Άρθρα

Η μοναξιά του αρρώστου (π. Δημητρίου Μπόκου)

Πορευόμενος προς τα Ιεροσόλυμα κάποτε ο Χριστός διά μέσου των ορίων Γαλιλαίας και Σαμάρειας, πέρασε από ένα χωριό όπου συναντήθηκε καθ΄ οδόν με δέκα λεπρούς. Αποκλεισμένοι από την ανθρώπινη κοινωνία οι ταλαίπωροι εκείνοι, του φώναξαν δυνατά από μακριά να τους λυπηθεί. Και ο Χριστός, ελεήμων και φιλάνθρωπος, τους θεράπευσε (Κυριακή ΙΒ΄ Λουκά).

Το φαινόμενο της λέπρας ήταν τεράστιο πρόβλημα στις παλιότερες εποχές. Πέρα από την τραγικότητα της ασθένειας, υπήρχε και το ακόμη οξύτερο πρόβλημα του κοινωνικού αποκλεισμού. Οι λεπροί δεν είχαν θέση κοντά στους συνανθρώπους τους. Δεν είχαν την παρηγοριά της ανθρώπινης συμπαράστασης.

Ακόμη και ο αδάμαστος Ιώβ, όταν κορυφώθηκαν οι πρωτόγνωρες δοκιμασίες του με τη φοβερή ασθένεια (κάτι σαν λέπρα) που τον έπληξε ολοσώματο και τον απομόνωσε από την κοινωνία των ανθρώπων, λύγισε. Ήταν τόσο οικτρή η κατάστασή του, που όταν τρεις βασιλιάδες φίλοι του πήγαν να τον παρηγορήσουν και είδαν «πόρρωθεν», από μακριά, σε τί χάλι είχε καταντήσει, αρχικά δεν τον γνώρισαν καν. Κατόπιν έβγαλαν μεγάλη κραυγή, έκλαψαν, έσκισαν τις πολυτελείς τους στολές, έριξαν χώμα πάνω στα κεφάλια τους, πένθησαν. Εφτά μέρες και εφτά νύχτες στάθηκαν μπροστά του άφωνοι εντελώς, σοκαρισμένοι στο έπακρο από το μέγεθος της τραγωδίας. Γιατί η πληγή του Ιώβ, η όλη του δοκιμασία, ήταν όντως «μεγάλη σφόδρα».

Μπροστά στη στάση τους αυτή λύγισε τότε και ο Ιώβ. Άνοιξε το στόμα του και καταράστηκε τη μέρα που γεννήθηκε. «Μακάρι να μην είχε υπάρξει η μέρα εκείνη που γεννήθηκα και η νύχτα εκείνη που είπαν: Να, γεννήθηκε αγόρι… Γιατί να μην είχα πεθάνει στην κοιλιά της μάνας μου; Γιατί να μη χανόμουν αμέσως τη στιγμή που βγήκα απ’ αυτήν; …Γιατί να βλέπουν το φως αυτοί που θα περάσουν μια ζωή γεμάτη πίκρες; Γιατί να ζουν αυτοί που η ζωή τους θα είναι γεμάτη οδύνες; …Ούτε ειρηνεύω, ούτε ησυχάζω, ούτε αναπαύομαι. Ήλθε πάνω μου οργή Θεού»… (Ιώβ 3).

Κραυγές και αναπάντητα ερωτήματα του κάθε πονεμένου ανθρώπου! Οι τρεις φίλοι του, αντί να τον παρηγορήσουν, τον πλήγωσαν τελικά περισσότερο με τα λόγια τους, ίσως άθελά τους. Ώσπου επενέβη τελικά ο Θεός και έβαλε τα πάντα στη θέση τους.

Η λέπρα σήμερα δεν αποτελεί πια πρόβλημα όπως παλιά. Αντιμετωπίζεται ιατρικά. Παραμένει όμως το πρόβλημα της απομόνωσης, πιθανό συνακόλουθο πρόβλημα για πολλούς ασθενείς πάσης φύσεως. Συνήθως από δική μας αδιαφορία, άλλοτε όμως και για λόγους υγειονομικούς, ενίοτε υπερτιμημένους, ο ασθενής απομονώνεται. Θεωρείται επικίνδυνος. Απόβλητος. Αποκόπτεται από τη συμπάσχουσα συντροφιά των οικείων του. Μόνος διέρχεται το οδυνηρό στάδιο της ασθένειας. Μόνος οδεύει και προς τον θάνατο, χωρίς την ενισχυτική συμπαράσταση των αγαπημένων του. Κατάμονος αποτίθεται κάποιες φορές και στον τάφο, σε σάκκο φιμωμένος απορριμματικό, βδελυκτό απόρριμμα και ο ίδιος, χωρίς την παρουσία φίλων και συγγενών.

Πράγματα όλ’ αυτά που τα βιώσαμε και θα τα βιώνουμε πλέον κατά κόρον, υποταγμένοι, υποχρεωμένοι και καθοδηγούμενοι από μακράν κατευθυνόμενες πολιτικές σκοπιμότητες, που τώρα έχουν το θράσος να ενδύονται αδίστακτα, αλλά και αναίσχυντα το προσωπείο της ιατρικής δεοντολογίας.

Ο άρρωστος όμως επιμένει να μας ζητάει κοντά του. Μας θέλει συνοδίτες του στην αγωνιώδη πορεία του «εν μέσω σκιάς θανάτου», συγκοινωνούς στον πόνο, τον στεναγμό, την οδύνη του.

Δόξα τω Θεώ! (π. Δημητρίου Μπόκου)

Ὁ Χριστὸς θεράπευσε δέκα λεπρούς, ἀπ’ τοὺς ὁποίους ἕνας μόνο (καὶ μάλιστα Σαμαρείτης, ὄχι δηλαδὴ βέρος, αὐτόχθων Ἰουδαῖος) αἰσθάνθηκε τὴν ἀνάγκη νὰ ἐπιστρέψει καὶ νὰ τοῦ ἐκφράσει τὴν εὐγνωμοσύνη του (Κυριακὴ ΙΒ΄ Λουκᾶ).

Ἕνας στοὺς δέκα λοιπὸν τὸ ποσοστὸ τῶν εὐεργετημένων ποὺ λένε «εὐχαριστῶ». Οἱ ὑπόλοιποι τί κάνουν; Πιθανὸν νὰ αἰσθάνονται πολὺ ἄσχημα μέσα τους, ἐπειδὴ βρέθηκαν στὴν ἀνάγκη νὰ εὐεργετηθοῦν. Ἀρνοῦνται νὰ ἐκφράσουν εὐγνωμοσύνη, ἐπειδὴ ἴσως, ὅπως ἀναφέρει κάποιος, ἡ συμπεριφορὰ τοῦ «εὐεργέτη» «ἔχει στραπατσάρει τὴν ἀξιοπρέπειά τους μὲ χειρουργικὴ ἀκρίβεια, τοὺς ἔχει φτύσει κατάμουτρα».

Ὅμως ὁ Θεὸς εὐεργετεῖ μὲ τέλεια διάκριση. Χωρὶς νὰ ἐξευτελίζει τὸν ἄνθρωπο. Καὶ φυσικὸ θὰ ἦταν, αὐθόρμητα ὁ ἄνθρωπος νὰ τὸν εὐχαριστεῖ. «Εὐλόγει ἡ ψυχή μου, τὸν Κύριον», λέει ὁ Δαυΐδ, «καὶ μὴ ἐπιλανθάνου πάσας τὰς ἀνταποδόσεις αὐτοῦ».

Μὰ τὸ Εὐαγγέλιο προχωράει ἀκόμα παραπέρα. Μᾶς καλεῖ νὰ εὐχαριστοῦμε τὸν Θεὸ γιὰ ὅλα. Ὄχι μόνο γιὰ τὰ εὐχάριστα τῆς ζωῆς, ἀλλὰ καὶ γιὰ τὰ δυσάρεστα καὶ μάλιστα κυρίως γι’ αὐτά. Ὄχι μόνο γιὰ τὶς χαρές, ἀλλὰ καὶ γιὰ τὰ βάσανα. Καὶ ὅταν κερδίζουμε καὶ ὅταν χάνουμε. Καὶ εἶναι αὐτονόητο βέβαια νὰ τὸν εὐχαριστοῦμε ὅταν ὅλα πᾶνε καλά. Ἀλλὰ καὶ ὅταν ὑποφέρουμε; Καὶ ἡ ζωή μας εἶναι μιὰ ἀτέλειωτη συμφορά; Καὶ ἡ δυστυχία κατακλύζει τὰ πάντα καὶ ὁ κόσμος καταποντίζεται μέσα μας καὶ γύρω μας;

Ναί! Ἀκόμα καὶ τότε! Γιὰ πολλοὺς λόγους, ποὺ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀναλυθοῦν ἐδῶ.

Ἀκροθιγῶς, ἂς θυμηθοῦμε μόνο τὴν περίπτωση τῆς τρομερῆς «τιμωρίας» ποὺ ὑπέστησαν τὰ Σόδομα καὶ τὰ Γόμορρα. Ὁ Χριστὸς ἀναφέρθηκε κάποτε σ’ αὐτὴν λέγοντας, ὅτι κατὰ τὴν ἡμέρα τῆς κρίσεως οἱ κάτοικοι τῶν Σοδόμων καὶ τῶν Γομόρρων θὰ εἶναι σὲ καλύτερη θέση ἀπὸ πολλοὺς ἄλλους, ποὺ ἔχουν λόγο καὶ εὐκαιρία νὰ μετανοήσουν, ἀλλὰ δὲν τὸ πράττουν (Ματθ. 10, 15). Τί λέει δηλαδὴ ὁ Χριστός; Ὅτι οἱ Σοδομίτες θὰ λένε εὐχαριστῶ στὸν Θεό, ἐπειδὴ ἔβρεξε πάνω τους «θεῖον καὶ πῦρ ἐξ οὐρανοῦ» καὶ τοὺς κατέκαυσε (Γεν. 19, 24). Μὰ εἶναι λογικὸ αὐτό;

Ὁ Χριστὸς λέει, ὅτι, ἐπειδὴ ἐκεῖ τότε τοὺς κατέστρεψε μὲ τόσο τραγικὸ τρόπο, γι’ αὐτὸ ἀκριβῶς τώρα, στὴν τελικὴ κρίση, θὰ τοὺς δώσει μιὰ καλύτερη θέση ἀπὸ αὐτὴ ποὺ θὰ τοὺς ἄξιζε πραγματικά. «Κἀκεῖ τιμωρίαν τινὰ ὑποστήσονται, κουφοτέραν δέ, διὰ τὸ προλαβόντας ἐνταῦθα τοσαύτης πειραθῆναι ἀγανακτήσεως». Θὰ ἔχουν καὶ ἐκεῖ (στὴν ἄλλη ζωὴ) κάποια τιμωρία, ἀλλὰ ἐλαφρότερη, ἐπειδὴ ὅταν ζοῦσαν ἐδῶ ἔπεσε πάνω τους τόσο μεγάλη ὀργὴ Θεοῦ (ἅγ. Ἰω. Χρυσόστομος).

Ἐπιπλέον αὐτοὶ τιμωρήθηκαν μὲ τέτοιο τρόπο γιὰ χάρη μας. Γιὰ δικό μας παραδειγματισμό. Οἱ ἴδιοι δὲν εἶχαν χρόνο γιὰ μετάνοια, δὲν τοὺς δόθηκε δεύτερη εὐκαιρία. Ἕνας λόγος παραπάνω λοιπόν, γιὰ νὰ τοὺς δώσει ὁ Θεὸς μιὰ καλύτερη αἰωνιότητα. Γι’ αὐτὸ κι αὐτοὶ ποὺ πέθαναν μὲ τέτοιο τρόπο, θὰ εὐχαριστοῦν καὶ θὰ δοξάζουν τὸν Θεὸ αἰώνια. Ὁ Θεὸς εἶναι δίκαιος καὶ ὄχι ἄδικος, ὅπως νομίζουν μερικοί, ἢ ὅπως θὰ μποροῦσε νὰ φανεῖ μὲ μιὰ πρώτη ματιά. Τοὺς στέρησε μὲ βίαιο τρόπο μιὰ προσωρινὴ ζωή, ποὺ θὰ τελείωνε πολὺ σύντομα, ἀλλὰ τοὺς ἐξασφάλισε μὲ τὸν τρόπο αὐτὸ μιὰ πολὺ καλύτερη ζωή, ποὺ δὲν θὰ τελειώσει ποτέ.

Κι ἀκόμα περισσότερο: Ὁ πόνος τῆς ἐδῶ ζωῆς ὄχι μόνο μετριάζει τὶς ἐκεῖ τιμωρίες, ἀλλὰ μπορεῖ ἀκόμα καὶ νὰ σβήσει ἐντελῶς τὶς ἁμαρτίες μας καὶ νὰ μᾶς ἀπαλλάξει ἔτσι ἀπὸ κάθε τιμωρία!

Λοιπόν; «Δόξα τῷ Θεῷ πάντων ἕνεκεν»! Γιὰ ὅλα! Καὶ κυρίως γιὰ τὰ βάσανά μας!

Καλή, εὐλογημένη ἑβδομάδα!

 

«Ἀντιύλη». Ἱ. Ν. Ἁγ. Βασιλείου, Πρέβεζα

Δόξα τῷ Θεῷ για όλα! (π. Δημητρίου Μπόκου)

Δέκα λεπροὺς θεράπευσε κάποτε ὁ Χριστός. Μόνο ἕνας ὅμως ἐπέστρεψε νὰ τοῦ πεῖ εὐχαριστῶ. Καὶ αὐτὸς δὲν ἦταν κἂν ἀπὸ τὸν ἐκλεκτὸ λαὸ τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ «ἀλλογενής», ἕνας Σαμαρείτης. Ὁ Χριστὸς ἐπισήμανε τὸ γεγονός, δείχνοντας ὅτι δίνει μεγάλη σημασία στὸ εἶδος συμπεριφορᾶς ποὺ υἱοθετοῦμε ἀπέναντί του (Κυριακὴ ΙΒ΄ Λουκᾶ). Γιατί ἄραγε;

Ἔχει νὰ κερδίσει κάτι ἀπὸ μᾶς; Περιμένει νὰ τοῦ προσφέρουμε κάτι ποὺ τοῦ λείπει; Ὄχι βέβαια! «Οἱ εὐχαριστίες τῶν ἀνθρώπων δὲν θὰ κάνουν σπουδαιότερο τὸν Θεό, δὲν θὰ τὸν κάνουν πιὸ δυνατό, πιὸ ἔνδοξο, πιὸ πλούσιο ἢ πιὸ ζωντανό. Ὅλα αὐτὰ θὰ τὰ ἀποκτήσουν οἱ ἄνθρωποι. Ἡ εὐγνωμοσύνη τῶν ἀνθρώπων δὲν θὰ προσθέσει τίποτα στὴν εἰρήνη καὶ τὴ μακαριότητα τοῦ Θεοῦ, θὰ προσθέσει τὰ χαρακτηριστικὰ αὐτὰ ὅμως στοὺς ἀνθρώπους. Ἡ εὐχαριστία καὶ ἡ δοξολογία πρὸς τὸν Θεὸ δὲν θ’ ἀλλάξει σὲ τίποτα τὴν ὕπαρξή Του, θ’ ἀλλάξει ὅμως κάτι στὴν ὕπαρξη τοῦ ἀνθρώπου.

Ὁ Θεὸς δὲν ἔχει ἀνάγκη τὴν εὐγνωμοσύνη μας, οὔτε καὶ τὶς προσευχές μας. Ὁ ἴδιος ὁ Κύριος εἶπε: ‘‘Οἶδε γὰρ ὁ Πατὴρ ὑμῶν ὧν χρείαν ἔχετε πρὸ τοῦ ὑμᾶς αἰτῆσαι αὐτὸν’’ (Ματθ. 6, 8). Καὶ ὅμως δίδαξε τοὺς μαθητές του ὅτι πρέπει πάντοτε νὰ προσεύχονται καὶ μάλιστα νὰ μὴν ἀποθαρρύνονται, ἂν τυχὸν οἱ προσευχὲς δὲν εἰσακούονται ἀμέσως (Λουκ. 18, 1). Ὁ Θεὸς δὲν ἔχει ἀνάγκη τὶς προσευχές μας, μᾶς προτρέπει ὅμως νὰ προσευχόμαστε. Δὲν ἔχει ἀνάγκη τὴν εὐγνωμοσύνη μας, ἀλλὰ τὴν ἀπαιτεῖ ἀπὸ μᾶς» (ἅγ. Νικόλαος Βελιμίροβιτς). Γιατί ἄραγε;

Ἐπειδὴ ἡ εὐχαριστιακὴ σχέση εἶναι ἡ μόνη ἀληθινὴ σχέση μὲ τὸν Θεό. Ὅ,τι καὶ ἂν συμβαίνει στὴ ζωή μας, λύπη ἢ χαρά, εἶναι δευτερεῦον καὶ ἀσήμαντο μπρὸς σ’ αὐτὸ ποὺ ἔκανε ὁ Θεὸς γιὰ μᾶς. Ποιὸ εἶναι αὐτό; «Σύ, ἐκ τοῦ μὴ ὄντος εἰς τὸ εἶναι ἡμᾶς παρήγαγες». Καὶ δὲν ἀρκέστηκε μόνο νὰ μᾶς φέρει στὴν ὕπαρξη. Ἀλλὰ καὶ ὅταν ἐμεῖς παραστρατήσαμε καὶ πέσαμε, Ἐκεῖνος δὲν σταμάτησε νὰ κάνει τὰ πάντα, μέχρι νὰ μᾶς ἀνεβάσει πάλι στὸν οὐρανὸ καὶ νὰ μᾶς χαρίσει τὴ μέλλουσα Βασιλεία του. Γιὰ ὅλα αὐτὰ τὸν εὐχαριστοῦμε, εἴτε τὰ γνωρίζουμε εἴτε ὄχι, γιὰ ὅλες τὶς φανερές, ἀλλὰ καὶ ἀφανεῖς εὐεργεσίες ποὺ ἔκανε σὲ μᾶς. Ἐπειδὴ ὅλα ὅσα ἐπιτρέπει ὁ Θεὸς στὴ ζωή μας, εἴτε εὐχάριστα εἴτε δυσάρεστα, εἶναι γιὰ τὴν πνευματική μας ὠφέλεια καὶ σωτηρία.

Καὶ εἶναι αὐτονόητο βέβαια νὰ τὸν εὐχαριστοῦμε γιὰ τὶς χαρές μας, πράγμα ποὺ καὶ αὐτὸ συνήθως τὸ ξεχνᾶμε. Ἀλλὰ πολὺ περισσότερη ἀξία ἔχει νὰ τὸν εὐχαριστοῦμε καὶ νὰ τὸν δοξάζουμε στὶς λύπες καὶ τὰ βάσανα. Νὰ λέμε συνεχῶς «δόξα τῷ Θεῷ πάντων ἕνεκεν». Γιὰ ὅλα (ἅγ. Ἰω. Χρυσόστομος).

Μὰ δὲν φτάνει οὔτε αὐτό. Ἡ καθημερινή μας εὐχαριστία πρέπει νὰ ἐκβάλλει πάντα στὴ Θεία Εὐχαριστία. Μὲ ἄλλα λόγια: Δὲν ὑπάρχει τίποτε ἀνώτερο νὰ προσφέρουμε στὸν Θεό, ἀπ’ τὸ νὰ καταθέτουμε τὴν ἀτομικὴ μικρή μας εὐχαριστία ὅλοι μαζὶ στὸν βωμὸ μιᾶς ὑπέρτατης, ὑπὲρ τοῦ κόσμου παντός, κοινῆς προσφορᾶς «κατὰ πάντα καὶ διὰ πάντα», ὑμνώντας, εὐλογώντας καὶ εὐχαριστώντας τὸν Κύριο ὑπὲρ «τοῦ σταυροῦ, τοῦ τάφου, τῆς τριημέρου ἀναστάσεως, τῆς εἰς οὐρανοὺς ἀναβάσεως, τῆς ἐκ δεξιῶν καθέδρας, τῆς δευτέρας καὶ ἐνδόξου πάλιν παρουσίας» του.

Νιώθεις ἄραγε τὴν ἀνάγκη νὰ εὐχαριστεῖς τὸν Θεὸ γιὰ ὅλα αὐτὰ «ἐν παντὶ καιρῷ»;

Καλὴ εὐλογημένη ἑβδομάδα!

 

«Ἀντιύλη». Ἱ. Ν. Ἁγ. Βασιλείου, Πρέβεζα