Υπάρχει κάτι που δεν χρειάζεται απόδειξη. Η αγάπη…
Η Μιχαέλα καθόταν στο κρεβάτι του νοσοκομείου «Παπαγεωργίου» και κρατούσε το χέρι της μητέρας της. Οι φλέβες είχαν γίνει μολύβι κάτω από το διάφανο δέρμα.
Ο αναπνευστήρας ανέπνεε για κείνη ένας ρυθμικός ήχος που είχε γίνει το ρολόι του δωματίου.
«Δεν θα γίνει καλά», είχε πει ο γιατρός νωρίτερα. Τα λόγια του ήταν ευγενικά, μα τα μάτια του κουρασμένα. Το είχε πει εκατό φορές αυτή την βδομάδα.
Η Μιχαέλα ήταν δικηγόρος. Τριάντα τεσσάρων χρονών. Δεν είχε πιστέψει ποτέ σε τίποτα που δεν μπορούσε να το αποδείξει. Είχε κερδίσει υποθέσεις με στοιχεία, με μάρτυρες, με συναινέσεις. Η πίστη ήταν ένα κενό στοιχείο, ανεπαρκώς τεκμηριωμένο.
Μα τώρα η μητέρα της είχε τρεις μέρες ζωής, σύμφωνα με τους αριθμούς. Και οι αριθμοί δεν είχαν πείσει ποτέ κανέναν να μην ελπίζει.
Εκείνη τη νύχτα, η Μιχαέλα βγήκε από το νοσοκομείο. Είχε αρχίσει να ψιχαλίζει. Πήγε στο παρεκκλήσι της Αγίας Θεοδώρας, εκεί που δεν είχε πατήσει από την βάπτισή της. Τα κεριά έκαιγαν σιωπηλά. Μια ηλικιωμένη γυναίκα καθόταν στον πίσω πάγκο, χωρίς να κουνιέται.
Η Μιχαέλα γονάτισε. Δεν ήξερε πώς να το κάνει σωστά. Δεν θυμόταν προσευχές.
«Δεν ξέρω αν υπάρχεις», είπε ψιθυριστά. «Δεν ξέρω αν ακούς. Μα αν υπάρχεις έστω και λίγο κάνε κάτι. Κάνε να γίνει καλά. Θα δώσω ό,τι έχω. Θα δώσω τα λεφτά μου, το γραφείο μου, το αμάξι μου. Θα πάω στην Παναγία Σουμελά με τα πόδια. Ό,τι θέλεις.»
Η ηλικιωμένη γυναίκα από τον πίσω πάγκο σηκώθηκε αργά. Πλησίασε και κάθισε δίπλα της. Φορούσε μια παλιά γκρι καμπαρντίνα και κρατούσε μια σακούλα με πορτοκάλια.
«Παιδί μου», είπε. «Τάματα κάνουν όλοι. Αλλά εσύ, όταν δεν πιάσει, τι θα κάνεις; Θα σταματήσεις να πιστεύεις;»
Η Μιχαέλα την κοίταξε. «Θα πιάσει», είπε. «Πρέπει.»
«Γιατί;» ρώτησε η γριά. «Επειδή το ζήτησες ευγενικά; Ο Θεός δεν είναι γραφείο υποδοχής, παιδί μου. Δεν του δίνεις ένα αίτημα και σου βγάζει αριθμό.»
Η Μιχαέλα ένιωσε θυμό να ανεβαίνει. «Τότε τι κάνει;»
Η γριά δεν απάντησε αμέσως. Πήρε ένα πορτοκάλι από τη σακούλα και το έβαλε στα χέρια της Μιχαέλας.
«Αυτό», είπε. «Σου δίνει ένα πορτοκάλι. Και λέει: κοίτα πόσο όμορφο είναι. Τώρα κάνε κάτι καλό γι’ αυτό. Μην το αφήσεις να σαπίσει.»
Ύστερα σηκώθηκε και έφυγε. Η Μιχαέλα έμεινε με το πορτοκάλι στα χέρια.
Την επόμενη μέρα, η μητέρα της ξύπνησε. Όχι επειδή έγινε θαύμα. Απλά ξύπνησε. Ο γιατρός είπε ότι μερικές φορές συμβαίνει μια τελευταία έκλαμψη πριν το τέλος. Ήταν ήρεμη. Χαμογελούσε.
«Μίχα», της είπε. Η φωνή της ήταν σχεδόν ψίθυρος. «Άκουσέ με. Όταν φύγω, μην θυμώσεις. Μην ψάχνεις να δεις αν έφταιγες. Δεν έφταιγες. Και μην κάνεις τάματα που δεν μπορείς να κρατήσεις.»
Η Μιχαέλα δάγκωσε τα χείλη της. «Μαμά, εγώ είπα »
«Το ξέρω τι είπες. Αλλά η ζωή δεν είναι παζάρι, παιδί μου. Κανείς δεν σου χρωστάει τίποτα. Ούτε ο Θεός. Το μόνο που μας χρωστάει είναι η ευκαιρία. Μια ευκαιρία να αγαπήσουμε. Και αν δεν την πιάσουμε, δεν φταίει κανείς άλλος.»
Η Μιχαέλα έκλαψε. Έκλαψε για πρώτη φορά μετά από μέρες.
Η μητέρα της πέθανε τρεις μέρες αργότερα. Ήταν Σάββατο. Είχε σταματήσει να ψιχαλίζει.
Η Μιχαέλα δεν πήγε στην Παναγία Σουμελά. Δεν έδωσε το γραφείο της ούτε το αμάξι της. Μα κάθε Κυριακή, πηγαίνει στο παρεκκλήσι της Αγίας Θεοδώρας. Δεν ανάβει κερί. Δεν γονατίζει. Απλά κάθεται στον πίσω πάγκο, κρατώντας ένα πορτοκάλι.
«Σε ευχαριστώ», λέει. «Όχι που την γλίτωσα. Αλλά που την πρόλαβα. Πρόλαβα να της πω ότι την αγαπάω. Αυτό ήταν το θαύμα. Ότι πρόλαβα.»
Κάθε φορά που ξεφλουδίζει ένα πορτοκάλι και βλέπει τον καρπό μέσα, σκέφτεται ότι υπάρχει κάτι που δεν χρειάζεται απόδειξη. Η αγάπη. Η επιλογή να είσαι εκεί. Η ευκαιρία.
Και αυτό, σκέφτεται, είναι πιο δυνατό από κάθε θαύμα.












Leave a Reply
Want to join the discussion?Feel free to contribute!