Να μιμήσαι την Πίστιν του Αβραάμ….

“Θέλεις να μάθεις, αγαπητέ, πώς επέμενον οι άγιοι και δεν απηλπίζοντο; Ο Θεός εκάλεσε τον Αβραάμ, όταν ήτο νεώτερος, και τον μετέθεσεν από την χώραν των Ασσυρίων εις την Παλαιστίνην, αφού του είπεν• “εις σε θα δώσω την γην ταύτην και εις τους απογόνους σου• και θα είναι ως τα άστρα του ουρανού οι απόγονοί σου, οι οποίοι δεν θα εξαριθνηθούν”. Και παρήλθον πολλά έτη και ενεκρώθη η φύσις του και επλησίαζεν ο θάνατος, αλλά δεν είπε• Κύριε, πάντοτε μου υπόσχεσαι παιδιά και προλέγεις ότι θα γίνω πατήρ όλων των εθνών. Ενεκρώθησαν από το γήρας όλα τα σκιρτήματα της φύσεως, και η Σάρρα, η γυναίκα μου, από το γήρας δεν υποφέρει πλέον τα καταμήνια• η υπόσχεσίς σου λοιπόν είναι ψευδής. Διότι δύο Γέροντες ποίαν ελπίδα έχομεν; Δεν είπεν αυτά, δεν τα εσκέφθη, αλλά παρέμενεν ασάλευτος εις την πίστιν• και κατά μεν την ηλικίαν εγήρασκεν, η δε ελπίς ανανεούτο. Και το μεν σώμα εξησθένει και επροκάλει απόγνωσιν, η δε Πίστις ενεδυνάμωνε και την ψυχήν και το σώμα. Ο Θεός, έλεγε (ο Αβραάμ), έδωσε την υπόσχεσιν, ο Δεσπότης της φύσεως, και δεν ημπορεί να γίνη κατ’ άλλον τρόπον. Αυτός κάμνει και τα αδύνατα δυνατά, διότι κάμνει και μεταβάλλει τα πάντα, όπως θέλει. Να μιμήσαι την Πίστιν του Αβραάμ. Όταν λοιπόν ησθένησεν η φύσις και ενεκρώθησαν τα κινήματα της σαρκός, τότε έλαβε ζωήν η υπόσχεσις του Θεού. Να δέχεσαι τα παραδείγματα.
Ημείς όμως ένα έτος προσευχόμεθα και εγκαταλείπομεν την προσπάθειαν• δύο έτη νηστεύομεν και παραιτούμεθα. Ας μη ατονήσωμεν λοιπόν αναμένοντες την επαγγελίαν του Θεού. Διότι ο υποσχεθείς εις εκείνον ότι θα πληθύνη τους απογόνους του και εις ημάς υπεσχέθη, εάν ζητούμεν συνεχώς, ότι θα εκπληρώση το αίτημά μας. Διότι λέγει• “δεύτε προς με πάντες οι κοπιώντες και πεφορτισμένοι και εγώ θα αναπαύσω υμάς”. Διότι ενώ ήσουν μακράν από αυτόν, κουρασμένος και φορτωμένος το βαρύτατον φορτίον της αμαρτίας, σε ηλέησε και σε προσεκάλεσε, ώστε να σε ανακουφίση από το φορτίον και να σου χαρίση εις το εξής την ανάπαυσιν, και συ δεν εμπιστεύεσαι εις αυτόν; Τώρα όμως, και αν ακόμη θέλωμεν να σιωπώμεν, ελεγχόμεθα από την συνείδησίν μας• διότι δεν απιστούμεν εις αυτόν, επειδή δήθεν δεν ημπορεί να μας αναπαύση, αλλά διστάζομεν να σηκώσωμεν τον χρηστόν και ελαφρόν ζυγόν του επάνω μας και να εισέλθωμεν δια της στενής πύλης εις την βασιλείαν των ουρανών, προτιμώμεν δε να βαστάζωμεν το φορτίον των αμαρτιών και να βαδίζωμεν την ευρύχωρον οδόν δια την επιθυμιών μας της ηδονής και να εισερχώμεθα δια της πλατείας πύλης εις την απώλειαν. Αλλά, θα ειπή κανείς, επανειλημμένως εζήτησα και δεν έλαβα. Οπωσδήποτε τούτο οφείλεται εις το ότι εζήτησες όχι με τον προσήκοντα τρόπον, ή με απιστίαν ή με σκορπισμένον τον νουν σου, ή εις το ότι εζήτησες πράγματα ασύμφορα δια σε. Εάν δε εζήτησες πολλάκις και πράγματα που ήσαν προς το συμφέρον σου, δεν επέμεινες εις το αίτημα. Διότι η Γραφή λέγει• “δια της υπομονής υμών αποκτήσατε τας ψυχάς υμών”, και• “ο υπομείνας εις τέλος, ούτος θα σωθή”.

Ασκητικαί Διατάξεις, Μέγας Βασίλειος, Ασκητικά Β’, ΕΠΕ, σελ. 413-415

0 replies

Leave a Reply

Want to join the discussion?
Feel free to contribute!

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *