε ἡ ψυχή του τούτη τήν ὥρα καί ἔτρεξε νά τό δώσει στή μνήμη. Ἐκείνος αὐθόρμητα μέ τό λογισμό κραύγασε:

«Ποῦ εἶσαι τώρα, παπα – Ἐφραίμ; Ποῦ εἶσαι;»

Ἐκείνη τή στιγμή ἔνιωσε δύο χέρια δυνατά νά τόν ἀγκαλιάζουν καί νά τόν κρατοῦν γερά. Ἔνιωσε καί μία ἀνάσα πού μοσχοβολοῦσε σά θυμίαμα. Πέταξε τό ὅπλο καί γύρισε νά δεῖ ποιός εἶναι στό χῶρο. Κανένα δέν εἶδε. Δέ χρειαζόταν νά δεῖ. Ἔνιωσε δυνατά ποιός ἧταν. Ἧταν ἐκεῖνος πού ἡ αγάπη του καί ἡ προσευχή του δέν τόν ἐγκατέλειψε. Ἧταν ἐκεῖνος πού ἔδειχνε στούς ἀπελπισμένους τήν ἀληθινή ἐλπίδα. Ἧταν ἐκείνος πού πολλούς πῆρε ἀπό τό θάνατο καί τούς παρέδωσε στή Ζωή.

Αὐτή τήν ἀγκαλιά τήν ἔζησε καί εὐλαβής ἱερομόναχος στίς σαράντα ἡμέρες μετά τήν κοίμηση τοῦ γέροντος καί τή στιγμή τῆς μνημόνευσης τοῦ ὀνόματός του στήν Ἁγία Προσκομιδή. Ὁ ἵδιος τόν εἶδε τό βράδυ πού ἔφυγε γιά τόν οὐρανό ὁλοφώτεινο καί χαρούμενο καί τοῦ φώναξε:

«Τί ἔγινε, γέροντα, ποῦ τρέχεις ἔτσι βιαστικός, ποῦ εἶναι τά σωληνάκια πού εἶχες;»
«Πάνε αὐτά τώρα, παιδί μου, πάνε αὐτά. Τρέχω τώρα, γιατί πάω νά λειτουργήσω». Στερήθηκε εδῶ τή Θεία Λειτουργία καί ἔτρεχε στήν Εὐλογημένη Βασιλεία τοῦ Πατρός καί τοῦ Υἱού καί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, γιά νά λειτουργεῖ αἰωνίως καί νά ἱκετεύει γιά τή σωτηρία τῶν ἀνθρώπων.

Καί εμείς παρακαλούμε τό παιδάκι τοῦ Ἀμπελοχωρίου, τόν ἔφηβο τῆς Θήβας, τόν ἀσκητή τοῦ Ἁγίου Ὄρους, τόν ὑποτακτικό τῆς ἐρήμου, τό γέροντα τῶν Κατουνακίων, τόν Ἅγιο τῆς Ἐκκλησίας νά μᾶς προσφέρει στό Χριστό πού εἶναι ἡ θεραπεία μας, τό φῶς μας, ἡ ἐλευθερία μας, ἡ σωτηρία μας, ἡ εἰρήνη μας, ἡ ἀνάπαυση μας, στόν Χριστό πού εἶναι ἡ Ζωή καί ἡ Ἀνάσταση μας.

Από το βιβλίο «Ἔλα Φῶς…» Συνάντηση μέ τόν Ὅσιο Ἐφραίμ τόν Κατουνακιώτη, του π. Σπυρίδωνα Βασιλάκου

http://apantaortodoxias.blogspot.com/

0 replies

Leave a Reply

Want to join the discussion?
Feel free to contribute!

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *